Ποιος ωφελείται;

568

Σύμφωνα με δημοσιεύματα, η Μαρία Καρυστιανού, μητέρα θύματος της τραγωδίας των Τεμπών, φαίνεται να επιβεβαιώνει τις μέχρι πρότινος φήμες για την ίδρυση νέου πολιτικού κόμματος. Πρόκειται για μια εξέλιξη που, αναπόφευκτα, προκαλεί έντονο δημόσιο ενδιαφέρον αλλά και εύλογους προβληματισμούς.

Καταρχάς, ο ανθρώπινος πόνος και ο αγώνας των συγγενών των θυμάτων για δικαιοσύνη και αλήθεια δεν μπορούν ούτε να αμφισβητηθούν ούτε να υποτιμηθούν. Η τραγωδία των Τεμπών συγκλόνισε την ελληνική κοινωνία και ανέδειξε σοβαρές παθογένειες του κράτους, της διοίκησης και της πολιτικής ευθύνης. Η φωνή των συγγενών υπήρξε –και παραμένει– ηθικά ισχυρή, γιατί πηγάζει από την απώλεια και τη διεκδίκηση δικαίωσης.

Ωστόσο, εκτιμούμε ότι άλλο πράγμα ο κοινωνικός και ηθικός αγώνας και άλλο η οργανωμένη πολιτική δράση μέσω ενός κόμματος. Η μετάβαση από το ένα πεδίο στο άλλο δεν είναι ούτε αυτονόητη ούτε πολιτικά ουδέτερη. Η πολιτική, ως χώρος σύγκρουσης συμφερόντων, στρατηγικών και αναπόφευκτων συμβιβασμών, συχνά αλλοιώνει ακόμα και τις πιο αγνές προθέσεις. Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν «δικαιούται» κάποιος να πολιτευτεί –αυτό είναι αυτονόητο σε μια δημοκρατία– αλλά αν αυτή η επιλογή υπηρετεί πράγματι τον αρχικό σκοπό και, τελικά, ποιος ωφελείται (cui bono) από μια τέτοια απόφαση.

Η κυρία Καρυστιανού, το προηγούμενο διάστημα, κατάφερε να ενώσει εκατομμύρια πολίτες κάτω από την πάνδημη λαϊκή απαίτηση για Δικαιοσύνη. Στα μεγαλειώδη συλλαλητήρια, στα οποία πρωταγωνιστικό πρόσωπο ήταν η ίδια, βρεθήκαμε πολίτες από ολόκληρο το πολιτικό φάσμα: από την άκρα δεξιά έως την άκρα αριστερά, διαδηλώνοντας ενάντια στην κυβέρνηση Μητσοτάκη, ενάντια στη συγκάλυψη των αιτιών της τραγωδίας, ενάντια στην αδιαφάνεια. Θα μπορούσε κανείς να πει ότι προσωποποίησε –θέλοντας ή μη– αυτό το κύμα οργής.

Πρόσφατα, ωστόσο, η «μάνα-σύμβολο», όπως χαρακτηρίστηκε από πολλούς, ανακοίνωσε την πρόθεσή της για ίδρυση κόμματος σε μια ωριαία συνέντευξη, σε απολύτως προστατευμένο περιβάλλον. Οι ερωτήσεις και οι απαντήσεις διαδέχονταν η μία την άλλη χωρίς ουσιαστικές παρεμβάσεις, σε σημείο που δημιουργήθηκε η εντύπωση μιας πλήρως ελεγχόμενης διαδικασίας. Δικαιολογημένο, θα μπορούσε να πει κανείς, δεδομένων των συνθηκών. Εκείνο όμως που προκάλεσε αλγεινή εντύπωση ήταν το γεγονός ότι, αντί να στραφεί ευθέως κατά του Κυριάκου Μητσοτάκη και της κυβέρνησής του, άσκησε έντονη κριτική τόσο προς την εξ αριστερών όσο και προς την εκ δεξιών αντιπολίτευση, η οποία αυτή την περίοδο πιέζει όσο ποτέ άλλοτε και συρρικνώνει τα ποσοστά της Νέας Δημοκρατίας.

Στην πρώτη περίπτωση, έστρεψε τα βέλη της εναντίον του πρώην πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα, υιοθετώντας πλήρως τη ρητορική της Νέας Δημοκρατίας για την περίοδο διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ. Στη δεύτερη, κατηγόρησε τον Κυριάκο Βελόπουλο, έναν πολιτικό αρχηγό που, κατά κοινή παραδοχή, ανέδειξε πρώτος το ζήτημα της συγκάλυψης με κοινοβουλευτικές παρεμβάσεις και δημόσιες αποκαλύψεις. Αναρωτιόμαστε, λοιπόν, καλοπροαίρετα: ποιον ωφελεί αυτή η στάση;

Ένα δεύτερο σημείο που προκαλεί έντονο προβληματισμό είναι η ρήξη μεταξύ της κυρίας Καρυστιανού και άλλων συγγενών των θυμάτων. Με αφορμή την παραίτησή της από τη θέση της προέδρου του συλλόγου πληγέντων του δυστυχήματος των Τεμπών, αλλά και το δημόσιο «άδειασμα» των συγγενών στις πολιτικές της φιλοδοξίες, η Μαρία Καρυστιανού βρέθηκε, αντικειμενικά, σε αντιπαράθεση και με ανθρώπους που μοιράζονται τον ίδιο πόνο. Το ερώτημα επανέρχεται: ποιος ωφελείται από τον διχασμό των συγγενών, ενόψει μάλιστα της έναρξης της δίκης την προσεχή άνοιξη;

Ιδιαίτερο προβληματισμό προκαλεί, επίσης, η συνεχής προβολή της κυρίας Καρυστιανού από φιλοκυβερνητικά μέσα ενημέρωσης. Φτάσαμε στο σημείο να βλέπουμε πρωτοσέλιδα σε συστημικές εφημερίδες που προωθούν μια πολιτική αρχηγό χωρίς κόμμα, την ίδια στιγμή που αρχηγοί κοινοβουλευτικών κομμάτων αποκλείονται συστηματικά, ακόμη και για την άσκηση κριτικής. Πρόκειται για μια αντίφαση που γεννά εύλογα ερωτήματα ως προς τις στοχεύσεις μιας τέτοιας προβολής. Ποιον ωφελεί, τελικά, η ανάδειξη μιας προσωπικότητας που μιλά για «κάθαρση» από μέσα τα οποία έχουν κατηγορηθεί διαχρονικά για διαπλοκή;

Τέλος, υπάρχει και το καθαρά πολιτικό σκέλος, στο οποίο ίσως χρειαστεί να επανέλθουμε εκτενέστερα στο μέλλον. Ωστόσο, εν συντομία, αξίζει να επισημανθεί το εξής: μονοθεματικά κόμματα ή κόμματα με γενικόλογες υποσχέσεις και συνθήματα περί «καταπολέμησης της διαφθοράς», «δικαιοσύνης», «κάθαρσης», «πολιτικής χωρίς πολιτικούς» ή «πολιτών στη Βουλή», ιστορικά δεν έχουν αποδειχθεί βιώσιμα, ούτε στην Ελλάδα ούτε διεθνώς. Ιδίως όταν συνοδεύονται από ιδεολογική ασάφεια και απόπειρες συγκερασμού αντιφατικών πολιτικών θέσεων, η αποτυχία είναι σχεδόν προδιαγεγραμμένη. Τα παραδείγματα του «Ποταμιού», του κόμματος Κασσελάκη ή, στο εξωτερικό, των «Πέντε Αστέρων» του Μπέπε Γκρίλο, είναι ενδεικτικά. Αυτόματα, λοιπόν, προκύπτει το ερώτημα: ποιος ωφελείται από τον περαιτέρω κατακερματισμό της αντιπολίτευσης;

Η τραγωδία των Τεμπών δεν ανήκει σε κανένα κόμμα, ούτε μπορεί να αποτελέσει πολιτικό εργαλείο. Ανήκει στην κοινωνία και στη συλλογική απαίτηση για αλήθεια, δικαιοσύνη και λογοδοσία. Κάθε επιλογή που μεταφέρει αυτό το καθολικό αίτημα στο πεδίο της κομματικής αντιπαράθεσης οφείλει να εξετάζεται με ψυχραιμία, κριτική σκέψη και, κυρίως, με το ερώτημα: ποιος πραγματικά ωφελείται. Γιατί το ζητούμενο δεν είναι η δημιουργία ενός ακόμη πολιτικού φορέα, αλλά η δικαίωση των θυμάτων και η αποτροπή μιας παρόμοιας τραγωδίας στο μέλλον.