Pin It

|Του Στέλιου Ιατρού|

Πολλοί επιχειρηματολογούν μανιασμένα—κι έχουν συχνότατα δίκιο—υπέρ της μετάφρασης των ξένων όρων όταν τους χρησιμοποιούμε σ’ ελληνικά κείμενα, όμως στην ταπεινή μου μετριότητα φαίνεται πως για πολλά χρόνια ακόμα θα εξακολουθήσω να μεταχειρίζομαι στα δικά μου κείμενα τον όρο «fake news» ως έχει, γιατί μολονότι εξαιρετικά πρόσφατος, η παγιωμένη και διεθνώς διαδεδομένη αγγλική μορφή αυτής της φράσης εξακολουθεί να γεννά νοήματα και συμπαραδηλώσεις που, καθώς εξελίσσεται το φαινόμενο που εκείνη περιγράφει, ολοένα και φοβούμαι πως εάν την άλλαζα ή την απέδιδα κάπως αλλιώς, θα προέκυπταν είτε ανοικονόμητες μεταφραστικές απόπειρες πολλών λέξεων είτε κάπου θα χάνονταν κάμποσα νοήματα που η ευρύτατη χρήση της συγκεφαλαιώνει τόσο επαρκώς σε δύο μονάχα λέξεις.

Όπως έχει πει ο Εμίλ Ντυρκέμ, πολύ συχνά η εξοικείωσή μας με έναν όρο μάς γεννά τη βεβαιότητα πως γνωρίζουμε οριστικά και με σαφήνεια τί πάει να πει και δεν αμφιβάλλουμε καθόλου γι’ αυτή μας τη βεβαιότητα. Όμως στην επιστήμη και στη φιλοσοφία η σοβαρή σκέψη πάνω στα ονόματα των πραγμάτων είναι ένα καλό ξεκίνημα για να κατανοήσουμε την διαρκώς διαμορφούμενη πραγματικότητα, οι όψεις της οποίας συγκροτούνται από πράγματα και πράξεις. Αν και νομίζουμε πως τα πράγματα είναι στατικά, ας πούμε κάτι σαν αμετάβλητα αντικείμενα πάνω σ’ ένα ράφι, και οι πράξεις είναι δυναμικές, πρακτικά μιλώντας η αξία των πραγμάτων δεν σταματά στο ράφι τους αλλά προχωρά στη χρήση τους και στις συνέπειες που αυτή γεννά. Επομένως, καί τα πράγματα έχουν την τάση να μεταβάλλονται, να εξελίσσονται μέσα απ’ τη χρήση τους και να επανανοηματοδοτούνται, γιατί στην τελική ανάλυση όλα όσα υπάρχουν γύρω μας κι είναι διαθέσιμα προς χρήση μάς παρέχουν την ευκαιρία να τα μετέλθουμε μ’ έναν τρόπο, όπως και να τα μετέλθουμε μεταχρηστικά, δηλαδή με τρόπους που δεν ήσαν η αρχική πρόβλεψη του δημιουργού τους, λογουχάρη ένα πιρούνι για να φάμε ή για να βγάλουμε το μάτι ενός ανθρώπου (μεταχρηστική λειτουργία του αντικειμένου).

Για την ανάγκη του παρόντος κειμένου μου, δεν θα επιχειρήσω να δώσω έναν εξαντλητικό οντολογικό ορισμό κάθε διάστασης της φράσης, αφού κάτι τέτοιο μάλλον θα μ’ εγκλώβιζε σε στατικά νοήματα που θα τα ξεπερνούσε ο χρόνος, ο οποίος ολοένα κι αυξάνει τα επίπεδα λειτουργίας του υπό εξέταση πράγματος, αλλά θα προτείνω να ξεκινήσουμε απ’ την απλή παραδοχή πως το πράγμα που λέμε fake news είναι πια ένα δυναμικά εξελισσόμενο φαινόμενο κατεξοχήν του διαδικτυακού χώρου, όπου διακινείται σε μεγάλο όγκο η ενημερωτική πληροφόρηση, και συγκεκριμένα η παραπληροφόρηση που εσκεμμένα αποσκοπεί στο να διαμορφώσει πλάνες αντιλήψεις για την πραγματικότητα κατασκευάζοντας τεχνηέντως ψευδείς αναπαραστάσεις της που δεν ανταποκρίνονται καλόπιστα σ’ εκείνην, αλλά υποκρύπτουν πρόθεση κακόβουλης χειραγώγησης των συνειδήσεων όσων θα πιστέψουν τις πλάνες, και διοχέτευση της ματιάς του αναγνώστη ή ακροατή προς συγκεκριμένες κατευθύνσεις που εξυπηρετούν όχι τον ίδιο αλλά τις σκοπιμότητες των κατασκευαστών των fake news. Εδώ να πω ότι στα ελληνικά η φράση λειτουργεί σαν πληθυντικός ουδετέρου, «τα fake news», αλλά στ’ αγγλικά είναι ενικού αριθμού και χωρίς γραμματικό γένος. Στο ανά χείρας κείμενο, θα με δείτε να το γράφω καί ως ενικού καί ως πληθυντικού αριθμού, γιατί είμαι native speaker και δια τί να το κρύψωμεν άλλωστε; (ναι, σε αρχαιοπρεπή υποτακτική)

Ένας ορισμός περιγραφικός της χρήσης του πράγματος που λέμε fake news θα μου κατεύθυνε τον νου να εντοπίσω ορισμένες ικανές κι αναγκαίες συνθήκες που θα επέτρεπαν να το ξεχωρίσουμε απ’ τ’ απλά ψέματα: πρώτον μιλώ για πλάνη, και πλάνη είναι ένας συλλογισμός που δεν ανατρέπει πλήρως την πραγματικότητα όπως ένα ψέμα—λογουχάρη, σου λένε «δες τον ήλιο που λάμπει», κοιτάς και βλέπεις το φεγγάρι, κι αυτό είναι ένα παράδειγμα ψέματος—αλλά που αξιοποιεί την ελλιπή εποπτεία που έχει ο ακροατής ή ο αναγνώστης για την πραγματικότητα καθώς και τις γνωστικές του προκαταλήψεις (cognitive biases, γκουγκλάρετέ το), επιλέγει κατόπιν κάποια αληθή ή αληθοφανή δεδομένα της πραγματικότητας, τα συνδέει αυθαίρετα μ’ άλλα πλαστά με μια στρεβλή συλλογιστική πορεία, κι έτσι προκύπτει ένας όχι πάντοτε αληθής κι όχι πάντοτε ορθός συλλογισμός, λογουχάρη σου λένε «δες τον ήλιο που δύει», κοιτάς και βλέπεις όντως τον ήλιο χαμηλά στον ορίζοντα, όμως εάν δεν ξέρεις να προσανατολίζεσαι η πλάνη είναι πως δεν δύει αλλ’ ανατέλλει.

Δεύτερον, η πλάνη που συγκροτεί τον πυρήνα ενός βεριτάμπλ piece of fake news είναι στοχευμένα κατασκευασμένη και δεν προκύπτει πρόχειρα ή αυθόρμητα, όπως ας πούμε στο υπόγειο ενός διαταραγμένου συνωμοσιολόγου, που όση διάδοση κι αν γνωρίσει η ιστοριούλα του, καταλήγει με τη γραφικότητά της ν’ αποκαλύπτεται ως ψέμα—δείτε την περίπτωση του Άλεξ Τζόουνς στις ΗΠΑ, που με τον ρυπαρό δίαυλό του, Infowars, στον οποίον είχε βγει τηλεφωνικά κι ο Ντόναλντ Τραμπ, διέδιδε άτεχνα fακe news πως το μακελειό στο Σάντυ Χουκ δεν είχε ποτέ συμβεί, στρέφοντας έτσι πλήθη ανοήτων εναντίον των επιζώντων και των γονέων των θυμάτων, αλλά μόλις ευρέθη απολογούμενος ενώπιον της Δικαιοσύνης ισχυρίστηκε βαρύτατη ψυχική νόσο, ψυχωσικές εμμονές, παραισθήσεις, και λοιπά καραγκιοζιλίκια των δικηγόρων του. Ένα πλούσια μελετημένο ή ευφάνταστο ψέμα μπορεί να κρατηθεί στην επιφάνεια για πολλά χρόνια, όπως του Άλεξ Τζόουνς, ή όπως το κειμενάκι που αναφύεται κάθε τόσο στα σόσιαλ μίντια και διαδίδει ανοησίες περί μαθηματικότητας της αρχαίας ελληνικής κι οξυγόνωσης του εγκεφάλου με την εκφορά του τελικού «–ν». Όμως τέτοιες διαδόσεις παραμένουν άτεχνα ψέματα που μοιάζουν στα fake news μονάχα στη διάδοση ή τη διάρκεια, και καμιά φορά οι δημιουργοί τους τα πιστεύουν ως εναλλακτικές αναγνώσεις της πραγματικότητας, κάτι σαν τα alternative facts της Κέλυαν Κόνγουεϊ, ισότιμου κύρους με την πραγματικότητα των επιστημόνων. Η πλάνη, όμως, στον πυρήνα των fake news δεν κατασκευάζεται για να δώσει σώμα στο διανοητικό χάος ενός αδιάγνωστου ψυχικά ασθενούς ή ενός σαλεμένου αριβίστα, αλλά ο δημιουργός των fake news γνωρίζει πολύ καλά εκείνη τη στιγμή πως πλάθει μια πλάνη, κι επιλέγει να το πράξει, μια πλάνη που μάλιστα τη στήνει για να εξυπηρετήσει μια χωροχρονικά προσδιορισμένη σκοπιμότητα που μεταχρηστικά μπορεί βέβαια να εξυπηρετήσει στη συνέχεια κι ολόκληρες κοινότητες πέραν του αρχικού εμπνευστή που θα την επωφεληθούν, για παράδειγμα πολιτικά κόμματα και διαπλεκόμενα συμφέροντα, κ.ο.κ., που ενδιαφέρονται να διαστρεβλώσουν αντιλήψεις κι έτσι να λεηλατήσουν συνειδήσεις. Μ’ αυτό εννοώ πως τα fake news έχουν συστημική προέλευση και χαρακτηριστικά συστημικής λειτουργίας μέσα σε συστημικά συμφραζόμενα, δηλαδή όταν γεννιούνται έρχονται να λάβουν τη θέση τους μέσα σ’ ευρύτερο στρατηγικό σχεδιασμό ακόμα κι όταν ένα piece of fake news αποσκοπεί να έχει βραχεία ζωή μέσα στον ευρύτερο σχεδιασμό, ενώ κάποια άλλα βγάζουν και βγάζουν κεφάλια, όπως η μυθική Λερναία Υδρα. Πολύ συχνά, βέβαια, θα διαβάσουμε και γονατογραφήματα που φιλοδοξούσαν να λειτουργήσουν ως fake news, όπως φαγητό μαγειρεύει κι ένας σεφ μ’ αστέρι Μισλέν, φαγητό κι ένας φοιτητής στο ματάκι της κουζίνας, αλλά γκουρμέ γεύμα προκύπτει σπανιότερα στο ματάκι και στατιστικά συχνότερα στο αστεράτο εστιατόριο.

Τρίτον, επειδή δεν μας είναι άγνωστη η έννοια της προπαγάνδας—πρακτική διάδοσης μονόπλευρων αφηγημάτων που εφαρμόζεται ήδη απ’ την αρχαιότητα, για παράδειγμα η προπαγάνδα εις βάρος του Μάρκου Αντωνίου και της Κλεοπάτρας που εκπορεύτηκε απ’ τους μηχανισμούς του Οκταβιανού στη Ρώμη, ωσότου να κηρυχτούν τα «bella iusta» εναντίον της Αιγύπτου, και στη συνέχεια ώστε να δικαιωθεί εσαεί ο Αύγουστος στα μάτια της Ιστορίας—είναι ωφέλιμο να διαχωρίσουμε πως ενώ με την προπαγάνδα μπορούμε χωρίς κανάν μεγάλο κόπο να φτάσουμε γρήγορα στην ορατή πηγή της και να διαβλέψουμε τη μεροληψία και την ιδιοτελή σκοπιμότητα που εξυπηρετεί, με τα fake news ο όγκος των πληροφοριών και η έκταση των διακλαδώσεων που λαμβάνουν στη συστημική τους ανάπτυξη είναι από σχεδιασμό τέτοιας φύσης και συμπεριφοράς, ώστε ακόμα κι ο διερευνητικός νους κάποια στγμή να πελαγώνει και να παρατά την αέναη εξέταση των πώς και των γιατί μετά απ’ τις πρώτες προσπάθειες, ακριβώς δίοτι τα fake news κατασκευάζονται ταχύτερα απ’ όσο ανασκευάζονται, καθώς απαιτούν μεγαλύτερη καταβολή άχαρου κόπου για να εξεταστούν ενδελεχώς και να καταρριφθούν, και μέχρι τότε η ζημιά έχει γίνει, οι συνειδήσεις έχουν αλλοτριωθεί, ο πυρήνας της πλάνης έχει ήδη καταστεί μακρινό παρελθόν, κι όταν πια έρθει η κατάρριψη, τότε κανείς πλέον δεν ενδιαφέρεται ν’ ασχοληθεί με τα περσινά ξινά σταφύλια. Γι’ αυτό, ενώ λογουχάρη η παραδοσιακά ανιχνεύσιμης προέλευσης προπαγάνδα του Πολίτμπιρο είναι γλωσσικά και αναλυτικά αναγνωρίσιμη κι έτσι μέτριου ή χαμηλού κινδύνου για τον υποψιασμένο ακροατή, απ’ την άλλη μεριά η χειμαρρώδης διάχυση και πολυεπίπεδη διασπορά των fake news της εποχής μας μέσα από πλήθος φαινομενικά ασύνδετων μεταξύ τους ηλεκτρονικών διαύλων τα καθιστά μηχανολογικά πιο αποτελεσματικά στη διάπλαση πλανεμένων αντιλήψεων, μιας και λαμβάνουν τη μορφή ενός διαρκούς θορύβου «παρασίτων» στο βάθος της επικαιρότητας, θορύβου που πολλαπλασιάζεται μέσα στον θάλαμο αντήχησης στον οποίον οι περισσότεροι από εμάς προτιμούμε να κινούμαστε—φανταστείτε το κάπως σαν την Cosmic Microwave Background Radiation, αυτήν την πανταχού παρούσα ακτινοβολία μικροκυμάτων που διαχέεται παντού στο κοσμικό παρασκήνιο του σύμπαντος, η οποία έρχεται απ’ όλες τις κατευθύνσεις γύρω μας. Επιπλέον, αντίθετα με την πηγή της απλής προπαγάνδας, τα πετυχημένα fake news έχουν πατέρες και μητέρες που επιλέγουν να σβήσουν στις σκιές των διαύλων.

Επιστρέφοντας στη χρήση των πραγμάτων που δίνει νόημα στην ύπαρξή τους, κι έτσι επαυξάνει τον ορισμό τους με μια διάσταση λειτουργικής σκοπιμότητας και μεταχρηστικής αξίας, η βαρύτητα των real-life επιπτώσεων της διάδοσης των fake news είναι εκείνη που τα καθιστά ξεχωριστή κατηγορία μέσα στα φαινόμενα παραπληροφόρησης, τα οποία μέχρι τώρα ήσαν λίγο-πολύ απλώς ανταγωνιστικά σε κύρος του αυθεντικού ρεπορτάζ που μετέδιδε ειδησεογραφικά την εμπειρικά επαληθεύσιμη πραγματικότητα. Τώρα όμως με τα fake news περάσαμε στην ανοιχτή διαδικασία διάπλασης αντιληπτικά ελαττωματικών και πλανεμένων συνειδήσεων, που θα την λέγαμε mental conditioning, δηλαδή μια διαδικασία πνευματικού επαναπρογραμματισμού του αναγνώστη κι ακροατή, προκειμένου να πιστεύει ευκολότερα τα fake news και ν’ απορρίπτει την αμερόληπτη δημοσιογραφική καταγραφή, επειδή αρνείται να δει πως κάτι είναι ψέμα φοβούμενος μην τυχόν είναι αλήθεια.

Πώς το κατορθώνουν αυτό; Η απλούστερη μέθοδος είναι η αξιοποίηση δύο παραγόντων που έθιξα ανωτέρω: πρώτον, της ελλιπούς εποπτείας των όψεων της πραγματικότητας που έχει ο μέσος άνθρωπος λόγω του τεράστιου όγκου της πληροφόρησης που για την κατανόησή της θα απαιτούνταν πολλαπλές εξειδικεύσεις σε πολλούς τομείς, πρακτικά ανεδαφική αξίωση, και δεύτερον, εκείνου που λέμε «γνωστική προκατάληψη», και είναι συγγενή ή διδαγμένα ελλείμματα ή δυσλειτουργίες και περιορισμοί στην αντιληπτική και συλλογιστική μας λειτουργία, που κυμαίνονται από κοινές αδυναμίες μνήμης, έως κοινωνικές προκαταλήψεις, απροθυμία κριτικής εξέτασης, προθυμία βιαστικής αποδοχής της αυθεντίας άλλων, επιπόλαιες ταξινομήσεις που μας φαίνονται ως ερμηνευτικές της πραγματικότητας, κ.ά. Έτσι, εφόσον κανείς ποτέ δεν διαθέτει άπειρο χρόνο γι’ αυτοτελή έρευνα και πρωτογενή σύνθεση μιας ανεξάρτητης αντίληψης της πραγματικότητας, υποχρεώνεται να κατεβάζει αμάσητο το κάθε αφήγημα του κάθε δήθεν ειδικού που τους λέμε pundits στα μέσα ενημέρωσης των ΗΠΑ κι εδώ στην Ελλάδα πανελίστες, όπου όλα είναι πιο ταπεινά κι ευτράπελα. Απ’ την άλλη, επειδή δεν ανεχόμαστε οι προκαθορισμένες αντιλήψεις μας για την πραγματικότητα να μην επιβεβαιώνονται από μια δημοσίευση προτιμούμε μονάχα εκείνες τις δημοσιεύσεις που μας ενισχύουν κι επιβεβαιώνουν όσα ήδη γνωρίζουμε ως αιώνιες αλήθειες της ζωής (confirmation bias, γνωστική προκατάληψη της επιβεβαίωσης), γι’ αυτό και περιβάλλουμε με κύρος πρόσωπα του δημοσίου λόγου που ανήκουν στη δική μας πολιτική, θρησκευτική, κοινωνική, κ.ο.κ., παράταξη ενώ στασιάζουμε όταν εκτιθέμεθα σ’ απόψεις αφόρητες για την αίσθηση της ταυτότητάς μας. Σ’ έναν κόσμο χαοτικών εξελίξεων κι εξελισσόμενης αβεβαιότητας, η ενήλικα υπεύθυνη προσαρμοστικότητα απέναντι στη συχνά ανατρεπτική αλήθεια απαιτεί τη διαρκή καταβολή πνευματικού κόπου και την κριτική παραδοχή των αναπόδραστων αδυναμιών μας, ενώ είναι σαφώς πιο ανώδυνη και γλυκά αυτάρεσκη η επιστροφή στην αμέριμνη ανηλικιότητα μέσα απ’ τον θαυμαστό κόσμο των αιωνίως σταθερών βεβαιοτήτων μας, που με την επανάληψη του ίδιου και του ίδιου (του ταυτού) οδηγούν στην παρηγορητική αίσθηση μιας στατικής ταυτότητας των πραγμάτων.

Έφτασα μέσω Κίνας στην «αλήθεια», που είναι η εγγενής ιδιότητα—να την πω αρετή—των πραγμάτων ν’ αντιστέκονται στη λήθη, όπου λήθη είναι το γνωστικό έλλειμμα που προκύπτει όταν κάτι αποσύρεται απ’ το μνημονικό μας, επειδή το λησμονούμε, κι έτσι αποκρύπτεται απ’ τα μάτια μας και δεν μπορούμε πια να το ανασύρουμε όταν το χρειαστούμε. Μιλώντας με όρους γνωστικής ψυχολογίας πλησιάσαμε κάπως στα χωράφια της μεταφυσικής, αφού όταν κάτι καταστεί αληθές, στερούμενο δηλαδή της λήθης, τότε παραμένει εσαεί άφθαρτο στις όψεις του, ζωντανό σε ισχύ, και σταθερό στις ιδιότητές του ακόμα κι όταν όλα τ’ άλλα τ’ ασθενέστερα γύρω του καταρρέουν και χάνονται. Πρέπει, επομένως, να ’ναι τρανή αρετή αυτή η αλήθεια, μιας και παρέχει πρόσβαση σε μιας μορφής αιωνιότητα.

Αγία και Μεγάλη Σαρακοστή έχουμε, κι αυτό μου δίνει την αφορμή απ’ την τετράγωνη ανάλυση που προηγήθηκε να περάσω στην πιο αιθέρια και μεταφυσική, ίσως για να φωτίσω πέραν της πρακτικής απαξίας των fake news καί κείνην την πλευρά που αφορά τη σχέση του ψεύτη με το θείο—φαντασιακή ή υπαρκτή, η σχέση αυτή συμβάλλει στη συγκρότηση ταυτοτήτων και αυτό μου αρκεί. Οι δικές μου υπερβατικές δοξασίες, εάν έχω τέτοιες, σχεδόν ποτέ δεν έχουν βγει στη δημοσιότητα, και τέτοια μεγάλα κείμενα τα προσεγγίζω ως πηγές που η εξέτασή τους συμβάλλει στην κατανόηση των αντιλήψεων του κόσμου γύρω μου. Γι’ αυτόν τον σκοπό λέω να σταχυολογήσω μερικά χωρία απ’ τη Βίβλο σχετικά με την αλήθεια, το ψέμα, την πλάνη, την ψευδή μαρτυρία, και τα παρόμοια. Οι φίλοι μου και οι μια χούφτα αναγνώστες μου τείνουν να διχάζονται κάθε φορά που φτάνω ως εκεί, γιατί με βλέπουν ως φυσιοκράτη που εμπιστεύεται την κοινή λογική και την κοινή εμπειρία. Έχουν δίκιο σ’ αυτό. Όμως ανεξάρτητα απ’ το εάν κάποιος είναι πιστός Χριστιανός ή λιγότερο ή και καθόλου, τα κείμενα που περιέχει ο χριστιανικός Κανόνας καθόρισαν σε μεγάλο βαθμό πολλές όψεις της δυτικής μας κουλτούρας, επιστεγάζοντας στο τέλος της ύστερης αρχαιότητας την ελληνική παράδοση και τη ρωμαϊκή πολιτική οργάνωση με τον χριστιανικό ουρανό, και διαμόρφωσαν στη συνέχεια ως κρατούσα ηθική νόρμα τις γνωστικές μας προκαταλήψεις για τα πράγματα, τις αξίες, τους κώδικες της συμπεριφοράς μας, τις συμβάσεις των συναισθηματικών μας κοινοτήτων για το κακό, το καλό, το ηθικό και το ανήθικο, το αξιέπαινο και το μεμπτό, το παραδεκτό και το απαράδεκτο, κ.ά. Με άλλα λόγια, για να κατανοήσουμε την πραγματικότητα και τις στρεβλώσεις στη σχέση των συναισθηματικών μας κοινοτήτων με την αλήθεια, το ψέμα, τους αληθείς κι ορθούς συλλογισμούς, και με την πλάνη ωφελεί να εξετάσουμε και χώρους της σκέψης και του πνεύματος που δεν αντιμετωπίζουν τέτοιες συμπεριφορές μονάχα ως προϊόν εγκεφαλικών λειτουργιών και νευρικών συνάψεων, αλλά τις εντάσσουν μέσα σε συμφραζόμενα μιας ηθικολογικής οικονομίας κοινωνικής διάδρασης.

Ας ξεκινήσω απ’ το βιβλίο των Παροιμιών, 12:5-6, όπου διαβάζουμε κάτι πολύ κοντά στη γνωστική ψυχολογία, χοντρικά δηλαδή για να το πω έτσι τον κλάδο της ψυχολογίας που εξετάζει το πώς αντιλαμβανόμαστε τα πράγματα και πώς συλλογιζόμαστε ωφέλιμα, ανώφελα, ή βλαπτικά: «λογισμοὶ δικαίων κρίματα, κυβερνῶσι δὲ ἀσεβεῖς δόλους. λόγοι ἀσεβῶν δόλιοι, στόμα δὲ ὀρθῶν ῥύσεται αὐτούς.» Αποδίδοντας στα νέα ελληνικά θα δείτε πως βγαίνουν πάντοτε περισσότερες οι λέξεις, αλλά τί να γίνει. Λέει το χωρίο, λοιπόν: «οι συλλογισμοί εκείνων που τηρούν σωστά τον Νόμο του Θεού είναι ορθές κρίσεις, ενώ όσοι ασεβούν απέναντι στον Νόμο συλλογίζονται με δολιότητα. Τα λόγια των ασεβών έχουν δολιότητα, ενώ το στόμα όσων συλλογίζονται ορθά θα τους λυτρώσει». Θα προσέξατε εδώ πως ορθά κοφτά η δολιότητα συνδέεται με την ασέβεια προς τον Θεό, και αφορά σε όλες τις όψεις ενός συλλογισμού κι ενός λόγου, δηλαδή καί στον τρόπο, καί στην πρόθεση, αλλά καί στο αποτέλεσμα. Κι εμείς στο προηγούμενο σκέλος του κειμένου είδαμε πως πίσω απ’ την κατασκευή των fake news υπάρχει εσκεμμένη και σχεδιασμένη εφαρμογή μιας ανθρώπινης βούλησης που δεν εκδηλώνεται με καλή πρόθεση. Δεν προκύπτει δηλαδή μια πλάνη έτσι τυχαία, αλλά είναι προϊόν συστήματος, μεθόδου, και κάτι εξυπηρετεί, όπως σημειώσαμε. Δεν διαφωνούμε μέχρι εδώ με τη Γραφή.

Τί εννοεί, όμως, η Γραφή πως το στόμα των ορθά συλλογιζόμενων θα τους λυτρώσει; Άμα λέμε την αλήθεια θα πάμε στον Παράδεισο; Ο Απ. Παύλος εξηγεί στην Προς Εφεσίους επιστολή του, 2:8-9: «τῇ γὰρ χάριτί ἐστε σεσωσμένοι διὰ τῆς πίστεως· καὶ τοῦτο οὐκ ἐξ ὑμῶν, Θεοῦ τὸ δῶρον. οὐκ ἐξ ἔργων, ἵνα μή τις καυχήσηται». Δηλαδή σε νέα ελληνικά: «γιατί θα έχετε σωθεί με την χάρη του Θεού μέσω της πίστης σας, κι αυτό είναι δωρεά που δεν προέρχεται από εσάς τους ίδιους, αλλ’ απ’ τον Θεό. Δεν σώζεστε απ’ τα έργα που κάνετε, σας το λέω μην τυχόν και καυχηθεί κανείς από σας για κάτι τέτοιο». Επομένως, δεν είναι οι ορθοί συλλογισμοί και τα λόγια που τους εκφράζουν και που δεν περιέχουν τη δόλια πρόθεση ή τη δόλια συλλογιστική πορεία και την πλάνη από μόνα τους αυτά που μας λυτρώνουν, αλλά η Παροιμία εννοεί πως τη μέρα της Κρίσης αυτά τα ίδια μας τα λόγια θα μαρτυρήσουν θετικά για εμάς. Για τον λυτρωτικό ρόλο της αλήθειας λέγεται στο Κατά Ιωάννη 8:32, «γνώσεσθε τὴν ἀλήθειαν, καὶ ἡ ἀλήθεια ἐλευθερώσει ὑμᾶς», κι αποδίδω: «θα γνωρίσετε την αλήθεια και η αλήθεια θα σας ελευθερώσει», εννοεί απ’ την τυραννία του θανάτου. Ποιά όμως είναι η αλήθεια στη γλώσσα της Βίβλου; Θα το δούμε στη συνέχεια.

Λίγο παρακάτω, Παροιμίες 12:13-14 και 22, κι ενώ έχουν προηγηθεί στίχοι για τις ψευδομαρτυρίες, λέγει η Παλαιά: «δι᾿ ἁμαρτίαν χειλέων ἐμπίπτει εἰς παγίδας ἁμαρτωλός, ἐκφεύγει δὲ ἐξ αὐτῶν δίκαιος. ἀπὸ καρπῶν στόματος ψυχὴ ἀνδρὸς πλησθήσεται ἀγαθῶν, ἀνταπόδομα δὲ χειλέων αὐτοῦ δοθήσεται αὐτῷ […] βδέλυγμα Κυρίῳ χείλη ψευδῆ». Αποδίδω: «ο αμαρτωλός πέφτει μέσα σε παγίδες εξαιτίας της αμαρτίας των χειλιών του, ενώ ο ενάρετος ξεφεύγει απ’ τις παγίδες. Απ’ τον καρπό του στόματός του θα γεμίσει με αγαθά η ψυχή του ανθρώπου, και θα του δοθεί ανταπόδοση ανάλογη των όσων είπαν τα χείλη του […] ο Κύριος αποστρέφεται τα χείλη που λένε ψέματα.» Πολύ δυνατές διατυπώσεις αυτές, και βλέπουμε πως τα ψέματα είναι πράξεις που καθιστούν αμαρτωλό έναν άνθρωπο και μάλιστα είναι βδελύγματα στα μάτια του Θεού, και ο αμαρτωλός θα τα βρει μπροστά του. Στη γνωστική-συμπεριφορική ψυχολογία θα λέγαμε πως με την επανάληψη εθιζόμαστε σε συμπεριφορές και το ένα ψέμα φέρνει τ’ άλλο, ώστε να καταλήγουμε ν’ αυτοπαγιδευόμαστε σ’ έναν ιστό από ψέματα που κάποια στιγμή δεν θα μας κρατάει πια και θα είναι έτοιμος να καταρρεύσει. Τα ψέματα κι εδώ θα τα βρούμε μπροστά μας. Αυτή είναι μια αυτοπαρεμποδιστική συμπεριφορά, ένα self-sabotage, και σιγά σιγά η ασταμάτητη καταβολή κόπου προκειμένου να διατηρήσει τα ψέματα όρθια εξελίσσεται σε βαριά μέριμνα του ψευδόμενου. Όμως η παγίδα για την οποία μιλάει η Γραφή πως μέσα της πέφτει ο αμαρτωλός είναι παγίδα δολιότητας κι αμαρτίας, και όχι απλά παγίδα διατήρησης μιας απατηλής κοινωνικής επιφάνειας και σχέσεων που βρίσκονται σε ρίσκο διάλυσης. Εδώ θα ερχόταν μια υπαρξιακή ψυχολογική προσέγγιση, ας πούμε η Γκεστάλτ, και θα μας έλεγε πως υπάρχει το στοιχείο της προσωπικής ευθύνης και της επιλογής πίσω από τέτοια αυτοβλαπτική συμπεριφορά, και σε τούτο δεν θα διαφωνούσε με τη βιβλική προσέγγιση που, όπως είδαμε αμέσως νωρίτερα, ανταποδίδει στον άνθρωπο τ’ ανάλογα για τα έργα του, και η βλάβη γυρνάει έτσι στον ίδιο. Επιστρέφοντας σ’ ένα απτό παράδειγμα της δημόσιας εμπειρίας, πόσοι και πόσοι δεν κατέστησαν ανυπόληπτοι επειδή έκαναν καριέρα κατασκευάζοντας και διαδίδοντας fake news; Θα έλεγε κανείς πως μονάχοι τους καίγονται αργά ή γρήγορα όσοι υποδαυλίζουν με fake news τα πάθη και σπέρνουν τρόμο και στεναχώρια με τα ψέματά τους, για να μην πω τίποτα για κείνους που συκοφαντούν και σπιλώνουν. Στο βιβλίο των Παροιμιών, 19:9, πράγματι διαβάζουμε: «μάρτυς ψευδὴς οὐκ ἀτιμώρητος ἔσται, ὃς δ᾿ ἂν ἐκκαύσῃ κακίαν, ἀπολεῖται ὑπ᾿ αὐτῆς», κι αποδίδω: «εκείνος που μαρτυρεί ψευδώς δεν θα περάσει ατιμώρητος, αλλά όποιος ανάβει φωτιές από κακία, θα χαθεί απ’ τη φωτιά».

Τί είναι όμως η αμαρτία; Στην Επιστολή του Ιωάννη Α’ 3:4 διαβάζουμε τον ορισμό της: «Πᾶς ὁ ποιῶν τὴν ἁμαρτίαν καὶ τὴν ἀνομίαν ποιεῖ, καὶ ἡ ἁμαρτία ἐστὶν ἡ ἀνομία» Αποδίδω: «καθένας που αμαρτάνει παραβαίνει τον Νόμο, γιατί η παράβαση του Νόμου είναι η αμαρτία», και παρακάτω στην ίδια επιστολή, 5:17: «πᾶσα ἀδικία ἁμαρτία ἐστί», αποδίδω και πάλι αν και είναι κατανοητό: «κάθε άδικη πράξη είναι αμαρτία». Παραβίαση όμως ποιού νόμου και ποιού δικαίου; Η γρήγορη απάντηση είναι του Νόμου του Θεού. Πριν δώσει όμως ο Θεός τις Δέκα Εντολές Του στον Μωυσή, θα ρωτήσει κανείς, δεν υπήρχε αμαρτία; Πώς ξέρουμε πως ισχύει ένας νόμος; Απ’ την επιβολή των προβλεπόμενων κυρώσεων όταν αυτός παραβιάζεται. Εξηγεί ο Απ. Παύλος στην Προς Ρωμαίους επιστολή του, 6:23: «τὰ γὰρ ὀψώνια τῆς ἁμαρτίας θάνατος, τὸ δὲ χάρισμα τοῦ Θεοῦ ζωὴ αἰώνιος ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν». Αποδίδω: «διότι η ανταμοιβή για την αμαρτία είναι ο θάνατος, ενώ αυτό που ο Θεός χαρίζει είναι η αιώνια ζωή μέσα απ’ τον Ιησού Χριστό τον Κύριό μας.»

Για να βρούμε, συνεπώς, από πότε υπήρχε ο Νόμος, ας ερευνήσουμε πότε πρωτοεμφανίζεται ο θάνατος. Διαβάζουμε, λοιπόν, στη Γένεση, 2:16-17: ««καὶ ἐνετείλατο Κύριος ὁ Θεὸς τῷ Ἀδὰμ λέγων· ἀπὸ παντὸς ξύλου τοῦ ἐν τῷ παραδείσῳ βρώσει φαγῇ, ἀπὸ δὲ τοῦ ξύλου τοῦ γινώσκειν καλὸν καὶ πονηρόν, οὐ φάγεσθε ἀπ᾿ αὐτοῦ· ᾗ δ᾿ ἂν ἡμέρᾳ φάγητε ἀπ᾿ αὐτοῦ, θανάτῳ ἀποθανεῖσθε», κι αποδίδω: «κι έδωσε εντολή ο Κύριος ο Θεός στον Αδάμ λέγοντάς του, θα φας από κάθε δέντρο που βρίσκεται μέσα στον Παράδεισο, αλλά απ’ το δέντρο της γνώσης του καλού και του κακού, απ’ αυτό δεν θα φάτε, γιατί την μέρα που θα φάτε απ’ αυτό, θα πεθάνετε με βεβαιότητα». Εφόσον, λοιπόν, ο θάνατος είναι η αμοιβή για τα έργα της αμαρτίας, κι εφόσον ο θάνατος εισήλθε στη ζωή του Ανθρώπου με την πτώση των Πρωτοπλάστων, ο Νόμος θα πρέπει να προϋπήρχε των Δέκα Εντολών που κωδικοποίησαν κι προσδιόρισαν ονομαστικώς τα επιμέρους παραπτώματα. Και ποιό παράπτωμα συγκεκριμένα ήταν των Πρωτοπλάστων; Διαβάζουμε στο Κατά Ματθαίο 22:37 και 39-40: «ἀγαπήσεις Κύριον τὸν Θεόν σου ἐν ὅλῃ τῇ καρδίᾳ σου καὶ ἐν ὅλῃ τῇ ψυχῇ σου καὶ ἐν ὅλῃ τῇ διανοίᾳ σου. […] ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν […] ἐν ταύταις ταῖς δυσὶν ἐντολαῖς ὅλος ὁ νόμος καὶ οἱ προφῆται κρέμανται». Είναι το χωρίο όπου οι Φαρισαίοι επιχειρούν να παγιδεύσουν με τεχνάσματα τον Ιησού και τον ρωτάνε ποιά εντολή να είναι η σπουδαιότερη, κι Εκείνος απαντά «θ’ αγαπήσεις τον Κύριο τον Θεό σου μέσα σ’ όλην την καρδιά σου και σ’ όλην την ψυχή σου και σ’ όλην τη σκέψη σου […] θ’ αγαπήσεις τον συνάνθρωπό σου όπως αγαπάς τον εαυτό σου […] πάνω σ’ αυτές τις δυο εντολές όλος ο Νόμος κι όσα είπαν οι προφήτες εξαρτώνται». Οι Πρωτόπλαστοι παραβίασαν τον Νόμο γιατί παραβίασαν την εντολή της αγάπης προς τον Θεό μέσα στο βάθος της καρδιάς τους, δηλαδή της υπαρξιακής αίσθησης του εαυτού τους, και με τη διανοιά τους σκάρωσαν σχέδιο για να καταστούν οι ίδιοι ωσάν θεοί χώρια όμως απ’ τη σχέση τους με τον Θεό, ακολουθώντας το ψέμα του φιδιού της Εδέμ, που τους είχε τάξει πως όχι μόνον δεν θα πεθάνουν με βεβαιότητα, αλλά εάν έτρωγαν απ’ το απαγορευμένο δέντρο, τα μάτια τους θ’ άνοιγαν και θα γνώριζαν να διακρίνουν το καλό και το κακό, και θα γίνονταν σαν θεοί (Γένεση 3:1-7). Πώς ξέρουμε πως ήταν ψέμα; Διότι—σωστά το μαντέψατε—πέθαναν.

Προσέξτε πως το ψέμα συνδέεται στ’ ανωτέρω χωρία στενότατα με την ανεπανόρθωτη επίπτωσή που επέρχεται εάν το πιστέψει κανείς κι ενεργήσει ανάλογα, που είναι ξανά ο θάνατος. Μα το ψέμα, θα πει κάποιος, δεν το είπαν οι Πρωτόπλαστοι—γιατί υπέστησαν εκείνοι την ποινή, άδικο δεν ήταν; Εύλογη ένσταση, εάν το δει κανείς ως ποινή κι όχι ως ανταμοιβή για την αμαρτία, όπως είπε ο Παύλος. Το ψέμα του φιδιού το ενστερνίστηκαν μέσα στην καρδιά τους, και γι’ αυτό το ψέμα ήταν που παράτησαν την αγάπη και την υπακοή τους στον Θεό, κι έτσι πέθαναν, γιατί όπως θα θυμάστε, ο Ιησούς εξήγησε στους Φαρισαίους την πρώτη και σπουδαιότερη εντολή για την αγάπη προς τον Θεό, κι εκεί μέσα έβαλε τη λέξη «καρδιά», και τη λέξη «διάνοια», που μας αρέσει εμάς αυτή η λέξη γιατί νωρίτερα είπαμε τόσα για τους συλλογισμούς και για τη γνωστική ψυχολογία, κι έβαλε και τη λέξη «ψυχή». Τί είναι όμως η ψυχή; Διαβάζουμε στο βιβλίο της Γένεσης πάλι, 2:7: «καὶ ἔπλασεν ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπον, χοῦν ἀπὸ τῆς γῆς, καὶ ἐνεφύσησεν εἰς τὸ πρόσωπον αὐτοῦ πνοὴν ζωῆς, καὶ ἐγένετο ὁ ἄνθρωπος εἰς ψυχὴν ζῶσαν.» Ας το αποδώσω κι αυτό σε νέα ελληνικά: «κι έφτιαξε ο Θεός τον άνθρωπο, χώμα παρμένο απ’ τη γη, και στο πρόσωπό του φύσηξε την ανάσα της ζωής, κι έλαβε ο άνθρωπος μια ζωντανή ψυχή.» Αυτό λέει; Όχι, είπα μια μεγάλη ψεματούρα! Δεν λέει πως «έλαβε» αλλά ότι «έγινε ο άνθρωπος ζωντανή ψυχή», και μάλιστα αυτός ο εμπρόθετος προσδιορισμός «εἰς ψυχὴν» δηλώνει τη μετάβαση σε νέα κατάσταση, υποδηλώνει δηλαδή τον μετασχηματισμό της μη-ζωντανής ύλης του χώματος σε ψυχή ζώσα, που με μια κουβέντα λέγεται «άνθρωπος».

Στον μεταφυσικό χώρο του βιβλικού αφηγήματος, οι Πρωτόπλαστοι παραβίασαν την εντολή του Θεού, κι έτσι έβλαψαν τους εαυτούς τους, διαρρηγνύοντας την αγαπητική σχέση τους μαζί Του, απομακρυνόμενοι εθελουσίως απ’ την αλήθεια, που αποδείχτηκε πως ήταν η διαβεβαίωση που τους είχε δώσει ο Κύριος ότι θα έφερναν τον θάνατο στη ζωή τους εάν έτρωγαν απ’ τον καρπό, και έτσι αυτοβούλως απομακρύνθηκαν απ’ τη ζωή που τους είχε χαριστεί ως δώρο, με προσωπική τους επιλογή κι ευθύνη κοντά στην ευθύνη που βεβαίως βαραίνει το φίδι που μιλούσε (!), κάνοντας οι ίδιοι το ψέμα εκείνο κομμάτι της δικής τους γνώσης, παναπεί της αντίληψης που είχαν για την πραγματικότητα με όρους γνωστικής ψυχολογίας, της δικής τους διάνοιας, παναπεί των συλλογιστικών μηχανισμών τους, και της δικής τους ύπαρξης. Γι’ αυτό υπέστησαν την υπαρξιακή βλάβη του θανάτου.

Συστηματικά η Γραφή, τόσο στην Παλαιά όσο και την Καινή Διαθήκη, συγκλίνει στη σύνδεση αφενός του ψέματος με τον πρωτογενή συλλογισμό που κινείται από ανυπακοή προς τον Κύριο, το κατεξοχήν πρόσωπο της αλήθειας, και από δολιότητα, παναπεί δόλια πρόθεση για τη διάδοση ενός βλαπτικού ψέματος στημένου με σχέδιο, και αφετέρου με τα λόγια που διαδίδουν το ψέμα, πράξη που είναι αμαρτία και οδηγεί όπως και οι άλλες αμαρτίες στον θάνατο. Ο ίδιος ο Ιησούς Χριστός λέει στο Κατά Ματθαίο 15:18-19: «τὰ δὲ ἐκπορευόμενα ἐκ τοῦ στόματος ἐκ τῆς καρδίας ἐξέρχεται, κἀκεῖνα κοινοῖ τὸν ἄνθρωπον. ἐκ γὰρ τῆς καρδίας ἐξέρχονται διαλογισμοὶ πονηροί, φόνοι, μοιχεῖαι, πορνεῖαι, κλοπαί, ψευδομαρτυρίαι, βλασφημίαι» Αποδίδω: «όσα βγαίνουν απ’ το στόμα βγαίνουν μέσα απ’ την καρδιά» η οποία στη γλώσσα της Βίβλου είναι ο μεταφορικός πυρήνας της ύπαρξής μας, ο χώρος όπου διαμορφώνονται οι πόθοι και τα συναισθήματα, όχι το βιολογικό όργανο της κυκλοφορίας του αίματος, και συνεχίζει εξηγώντας «κι εκείνα είναι που μολύνουν τον άνθρωπο. Γιατί μέσα απ’ την καρδιά βγαίνουν οι πονηροί συλλογισμοί, οι πράξεις του φόνου, της μοιχείας, της πορνείας, της κλοπής, της ψευδομαρτυρίας, της βλασφημίας».

Το ψέμα συνδέεται με τον θάνατο στη μεταφυσική της Βιβλικής διδασκαλίας, όμως η ζωή με τί να συνδέεται άραγε; Στο Κατά Ιωάννη 14:6 λέγει ο Ιησούς στους Μαθητές: «ἐγώ εἰμι ἡ ὁδὸς καὶ ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωή». Αποδίδω: «εγώ είμαι η οδός και η αλήθεια και η ζωή». Το φύλαγα αυτό το εδάφιο γι’ αργότερα, γιατί δεν χωράει πολλή αμφιβολία πως μ’ αυτό ο ίδιος ο Χριστός εξαντλεί το θέμα. Προσέξτε ότι η αλήθεια συνδέεται με τη ζωή και την οδό προς τη Βασιλεία των Ουρανών, προς τον Πατέρα λέει συγκεκριμένα ο Ιησούς, και μάλιστα, όπως νωρίτερα είδαμε να γράφει ο Παύλος, με την αιώνια ζωή μέσα απ’ τον Ιησού Χριστό. Γιατί το είπε αυτό ο Παύλος; Διότι ο ίδιος ο Ιησούς είπε στο Κατά Ματθαίο, 22:32: «ἐγώ εἰμι ὁ Θεὸς Ἀβραὰμ καὶ ὁ Θεὸς Ἰσαὰκ καὶ ὁ Θεὸς Ἰακώβ; οὐκ ἔστιν ὁ Θεὸς Θεὸς νεκρῶν, ἀλλὰ ζώντων», κι αποδίδω: «εγώ είμαι ο Θεός του Αβραάμ, και ο Θεός του Ισαάκ, και ο Θεός του Ιακώβ. Ο Θεός δεν είναι Θεός των νεκρών, αλλά των ζώντων». Στέλιο, θα με ρωτήσετε, ζουν αυτοί οι τρεις: ο Αβραάμ, ο Ισαάκ, κι ο Ιακώβ; Όχι, έχουν κι αυτοί πεθάνει, και για τη χριστιανική διδασκαλία θα περιμένουν κεκοιμημένοι μέχρι την ανάστασή τους και την κρίση τους, αλλά εν Χριστώ λογίζονται ήδη με τους ζωντανούς, γιατί τους λογίζει μετά των δικαίων ο Κριτής, δηλαδή ο Ιησούς. Κάπως άραγε να συνδέεται αυτή η αιώνια ζωή με την έννοια της αλήθειας; Ναι. Θα θυμάστε πως αλήθεια είναι η αρετή ενός πράγματος να μην λησμονείται, να μην χάνεται στη λήθη, κι όταν έναν άνθρωπο τον θυμάται ο προαιώνιος Θεός, όταν έναν άνθρωπο τον λογίζει ήδη μέσα στους ζωντανούς ο Κριτής του, τότε αυτός έχει ήδη την αιώνια ζωή εν Χριστώ. Το βρίσκουμε γραμμένο κάπου αυτό, πως ο Κύριος γνωρίζει από πριν κάτι τέτοιο; Ναι. Διαβάζουμε στον Ησαΐα, 46:9-10: «ὅτι ἐγώ εἰμι ὁ Θεός, καὶ οὐκ ἔστιν ἔτι πλὴν ἐμοῦ ἀναγγέλλων πρότερον τὰ ἔσχατα πρὶν αὐτὰ γενέσθαι, καὶ ἅμα συνετελέσθη», κι αποδίδω: «γιατί εγώ είμαι ο αληθινός Θεός, και δεν υπάρχει κανείς πέραν από μένα να προαναγγέλλει απ’ την αρχή όσα θα συμβούν τελευταία, πριν ακόμα αυτά γίνουν, και να που ήδη συντελούνται όσα είπα».

Προσέξτε ακόμα πως το ψέμα κινείται συστηματικά γύρω απ’ το δίπολο «γνώση του καλού ↔ γνώση του κακού», και συνδυάστε το με το ακόλουθο χωρίο απ’ την επιστολή του Ιακώβου, 4:17: «εἰδότι οὖν καλὸν ποιεῖν καὶ μὴ ποιοῦντι, ἁμαρτία αὐτῷ ἐστιν», κι αποδίδω: «για κείνον που ξέρει να κάνει το καλό και δεν το κάνει, τούτο είναι γι’ αυτόν τον ίδιο αμαρτία». Δηλαδή αμαρτία, που όπως είδαμε έχει γι’ ανταμοιβή της τον θάνατο, είναι και η παράλειψη του να κάνει κάποιος το καλό, δηλαδή η παραβίαση του Νόμου συντελείται καί δια της παραλείψεως ακόμη, κάτι που εμφανίζεται καί στις αρχές Δικαίου του σύγχρονου αστικού μας κόσμου. Για να το συσχετίσω αυτό με το θέμα του κειμένου μου, που ήταν προ κάποιων παραγράφων τα fake news, για την Βίβλο η ενεργή κατασκευή ενός ψέματος, η ψευδής μαρτυρία, και η εξαπάτηση μέσω της πλάνης είναι βδέλυγμα στα μάτια του Θεού κι αμαρτία, αλλ’ αμαρτία είναι καί το να γνωρίζω πως υπάρχει εκεί έξω ένα ψέμα και να αποφεύγω να το καταρρίψω, να του επιτρέπω χώρο να ριζώσει, πολλώ δε μάλλον αμαρτία είναι να επιτρέπω και να συμβάλλω με τις δυνάμεις μου στη διάδοσή του, ας πούμε συνεργαζόμενος με κείνους που το διαδίδουν, ενώ με πράξεις μου θα μπορούσα να το αποτρέψω, γιατί ενώ γνώριζα το σωστό δεν το έπραξα. Όπως εξετάσαμε και νωρίτερα, τα fake news είναι κατασκευασμένες πλάνες από πρόσωπα που γνωρίζουν πως συνθέτουν ψέματα την ώρα που το κάνουν, κι επιλέγουν να εξακολουθήσουν να το κάνουν, υπακούοντας στη δική τους αυτόβουλη επιλογή, κι ενώ γνωρίζουν το καλό και είναι σε θέση να διακρίνουν το αληθές, επιχειρούν συνειδητά να διαστρέψουν τις αντιλήψεις μας για την αλήθεια αλλά και την δυνατότητά μας να επεξεργαζόμαστε τα δεδομένα της κι έτσι να φτάνουμε σ’ εσφαλμένες κρίσεις γι’ αυτά.

Έχω μερικές δεκάδες χωρία ακόμα πρόχειρα που σκόπευα να τα βάλω μέσα στο κείμενό μου, όμως κάπως η πληκτρολόγηση απέκτησε δική της βούληση κι αποκάλυψα νωρίτερα τα όπλα μου απ’ όσο σκόπευα. Νωρίτερα, όταν λέω, βλέπω τώρα πως ξεπέρασα τις πέντε χιλιάδες λέξεις. Θα κλείσω, λοιπόν, με το αγαπημένο μου χωρίο, απ’ το Κατά Ιωάννη, 8:44: «ὑμεῖς ἐκ τοῦ πατρὸς τοῦ διαβόλου ἐστέ, καὶ τὰς ἐπιθυμίας τοῦ πατρὸς ὑμῶν θέλετε ποιεῖν. ἐκεῖνος ἀνθρωποκτόνος ἦν ἀπ᾿ ἀρχῆς καὶ ἐν τῇ ἀληθείᾳ οὐχ ἕστηκεν, ὅτι οὐκ ἔστιν ἀλήθεια ἐν αὐτῷ· ὅταν λαλῇ τὸ ψεῦδος, ἐκ τῶν ἰδίων λαλεῖ, ὅτι ψεύστης ἐστὶ καὶ ὁ πατὴρ αὐτοῦ», κι αποδίδω: «εσείς έχετε πατέρα σας τον Διάβολο, και θέλετε να εκτελείτε τις επιθυμίες του πατέρα σας. Εκείνος ήταν ανθρωποκτόνος απ’ την αρχή και δεν στάθηκε ποτέ του μέσα στην αλήθεια, γιατί δεν υπάρχει αλήθεια μέσα του, κι όταν λέγει το ψέμα, είναι δικό του δημιούργημα το ψέμα, γιατί είναι ψεύτης και ο πατέρας του ψέματος». Εάν απορούσατε τίνος παιδιά είναι οι ψεύτες και οι λαοπλάνοι, αυτό το χωρίο σας δίνει την απάντηση, και τους συνδέει με την ανθρωποκτονία—ίσως τώρα να φωτίζεται καλύτερα γιατί μιλάμε για character assassination.

Tags: