Pin It

Γράφει ο Στέλιος Ιατρού.
Έχει γίνει χαμός σχετικά με την υπόθεση της κοριτσοπαρέας με τα Silly Walks* στη Νέα Φιλαδέλφεια, αλλά ο χαμός έγινε εκεί που συνήθως γίνεται, δηλαδή στη σφαίρα των σόσιαλ μίντια, όπου νομίζουμε πως κάτι κάνουμε και κάτι λέμε. Εάν αποκαλέσω «παιδιά» τα κορίτσια που έστησαν το happening, τότε θα ’χω επιλέξει να τους αφαιρέσω ευθύνη απ’ την επιλογή που έκαναν, και δεν θα το ’θελαν μήτε τα ίδια. Εάν δεν τα πω «παιδιά», τότε θα έχω υπονοήσει πως τα αντιμετωπίζω ως ενήλικες, που κι αυτό δεν περιγράφει την πραγματικότητα, γιατί είναι μάλλον μετέφηβες.

Στο σημείο αυτό θα θυμηθώ τους μηχανισμούς υπέρβασης του χρονοβόρου, φορμαλιστικού ψευδοδιλήμματος που διαθέτω, και θα περάσω στο τί είδαν τα δικά μου μάτια, ξεπερνώντας τους περιορισμούς όσων λέχθηκαν ήδη και που μιλούν για τις αντιλήψεις των άλλων.

Ο φιλελευθερισμός μέσα μου βρίσκει αφορμή να πεταχτεί και να μου υπενθυμίσει ότι ο διάλογος που λαμβάνει χώρα με τις δημόσιες χειρονομίες συμβολικού χαρακτήρα υπονοεί και βασίζεται ακριβώς πάνω στην παραδοχή πως υπάρχει ένα ακροατήριο που παρακολουθεί και θ’ αποκωδικοποιήσει το περιεχόμενο των χειρονομιών, και στη συνέχεια θα λάβει θέση απέναντί τους — συνηθέστερα επιβεβαιώνοντας, ενισχύοντας, και διαιωνίζοντας τις υπάρχουσες δομές εξουσίας αρχόντων και αρχομένων, ακόμα κι όταν μια χειρονομία προβάλλει κοινωνικοανθρωπολογικά ως εξαίρεση ή ως αντιδομή, ειδικά μάλλον τότε. Αντιδομή λέμε μιαν αποκλίνουσα συμπεριφορά που έχει προβλεφθεί από το ίδιο το σύστημα προκειμένου να εκτονώνει την πίεση, λογουχάρη το μασκάρεμα κι ο βακχικός εορτασμός του καρναβαλιού είναι μια αντιδομή που μας βγάζει απ’ τις συμβάσεις και τις δομές της καθημερινότητας, αλλά συμβαίνει μέσα σε χρονικά και συμπεριφορικά όρια — σε συγκεκριμένες μέρες, με συγκεκρικιμένους τρόπους, κλπ. — ενώ εξαίρεση είναι μια παρέκκλιση απ’ τον κανόνα, που όμως κι αυτή ισχύει, είτε που προβλέφθηκε είτε χωρίς να έχει προβλεφθεί.

Η χειρονομία των νεαρών αυτών προσώπων θα μπορούσε να ήταν αντιπολεμικό statement, εάν τα πρόσωπα αυτά γνώριζαν και συνέδεαν την πράξη τους με κάποιο ιστορικό πίσω απ’ αυτό που μιμήθηκαν. Συσπείρωσε, όμως, προβοκατόρικα και γι’ αυτό πετυχημένα με κυνικούς όρους μάρκετινγκ τις δύο συναισθηματικές κοινότητες που συγκροτήθηκαν αυθόρμητα, η μία γύρω απ’ την αποδοκιμασία της χειρονομίας, διαβλέποντας χαβαλέ και ασέβεια, και η άλλη γύρω απ’ την υπεράσπιση ή την επιδοκιμασία της, διαβλέποντας αντιπολεμική κριτική, εκεί που και οι ίδιοι οι πρωταγωνιστές του περιστατικού δεν είμαι βέβαιος πως είχαν την πρόθεση για κάτι τέτοιο, τώρα που διάβασα την δήλωση τους στην Εφημερίδα των Συντακτών — σ’ αυτήν λένε πως ακολουθούν το παράδειγμα όσων τους δίδαξαν οι Monty Python (στο εξής ΜΡ), αλλά δεν φαίνεται να έψαξαν σε τί αναφερόταν το σκετς των John Cleese και Michael Palin.

Οι μαθητικές παρελάσεις με σημαιοφορία και στρατιωτικό βηματισμό αποτελούν μια ενότητα που σηκώνει από μόνη της εκτενή πραγμάτευση, όπως πολλές δημόσιες εκδηλώσεις συμβολικού χαρακτήρα στον μεταβαλλόμενο κόσμο μας σηκώνουν τέτοια επαναπροσέγγιση, και κάποιος κοινωνικός ανθρωπολόγος θα μιλούσε εύστοχα και για «επιβίωμα», αλλά εδώ θα θέσω μονάχα πως έχουν συνδεθεί στο παρελθόν με την κρατικής έμπνευσης απόπειρα τόνωσης του εθνικού φρονήματος μεταξύ των μαθητών, στόχος που μάλλον δεν εξυπηρετείται εξίσου πετυχημένα στις μέρες μας, όμως τούτο συνιστά αντικείμενο για άλλο άρθρο.

Η συναίσθηση του εθνικού φρονήματος εκδηλώνεται στην κοινωνία του έθνους-κράτους με κάμποσους τρόπους μέσα στο αστικό τοπίο και στις δημόσιες, αστικές λειτουργίες του, και είναι αναμενόμενη η αρνητική αντίδραση από μέρος της κοινής γνώμης, όταν δομικά υλικά αυτής της εκδήλωσης του φρονήματος, λογουχάρη οι παρελάσεις, παραμερίζονται από μια μερίδα της κοινότητας που επιδεικνύει μιαν ανταγωνιστική προς τη νόρμα ταυτότητα.

Βιάζομαι ίσως να βάλω τη λέξη «ταυτότητα» μέσα στην κουβέντα, όμως οι συντονισμένες, συλλογικές συμπεριφορές που επέχουν τη θέση δημόσιας χειρονομίας συμβολικού χαρακτήρα γεννούν και υπηρετούν ταυτότητες, έστω και εφήμερης ισχύος και παρουσίας. Οι συναισθηματικές κοινότητες, άλλωστε, μπορεί να συγκροτηθούν είτε για να διαιωνιστούν στο διηνεκές είτε για να διαλυθούν μετά από λίγο αυθορμήτως. Ας πούμε, όταν ένα ολόκληρο γήπεδο στασιάζει απέναντι σε μιαν απόφαση του διαιτητή, συγκροτείται τότε αυθορμήτως μια συναισθηματική κοινότητα ολίγων ωρών γύρω απ’ το συναίσθημα της αγανάκτησης, που κάπου εκεί στο βράδυ της Δευτέρας έχει διαλυθεί, όταν έχει ξεχαστεί πια η αφορμή που γέννησε το συναίσθημα με την εκδήλωση του οποίου συγκροτήθηκε η συναισθηματική κοινότητα.

Στην περίπτωση της παρέας με το Silly Walk βρισκόμαστε μπροστά στο φαινόμενο της οικοδόμησης ταυτοτήτων σε μια κοινωνία, και τμήματα των συγκεκριμένων ταυτοτήτων μπορεί να είναι η ηλικιακή απόσταση μεταξύ των νέων και των πρεσβύτερων, το αξιακό σύστημα της καθεμιάς κοινότητας, οι εμπειρίες που έχει μαζέψει εκάτερη και οι ιστορικές της παραστάσεις, οι συλλογικές αξιολογήσεις των εμπειριών που καθεμιά τους έχει κρίνει αποδεκτές και άξιες για διαιώνιση ή κατακριτέες και άξιες για αποθάρρυνση ή τιμωρία, και άλλα παρόμοια, όπως η αντίληψη της καθεμιάς κοινότητας για το ποιές προτεραιότητες υπηρετούν ωφέλιμα την τροφοδότηση της ταυτότητάς της, ποιό προσδοκώμενο όφελος είναι άξιο να το επιδιώξει η κοινότητα με χειρονομίες όπως η συμμόρφωση προς τη νόρμα ή να μην το επιδιώξει απορρίπτοντας άλλες χειρονομίες, κ.ο.κ.

Πίσω απ’ τη συγκρότηση και τη δράση συναισθηματικών κοινοτήτων μέσα σε μια κοινωνία υπάρχει πάντοτε η διεκδίκηση (μέρους) της νομιμοποίησης (legitimacy), που σημαίνει πως καθεμιά τους διακηρύσσει για τον εαυτό της με πράξεις ότι κι αυτή συνιστά γνήσια και αυθεντική έκφραση μιας νόρμας που δικαιούται να υπάρχει και να εκφράζεται δίπλα ή συνηθέστερα πάνω απ’ τις άλλες.

Πρόκειται γι’ ανταγωνιστική συμπεριφορά μεταξύ των συναισθηματικών κοινοτήτων, που συχνά θα προσφύγουν στην άρνηση και την υποτίμηση της ταυτότητας και της συμπεριφοράς της όποιας νοούμενης ως ανταγωνιστικής νόρμας. Με άλλα λόγια, κάθε συναισθηματική κοινότητα που θέλει να διεκδικήσει εμβαδόν μέσα στον δημόσιο χώρο θα βρεθεί σύντομα σε έναν πόλεμο ορίων με τις άλλες που έχουν προηγηθεί και που επιφυλάσσουν για τις ίδιες την αντίληψη πως συνιστούν την γνησιότερη κι αυθεντικότερη έκφραση της κοινωνίας ολόκληρης ή έστω της πλειονοτικής νόρμας. Ο φιλελευθερισμός στον οποίον αναφέρθηκα νωρίτερα μου επιτρέπει να το δω αυτό σαν αψιμαχία για τα όρια των νορμοτυπικών κοινοτήτων και σαν αντιδομή, γιατί η πρωτοβουλία των κοριτσιών αναζήτησε και αξιοποίησε τα συμφραζόμενα της δομής κατεξοχήν νόρμας, την παρέλαση δηλαδή, προκειμένου ν’ αμφισβητήσει το κύρος, τη μορφή, και το περιεχόμενο της τελευταίας. Επειδή είναι αντιδομή, όμως, αντιλαμβάνομαι πως εκκινεί από κι εξαντλείται στην άρνηση της δομής, και δεν έχει να προτείνει κάτι πρωτογενώς παραγωγικό. Γεννά μια ταυτότητα φορμαλιστική κι όχι οντότητας, κι αυτό φάνηκε απ’ το πολλαπλώς ανεπαρκές κείμενο που δημοσίευσαν στην ΕφΣυν.

Τα νεαρά αυτά πρόσωπα του περιστατικού της Νέας Φιλαδέλφειας επέλεξαν να συμπεριφερθούν έτσι, και μάλλον θα υποστούν τιμωρητικές συνέπειες εάν ποτέ εντοπιστούν και κάποιο όργανο της Πολιτείας κρίνει πως παραβιάστηκε κάποιος νόμος, όμως έτσι θα βιώσουν το πολύτιμο μάθημα της προσωπικής ευθύνης για την έμπρακτη εφαρμογή των επιλογών τους, εισαγόμενα επομένως στην εμπειρία του ενήλικου βίου.

Συνάμα, μας παρέχουν την ευκαιρία να συλλογιστούμε όλα τα παραπάνω που βιαστικά αράδιασα πάνω στο ψηφιακό χαρτί μιας δημοσίευσης, και ν' αναρωτηθούμε για τις δικές μας ταυτότητες — και δεν μας βάζω όλους στο ίδιο τσουβάλι, όμως το λέω αυτό διότι οι ταυτότητες είναι ρευστές και σε διαρκή διαμόρφωση: κάθε φορά που παίρνουμε θέση απέναντι σ’ ένα ζήτημα κάτι προστίθεται ή τροποποιείται σ’ αυτές. Είμαστε αυτοί που θέλουμε, που ωφελούμαστε, και αξίζει να είμαστε; Είμαστε, ακόμα, αυτοί που λέμε πως είμαστε όταν διαρρηγνύουμε τα ιμάτιά μας απέναντι σ’ αυτό το περιστατικό, αλλά επιτρέψαμε την παρακμή και πτώση της πατρίδας μας εκχωρώντας εθνική κυριαρχία μέσα απ’ τον μηχανισμό των Μνημονίων; Είμαστε άξιοι να παρελαύνουμε όταν είμαστε δουλικοί στους ισχυρούς και τυραννικοί στους αδυνάμους; Τροφή για μελλοντική σκέψη.

Τέλος, η ενέργειά της παρέας των κοριτσιών μας επιτρέπει να εξετάσουμε τα όρια των προσωπικών και συλλογικών μας αντιδράσεων, τη μορφή και το περιεχόμενό τους, τα όρια της ανοχής μας και την ταχύτητα των αντανακλαστικών μας, τη φύση της συμπεριφοράς μας, και τη θέση μας μέσα στην πραγματικότητα που αδιάλειπτα τροποποιείται και γεννά προκλήσεις. Μας επιτρέπει, ακόμα, να εξετάσουμε στην πράξη το βάθος των μαθημάτων του βίου μας και το κύρος των αξιών που διακηρύσσουμε ότι διέπουν τη δική μας συμπεριφορά. Στον συμβολικό διάλογο των δημόσιων χειρονομιών ρόλο κι ευθύνη έχει καί το ακροατήριο τόσο για την αντίδρασή του απέναντι στα πράγματα όσο και για την ίδια τη θέση που έχει λάβει μέσα στα πράγματα, θέση στην οποία έχει επιλέξει να βρίσκεται ως ακροατήριο που δέχεται αντί να γεννά ενέργειες. Πότε παραδοθήκαμε στον ρόλο του ακροατηρίου; Πότε επιλέξαμε να συμβιβαστούμε στον ρόλο του δέκτη; Πόση ώρα κρατά η δυσαρέσκεια και η ευαρέσκειά μας απέναντι σε μια προβοκάτσια; Τί προτιθέμεθα να κάνουμε γι’ αυτά; Βελτιωθήκαμε καθόλου απ’ την πρόσφατη περιπέτειά μας ή μας άξιζε τελικά η ταπείνωση στα χέρια των υπαλλήλων της Τρόικας και η συνεχής περιφρόνηση του Σόιμπλε, την ίδια στιγμή που τώρα εξεγειρόμαστε θωρώντας πως τα νεαρά αυτα πρόσωπα ταπείνωσαν τα ιερά και τα όσια, αυτά που εμείς δεν διστάσαμε να κουρελιάσουμε για δέκα χρόνια;

Η δική μου στάση απέναντι στο περιστατικό είναι η εξής: βλέπω τι κάνατε, ξέρω γιατί το κάνατε, και δεν θα τσιμπήσω το δόλωμά σας, γιατί κι εσείς δεν έχετε συλλογιστεί βαθύτερα απ’ το να κάνετε απλά μια προκλητική ενέργεια χωρίς θεωρητικό υπόβαθρο.
Αυτό που κάνατε θα το εντάξω στα περιορισμένα του συμφραζόμενα, που εξαντλήθηκαν στη μορφή. Δεν θα ζητήσω να τιμωρηθείτε πειθαρχικά, ώστε να μην καυχηθείτε πως κάνατε κάτι βαρύ και πως το θνήσκον δυσανεκτικό σύστημα δήθεν ταράχτηκε συθέμελα απ’ την πράξη σας, όταν κάνατε κάτι που υπηρετούσε τους εαυτούς σας, και συνάμα, για να μην ριζοσπαστικοποιηθείτε τιμωρούμενες, νομίζοντας πως τιμωρείστε διωκόμενοι για την ταυτότητα σας.

Η ταυτότητά σας δεν είναι ανταγωνιστική προς τη δική μου γιατί δεν ανήκω στην ανασφαλή κοινότητα που εκφράζει κάθε μέρα αποτροπιασμούς απέναντι στο ένα ή το άλλο, σαν εξαρτημένα αντανακλαστικά όπως τα σκυλάκια του Παβλόφ, αλλά ανήκω στην κοινότητα των ώριμων ενηλίκων που έχει συλλέξει γνώση κι εμπειρία, ώστε να μην με θαμπώνουν τα πυροτεχνήματα που παρέχουν προβολή σε σας την ίδια στιγμή που σβήνει απ’ το προσκήνιο το ευγενές περιεχόμενο που τάχα υπηρετήσατε: αυτό λέγεται αθαμβία και διάκριση.

Η πράξη σας δυστυχώς έπεσε στο κενό, γιατί και η πλειονοτική κοινότητα, με την οποία φαντασιακά συγκρουστήκατε, μάλλον δεν διαθέτει βαθύτερη ωριμότητα, βούληση και δεξιότητα για στοχασμό, ή καν στοχαστική επάρκεια, ώστε να συλλογιστεί τί ήταν αυτό που είδε, τί λέει αυτό για την ίδια, πού έκανε λάθος, πού έχει φτάσει, και τόσα άλλα ερωτήματα. Η ρηχότητά σας αντανακλά τη ρηχότητα εκείνων που επιχειρήσατε να χλευάσετε, γιατί νομίσατε πως απλά δεν πιάσαμε το reference στους MP, και πως αν μας το εξηγούσατε, αυτό θ’ άλλαζε κάτι — σαν να ’ταν κάποια τρανή αποκάλυψη.

Μιλήσατε για θεατρική επέμβαση, ίσως να εννοούσατε παρέμβαση, αλλά ΟΚ, τόσα ξέρετε τόσα γράφετε. Το πρόβλημα είναι πως έχει λησμονηθεί ο πυρήνας όσων κάποτε θα ήσαν ανοιχτά για συζήτηση, έστω και με προβοκατόρικο τρόπο, όμως πλέον φαίνεται πως αυτά παρέχονται μόνο για επιφανειακό σαρκασμό και μιντιακό identity building. Έχει λησμονηθεί ο πυρήνας των ταυτοτήτων μας, και ο δημόσιος χώρος που ανοίγεται σε σας για να πείτε το μήνυμά σας εξαντλείται στα ζητήματα μορφής ενός happening. Ενώ καίγεται το σπίτι μας εμείς τραγουδάμε για το σχήμα των καπνών. Σπαταλήσατε την ευκαιρία σας τραγουδώντας.

*Σημείωση: Silly walks ήταν ένα εξαιρετικά σπάνιο φαινόμενο στους μεσοπολεμικούς δρόμους του Λονδίνου. Πραγματικά σπανιότατο, και ήδη ξεχασμένο μέχρι το τέλος του Μεσοπολέμου.

Έπειτα απ’ τον Μεγάλο Πόλεμο, πολλοί βετεράνοι επέστρεφαν με συμπεριφορικές και νευρολογικές διαταραχές, κάτι που τότε λεγόταν μ’ άλλο όνομα, Shell Shock [θα γράψω άρθρο για τη νόσο με τα πολλά ονόματα, σήμερα τη λέμε Post Traumatic Stress Disorder, Διαταραχή Μετατραυματικού Στρες, και στο ερχόμενο DSM-6 θα την λέμε Post Traumatic Stress Injury], και κάποιοι απ’ αυτούς εμφάνιζαν σπασμούς στο βάδισμά τους ή στις κινήσεις τους μεταξύ άλλων νευρολογικών προβλημάτων.
Αργότερα οι MP έβγαλαν ένα εμβληματικό σκετσάκι για το Υπουργείο Αστείων Βαδισμάτων (The Ministry of Silly Walks), όπου πηγαίνει ο Μάικλ Πάλιν στον τμηματάρχη Τζον Κλιζ και του ζητά επιχορήγηση προκειμένου να αναπτύξει και να βελτιώσει το αστείο του βάδισμα.

Το σκετσάκι των ΜΡ δεν ασκούσε αντιπολεμική κριτική, αλλά σάρκαζε την άστοχη δαπάνη κονδυλίων σε απίθανα πράγματα, τυπική ακόμα και σήμερα στη βρετανική γραφειοκρατία. Κάπως πείστηκε — δεν χρειάστηκε δα και πολύς κόπος — το ελληνικό Διαδίκτυο πως το βάδισμα των κοριτσιών της Νέας Φιλαδέλφειας ήταν, λέει, κάποιο αντιπολεμικό statement, όμως ούτε οι ίδιες έκαναν τη σύνδεση στο λυκειακής ρηχότητας γονατογράφημά τους που κυκλοφόρησαν σαν μανιφέστο κατόπιν εορτής, ούτε οι MΡ την έκαναν, και πραγματικά το reference απουσιάζει, γι’ αυτό και λέω πως η ενέργεια δεν υπηρέτησε αυτόν τον ακτιβιστικό, αντιπολεμικό σκοπό.