Αγαπητοί Σώτη, Νίκο, μήπως κάνετε λάθος;

Γράφει ο Κωνσταντίνος Μπογδάνος.

Σχόλιο για τη σχέση του ελληνικού κράτους με την εκκλησία, με αφορμή την τελετή υποδοχής και τον αγιασμό των νέων πολεμικών αεροσκαφών.

Η τοξικότητα και η επιθετικότητα περισσεύουν στις μέρες μας, συνεπώς ξεκινώ με μια διευκρίνιση: Το σημείωμα αυτό δεν έχει στόχο να ανακινήσει πάθη. Το αντίθετο. Μακάρι να κατασιγάσει κάποια. Κυρίως, όσων αντανακλαστικά αντιμετωπίζουν τη σχέση του ελληνικού κράτους με την Ορθοδοξία σαν βαλκανικό κατάλοιπο, πηγή παραλογισμού και σκοταδισμού, στοιχείο αντίθετο στον φιλελευθερισμό και τις αρχές μιας σύγχρονης δημοκρατίας. Διότι, στην πραγματικότητα, μάλλον το αντίθετο ισχύει: Ο χριστιανισμός είναι γενεαλογικά συνδεδεμένος με τον φιλελευθερισμό και η Ελληνική Δημοκρατία είναι υπαρξιακά, όσο και συνταγματικά συνδεδεμένη με την Ορθοδοξία. Μάλιστα, το τελευταίο αλλάζει μόνο με ρητή λαϊκή εντολή.

Στο θέμα μας όμως. Προ ημερών, με αφορμή την τελετή υποδοχής και τον αγιασμό των νέων πολεμικών αεροσκαφών, η Σώτη Τριανταφύλλου στην Athens Voice και ο Νίκος Μαραντζίδης στην Καθημερινή κατέθεσαν την έντονη δυσφορία τους. Μπορώ να τους καταλάβω. Αντιλαμβάνονται γενικά τη θρησκεία ως κάτι το αναχρονιστικό και το αντίθετο στον ορθό λόγο. Δεν εκτιμούν ειδικά τον χριστιανισμό ως πρώτιστη ιστορική και πολιτισμική πηγή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της καθολικής ισότητας φύλων και φυλών, ούτε την καθοριστική συμβολή του στη γέννηση του καπιταλισμού. Δεν βλέπουν τους -συχνά θρήσκους- ορθολογιστές επιστήμονες και φιλοσόφους του Διαφωτισμού ως συνεχιστές μιας μελέτης της αρχαίας ελληνικής σκέψης, όπως αυτή διασώθηκε κυρίως μέσα από τον χριστιανισμό.

Είναι το θρησκεύεσθαι αντιφιλελεύθερο; Είναι ο θρήσκος ανορθολογιστής; Επειδή γνωρίζω πως ό,τι και να γράψω για κάποιους θα έχει μικρή αξία, και αφού ο Νίκος Μαραντζίδης έκανε αναφορά σε στοιχεία του Κέντρου Φιλελεύθερων Μελετών Μάρκος Δραγούμης (ΚΕΦΙΜ), ας δανειστώ τις λέξεις του πολιτικού επιστήμονα και Υπεύθυνου Εκπαιδευτικών Προγραμμάτων του ΚΕΦΙΜ, Γιώργου Αρχόντα.

«Η αθεΐα, η αντιθρησκευτικότητα και ο αντικληρικαλισμός (διαφορετικά  πράγματα μεταξύ τους) προφανώς δεν είναι προϋποθέσεις του φιλελευθερισμού. Η θρησκευτική πίστη προφανώς δεν είναι τεκμήριο ανορθολογισμού, έφεσης σε θεωρίες συνομωσίας κλπ. Δεν χρειάζεται πολύ ψάξιμο για να δει κανείς ότι μπορείς να θρησκεύεσαι και να είσαι φιλελεύθερος, ή να μην θρησκεύεσαι και να είναι αντιφιλελεύθερος. Όπως επίσης, μπορείς να θρησκεύεσαι και να είσαι ορθολογιστής, ή να μη θρησκεύεσαι και να είναι ανορθολογιστής.»

Το ότι πολλοί «προοδευτικοί» σήμερα στην Ελλάδα αρνούνται να δεχθούν τα παραπάνω λογικά σχήματα, έχει βέβαια να κάνει και με την ελληνική ιδιοπροσωπία. Η Ελλάδα δεν είναι μια τυπική δυτική χώρα. Υπάρχει ως κράτος λόγω της ελληνορθόδοξης παράδοσης του λαού της. Το Σύνταγμά της επικαλείται τον τριαδικό Θεό ήδη από το προοίμιό του, ενώ προσδιορίζει τη σχέση πολιτείας και Ορθοδοξίας τόσο στο άρθρο 3, όσο και στο άρθρο 16. Αν διαβάσουν αυτά τα άρθρα οι φίλοι θεματοφύλακες του φιλελευθερισμού, ίσως εκπλαγούν. Διότι αν όντως πιστεύουν στη νομοκρατία, τότε θα πρέπει να δεχθούν ότι το κράτος δεν αναγνωρίζει απλά επικρατούσα θρησκεία στη χώρα, αλλά αναλαμβάνει και τη συνταγματική υποχρέωση να την προάγει ως συνδεδεμένη με την εθνική συνείδηση.

Ξανά, κατανοώ τι είναι αυτό που επιθυμεί η Σώτη Τριανταφύλλου.

Είναι το πρότυπο της laïcité, της απόλυτα αποσυνδεδεμένης με κάθε θρησκεία πολιτείας κατά τη γαλλική παράδοση. Μπορώ να δω γιατί η συγγραφέας λέει ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης, ένας Ευρωπαίος ηγέτης, όπως τον αποκαλεί, «προφανώς νιώθει αλυσοδεμένος στην σκοταδιστική Ορθοδοξία». Η Σώτη φρονεί ότι «το πρόβλημά μας είναι η ατολμία μας να αποδεσμευτούμε από την παπαδοσύνη» – και αυτό είναι σεβαστό. Είμαστε όμως άτολμοι;

Την καλώ να δει και εκείνη το εξής: Αν αρκετοί Έλληνες συμφωνούν μαζί της, τότε δεν έχουν παρά να το εκφράσουν δυνατά και καθαρά, να το εντάξουν ως διακηρυκτική θέση σε κομματικά προγράμματα, να ψηφίσουν ανάλογα και στην επόμενη συνταγματική αναθεώρηση να επιτύχουν τις αλλαγές που επιθυμούν. Στις δημοκρατίες έτσι αλλάζουν τα πράγματα. Με την εντολή της πλειοψηφίας. Αυτή εν προκειμένω δεν έχει δοθεί, διότι δεν την έχουν δώσει οι συντηρητικοί πολίτες που δεν ασπάζονται τέτοιες ατζέντες και ψήφισαν ΝΔ. Ακόμα και αν ο Κυριάκος Μητσοτάκης πράγματι στενεύεται στο ελληνορθόδοξο κουστούμι του, όπως είναι σίγουρη η Σώτη Τριανταφύλλου, δεν νομιμοποιείται να το βγάλει.

Παράλληλα, δεν εξυπηρετεί να εφευρίσκονται προφάσεις μέσα από παραπλανητικές, ή παραπλανημένες, αναγνώσεις εννοιών. Ο -επίσης γαλλοτραφείς- Νίκος Μαραντζίδης συσχετίζει τον αγιασμό των όπλων με την έννοια της θρησκευτικής ελευθερίας, επικαλούμενος την κακή κατάταξη της χώρας συνολικά ως προς τον δείκτη ελευθερίας του Cato Institute. Το Cato είναι ένας από τους υπερατλαντικούς συνεργάτες του ΚΕΦΙΜ, συνεπώς επικαλούμαι εκ νέου τον Γιώργο Αρχόντα, που διευκρινίζει ότι η θρησκευτική ελευθερία εξαρτάται από:

«1. Την ανεξιθρησκεία, δηλαδή την ελευθερία να θρησκεύεσαι (ή  να μη θρησκεύεσαι) – το οποίο σημαίνει κυρίως να μη διώκεσαι για την πίστη σου (ή την απουσία της), να διαθέτεις αξιοπρεπείς χώρους λατρείας, να μπορείς αν θέλεις να επιχειρήσεις να πείσεις άλλους ενήλικες να ακολουθήσουν την πίστη σου (ή την απουσία της).

2. Την ισονομία, δηλαδή να μην αντιμετωπίζεσαι διαφορετικά σε σχέση με τους συμπολίτες σου από τον νόμο βάσει της θρησκευτικής σου πίστης (ή της απουσίας της).»

Συνεπώς, «το αν π.χ. αγιάζονται ή όχι τα Ραφάλ, το αν ο Αρχιεπίσκοπος ορκίζει το υπουργικό συμβούλιο, το αν ο θρησκευτικός γάμος αναγνωρίζεται ληξιαρχικώς κλπ, είναι ζητήματα με τη δική τους σημασία, δεν αφορούν όμως τη θρησκευτική ελευθερία.»

Βέβαια, ως επιστήμων και πολίτης ο Νίκος Μαραντζίδης διατηρεί κάθε δικαίωμα να θεωρεί αποβλητέα τη θρησκευτική διάσταση δημοσίων τελετών κρατικού χαρακτήρα, ακόμα κι αν αυτή δεν σχετίζεται τελικά με τη θρησκευτική ελευθερία. Δεν θα ήταν όμως πιο χρήσιμο να το έθετε στη βάση του, λέγοντας ότι αυτό που επιθυμεί είναι μια γενναία πολιτειακή αναθεώρηση, μια αποβολή της Ορθοδοξίας από τον δημόσιο βίο και έναν επαναπροσδιορισμό της πίστης ως στενά ιδιωτικής υπόθεσης, κατά τα πρότυπα ορισμένων χωρών της Εσπερίας;

Είμαι βέβαιος ότι ο καλός καθηγητής και η διακεκριμένη συγγραφέας θα συμφωνήσουν μαζί μου σε ένα τουλάχιστον πράγμα. Η υποκρισία επίσης περισσεύει στις μέρες μας. Δεν γίνεται άλλα να λένε τα συντακτικά και νομικά μας κείμενα, και άλλα να ισχύουν. Δεν γίνεται μια ολόκληρη παράταξη, η προοδευτική, να μην τολμά να μετουσιώσει σε πολιτική πρόταση αυτό που πιστεύει. Η μισή βουλή, συμπεριλαμβανομένης σημαντικής μερίδας της σημερινής Νέας Δημοκρατίας, μάλλον συμφωνεί, έστω και μέσες-άκρες, με τη Σώτη και τον Νίκο. Όμως στην αναθεώρηση του 2019 αφήσαμε ως προς αυτά το νέο Σύνταγμα ως έχει. Ούτε θυμάμαι πολλά προοδευτικά κόμματα να διαμαρτύρονται έντονα για αυτό. Τώρα προς τι η ένσταση;

Μήπως, λοιπόν, ο αγιασμός των Ραφάλ δεν είναι σκοταδισμός, ούτε ανορθολογισμός, αλλά – για κάποιους – ψυχρή, διαχρονική πολιτική επιλογή; Αφού κατά κοινή ομολογία τη χώρα κυβερνά ακόμα και σήμερα το Κέντρο (πλήρες με ΠΑΣΟΚ, Δημοκρατική Συμμαχία, Δράση και πολύ Ποτάμι), γιατί δεν τα αλλάζει αυτά; Γιατί δεν κατεβάζει εικόνες και σταυρούς από τα νοσοκομεία και δημόσια κτήρια, γιατί δεν αφαιρεί από παντού τον θρησκευτικό όρκο, δεν καταργεί τους αγιασμούς και τους προστάτες αγίους των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας; Προφανώς – και αυτό ο Νίκος Μαραντζίδης ως επιτυχημένος δημοσκόπος μπορεί να το επιβεβαιώσει – λόγω πολιτικού κόστους. Διότι για κάποιο λόγο ορισμένες «μεσαιωνικές» αξίες είναι ακόμα εξαιρετικά δημοφιλείς στον τόπο μας.

Μήπως, λοιπόν, είναι σφάλμα να επικρίνεται ένα έθνος επειδή επιμένει στις πανάρχαιες παραδόσεις του κατά τα προβλεπόμενα από το κοινωνικό του συμβόλαιο; Μην ανησυχείτε. Οι πιστοί στην συντριπτική μας πλειονότητα και τους γιατρούς εμπιστευόμαστε, και δύο και δύο ξέρουμε πως κάνει τέσσερα, και η γη γνωρίζουμε πως είναι στρογγυλή.

Αν εξανίσταστε επειδή συγχρόνως πιστεύουμε και στον Θεό, δείτε την αποδοχή της πραγματικότητας σαν άσκηση φιλελευθερισμού και δημοκρατίας. Κάποιοι, οι πιο πολλοί ακόμα στη χώρα, έτσι μάθαμε και θέλουμε. Μας ορίζει και μας συνέχει αυτή η πίστη. Αν ρωτήσετε για τον αγιασμό τους πιλότους, που τελικά είναι και οι πιο άμεσα ενδιαφερόμενοι, τι νομίζετε ότι θα απαντήσουν;

Σε τελική ανάλυση, αγαπητοί φίλοι, ίσως θα ήταν χρησιμότερο να εστιάζατε την κριτική σας σε όσους πατάνε σε δύο βάρκες. Όχι σε εκείνους που αγνά και εγκάρδια πιστεύουν σε κάτι. Θα ήταν πράγματι ευχής έργον, αν βοηθούσατε να ξεκαθαρίσουν κάπως τα πράγματα σ’ αυτόν εδώ τον τόπο. Να είστε βέβαιη και βέβαιος, ότι ως γνήσια  τέκνα της νεωτερικότητας και των φιλελεύθερων ιδεών που ενέπνευσαν το έθνος-κράτος μας, ειδικά οι συντηρητικοί, καθώς σήμερα καλούμαστε να διεκδικήσουμε χώρο ανάμεσα σε μια αριστερίστικη κεντροδεξιά, πουτινικούς και μαχαιροβγάλτες, θα το εκτιμήσουμε ιδιαίτερα.

Πηγή: athensvoice.gr