Άλλαξε καθόλου «Το μεγάλο μας Τσίρκο» ;

Γράφει ο Δημήτρης Τζανιδάκης.

Όταν το 1973 ανέβαινε για πρώτη φορά η θεατρική παράσταση «Το μεγάλο μας Τσίρκο» – ένα σπονδυλωτό έργο που διατρέχει όλη τη νεότερη πολιτική ιστορία της χώρας – ίσως ακόμα και ο δημιουργός της, Ιάκωβος Καμπανέλλης, να μην είχε αντιληφθεί σε όλη τους την έκταση τόσο την επαφή του έργου του με την πραγματικότητα όσο και τη διαχρονικότητα που επρόκειτο να αποκτήσει.

Τα πρόσφατα γεγονότα της ΑΣΟΕΕ όπως και η συνολικότερη κατάσταση στα ελληνικά πανεπιστήμια εκτιμώ πως επιβεβαιώνουν πανηγυρικά το περιεχόμενο αλλά και τον τίτλο του σπουδαίου αυτού έργου, κι συνάμα φανερώνουν τις παθογένειες της κοινωνίας μας, τα κατάλοιπα συμπεριφορών και τις ιδεοληψίες που επικρατούν εδώ και χρόνια, καθώς και την άφρονα ανεκτικότητα κι αβελτηρία των κυβερνήσεων.

Το ελληνικό πανεπιστήμιο είναι μια μικρογραφία της κοινωνίας μας, ή αλλιώς ο καθρέφτης της. Ό,τι «κακώς κείμενα» και παθογένειες επικρατούν όλα αυτά τα χρόνια στην χώρα μας αναδεικνύονται σε καθημερινή βάση και στην πλειονότητα των ελληνικών ιδρυμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, που χρόνο με το χρόνο παρακμάζουν, υποβαθμίζονται, και συστηματικά απαξιώνονται. Οι αιτίες ανιχνεύονται σε συσσωρευμένες άστοχες επιλογές δεκαετιών, που λόγω αδιαφορίας και προχειρότητας εκ μέρους της πολιτείας μεγεθύνθηκαν με αποτέλεσμα την σημερινή τελματώδη κατάσταση.

Θα ξεκινήσω με τη βάση του προβλήματος. Όταν ένα κράτος επιλέγει συστηματικά να δαπανά το μεγαλύτερο μέρος του προϋπολογισμού του σε αμυντικούς εξοπλισμούς, παρέχοντας ένα ποσοστό της τάξης του 2% στον τομέα της παιδείας, είναι εμφανές πως πρώτο εκείνο αρνείται να της προσδώσει την δέουσα αξία και μάλιστα την απαξιώνει ενεργά, ανεχόμενο παράλληλα περαιτέρω μελλοντική υποβάθμιση. Δεν είναι τυχαία η κατάταξη των ελληνικών πανεπιστημίων στο διεθνή πίνακα κατάταξης QS, όπου για το 2018, το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης βρίσκεται μεταξύ των θέσεων 501-550, το Πανεπιστήμιο Αθηνών ανάμεσα στις θέσεις 651-700 και η «επίκαιρη» ΑΣΟΕΕ στις θέσεις 801-1000.

Ένας επιβαρυντικός παράγοντας που δηλητηριάζει την πανεπιστημιακή κοινότητα είναι φυσικά και η δράση στο εσωτερικό της παρατάξεων κομματικής χροιάς. Από τη μια πλευρά έχουμε τις αριστερές και ακροαριστερές παρατάξεις που αντιμετωπίζουν το πανεπιστήμιο ως πεδίο προσηλυτισμού και πολιτικής χειραγώγησης, μετερχόμενες ιδεολογική πλύση εγκεφάλου σε όσους περισσότερους φοιτητές μπορούν. Εγκλωβισμένες στις αδιέξοδες ιδεοληψίες τους που εάν δεν επιβεβαιωθούν αγωνιστικά θα σβήσουν στη λήθη, πρωτοστατούν σε τελετουργικές πλέον καταλήψεις κλείνοντας τα πανεπιστήμια με παρωχημένα αιτήματα από άλλες εποχές που δεν οδηγούν πουθενά και δεν συνέχονται σε ωφέλιμο σύνολο, καταγέλαστα και αβάσιμα εξομοιώνοντας την σημερινή κατάσταση με τη δικτατορία. Διακατέχονται από την πλάνη πως το πανεπιστήμιο τους ανήκει προνομιακά, λόγου χάρη διεκδικώντας για τους ίδιους με τις αμέτρητες αφίσες, τις προκηρύξεις, τα γκραφίτι, τις θορυβώδεις και περισπαστικές τους κινητοποιήσεις, κ.ο.κ., όλο το τοπίο των ιδρυμάτων, τη φύση και τον χρόνο των λειτουργιών τους, αδιαφορώντας πως οι χώροι και οι λειτουργίες του συντηρούνται από τα χρήματα του Έλληνα φορολογούμενου και τις Κοινοτικές επιχορηγήσεις. Επιπλέον, το παραδίδουν στα χέρια ιδεολογικών τους συγγενών του αντιεξουσιαστικού χώρου ανοίγοντάς τους την πρόσβαση σε αυτό, για να το βανδαλίσουν, και σε περιπτώσεις όπως στην ΑΣΟΕΕ, να το μετατρέψουν σε γιάφκα-ορμητήριο για παράνομες δράσεις και παραβατικότητα κάθε λογής που διαχέεται και στο αστικό τοπίο έξω από το πανεπιστήμιο.

Πάμε όμως και στην άλλη πλευρά, τις λεγόμενες παρατάξεις του δημοκρατικού τόξου, όπως η ΔΑΠ και η ΠΑΣΠ, οι οποίες επίσης έχουν μερίδιο ευθύνης για την παρακμή του ελληνικού πανεπιστημίου. Λειτουργούν με παρόμοια νοοτροπία προσηλυτισμού προς στους νέους φοιτητές, περισσότερο με σκοπό την αποκόμιση οικονομικών κερδών από διάφορες δραστηριότητες χωρίς κανέναν εκπαιδευτικό χαρακτήρα, όπως νυχτερινές έξοδοι και εκδρομές σε χειμερινούς και θερινούς προορισμούς. Συχνά καλλιεργούν σχέσεις συνδιαλλαγής με διδακτικό προσωπικό, προκειμένου μέλη τους να περνούν μαθήματα χωρίς να το αξίζουν, πολλές φορές και με χαρακτήρα αφόρητης πίεσης. Η γενικότερη στάση, νοοτροπία, και δράση τους δεν έχουν καμία θετική συμβολή στο περιβάλλον του πανεπιστημίου, μήτε και σχέση με τον προορισμό των ιδρυμάτων.

Είναι σημαντικό να προσεγγίσουμε και το περίφημο άσυλο. Όταν καθιερώθηκε το άσυλο στην χώρα μας, είχαμε να κάνουμε με μιαν άλλη Ελλάδα, την Ελλάδα της δικτατορίας, του φασισμού των Συνταγματαρχών, των εξορίστων και των φυλακισμένων, της απαγόρευσης κυκλοφορίας και της λογοκρισίας. Συνεπώς η ύπαρξή του ήταν αναγκαία και σημαντική. Την σημερινή εποχή της ελευθερίας και της δημοκρατίας, η ύπαρξη του ασύλου εξυπηρετεί στην πραγματικότητα μονάχα την παραβατικότητα, την ανομία, και την εγκληματική δράση κυρίως εξωπανεπιστημιακών στοιχείων, και φυσικά έχει προδώσει τους λόγους της θεσμοθέτησής του. Ο σημερινός φοιτητής δεν κινδυνεύει από λογοκρισία ή παρεμπόδιση διακίνησης των ιδεών, αλλά από τη βία των κουκουλοφόρων που απειλούν τη ζωή, την ακεραιότητα, τα δικαιώματα και τις ελευθερίες του, και από την ύπαρξη προσώπων που με το «έτσι θέλω» αποφασίζουν αν θα κλείσουν τη σχολή του, αν θα κάνει μάθημα, και αν θα πάρει πτυχίο στην ώρα του.

Έχοντας φοιτήσει στο Οικονομικό τμήμα του Πανεπιστημίου Αθηνών στην οδό Σόλωνος, ένα κτίριο που μαζί με την ΑΣΟΕΕ έχουν υποστεί τη μεγαλύτερη υποβάθμιση, και έχοντας συνεχίσει για μεταπτυχιακές σπουδές σε δύο πανεπιστήμια της Μεγάλης Βρετανίας, έχω διαπιστώσει τη χαώδη διαφορά ιδίοις όμμασι. Μια διαφορά όχι σε ακαδημαϊκό επίπεδο, αλλά σε επίπεδο νοοτροπίας, οργάνωσης και σεβασμού της πολιτείας αλλά και των φοιτητών προς το πανεπιστήμιο. Πανεπιστήμια τα οποία επίσης είναι δημόσια και υπάρχει έντονα το στοιχείο της πολιτικοποίησης, όχι όμως με την μορφή της κομματοκρατίας, του προσηλυτισμού σε ιδεοληψίες, και της εξαθλίωσης των χώρων, αλλά με την ύπαρξη societies (συλλόγων) που προσφέρουν στους φοιτητές σημαντικές δράσεις και debates αντιπαράθεσης και ανταλλαγής ιδεών. Έχουν βεβαίως δίδακτρα, τα οποία όμως αξιοποιούνται προς τη βελτίωση και αναβάθμιση του πανεπιστημίου, σε ένα κρατικό πλαίσιο, όπου δίνεται μεγάλη βάση και προτεραιότητα στην παιδεία.

Ας εξετάσουμε, όμως, και τα πρόσφατα γεγονότα στην ΑΣΟΕΕ. Είναι προφανές πως η εικόνα με τα ΜΑΤ να έχουν περικυκλώσει ένα πανεπιστήμιο είναι θλιβερή και αποτελεί καθρέφτη της κατρακύλας και της κατάντιας μας ως κράτους και ως κοινωνίας. Από την στιγμή όμως που το πανεπιστήμιο έχει μετατραπεί από χώρος διακίνησης ιδεών σε ένα ορμητήριο ακροαριστερών και αναρχικών που στεγάζει κοντάρια, κράνη, είδη παραλλαγής, διαρρηκτικά εργαλεία, κομμάτια από μάρμαρα και πέτρες, και υλικά για παρασκευή μολότοφ, η παρέμβαση των αστυνομικών δυνάμεων ήταν απολύτως ορθή και απαραίτητη. Άλλωστε η σημερινή κυβέρνηση εξελέγη με βασικό σύνθημα την κατάργηση του ασύλου της παραβατικότητας, κι επομένως είναι συνεπής με τις προεκλογικές δεσμεύσεις της και με τα αιτήματα του ελληνικού λαού.

Καταλήγοντας, το ελληνικό πανεπιστήμιο πρέπει να επαναπροσδιορίσει το ρόλο αλλά και την ταυτότητα του, όπως και το κράτος να επανεξετάσει τις προτεραιότητες του απέναντι στην παροχή τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Κανένας πρωθυπουργός και καμία κυβέρνηση δεν δικαιούται να διαμαρτύρεται για την κατάσταση των ελληνικών πανεπιστημίων, από την στιγμή που με την στάση τους οι ίδιοι πρώτοι τα υποβαθμίζουν ή έστω δεν συμβάλλουν στη βιώσιμη αναβάθμισή τους. Η Ελλάδα διαθέτει κορυφαίους ακαδημαϊκούς, ανθρώπους με σημαντικό έργο και προσφορά στην επιστήμη, όπως και σπουδαία μυαλά, τα οποία στην πλειοψηφία τους καταφεύγουν στο εξωτερικό λόγω της περιρρέουσας απαξίωσης και μιζέριας. Χρέος όλων μας είναι να συμβάλλουμε στη δημιουργία μια νέας Ελλάδας, μιας πατρίδας μακριά από ξεπερασμένες ιδεοληψίες που δεν λειτούργησαν πουθενά, χωρίς μιζέρια και φθόνο, με όραμα για ένα καλύτερο μέλλον… Παραφράζοντας τον Σεφέρη, μιας Ελλάδας που «όπου και να ταξιδέψουμε, δεν θα μας πληγώνει».