Pin It

Του Στέλιου Ιατρού*

Ο Κώστας Καραγκούνης είναι βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας. Εντός της ΝΔ ο Καραγκούνης δεν συνιστά πρόσωπο απ’ το «περιθώριο» αλλ’ εκφράζει την mainstream κομματική τάση σκέψης, κι αυτό προκύπτει τουλάχιστον απ’ τον αριθμό των προσκλήσεων στις τηλεοπτικές και ραδιοφωνικές εκπομπές που δέχεται, δηλαδή απ’ το γεγονός ότι φιλοξενείται συχνά σ’ αυτές ακριβώς διότι οι δημοσιογράφοι γνωρίζουν πως αυτό που θα τους πει ο βουλευτής Καραγκούνης *είναι* κι η νόρμα του κόμματος.

Η παράγραφος των λεγομένων τους τις προάλλες (NEWS 24/7 RADIO 88,6 στις 7 Σεπτέμβρη 2018) αριθμεί 89 λέξεις. Απ’ αυτές οι περισσότερες είναι σύνδεσμοι, προθέματα χρόνου κι εγκλίσεων, προθέσεις, άρθρα, αντωνυμίες, ή επαναλήψεις ρημάτων και ουσιαστικών. Για το περιεχόμενο, ας κρατήσουμε τα ρήματα και τα ουσιαστικά. Θα μπορούσε ν’ αποφύγει άνετα την αναφορά στον «δικτάτορα Πινοσέτ στη Χιλή» κι αυτό ουδόλως θ’ άλλαζε το νόημα του ουσιαστικού περιεχομένου των λόγων του.

Ήταν επομένως εσκεμμένη επιλογή πολυτελείας, αφού η αναφορά δεν εξυπηρετούσε κάτι νοηματικά απαραίτητο, κάτι που θα ήταν τέτοιας λογής ωστ’ ενδεχομένως αν ο βουλευτής δεν την έκανε δεν θα μπορούσαμε να κατανοήσουμε όλα τα υπόλοιπα που είπε. Όπως έχει η απάντηση του βουλευτή Καραγκούνη, όμως, η αναφορά θα μπορούσε να λείπει, αλλά δεν έλειψε.

Σ’ έναν close reader κειμένων αυτή η προσθήκη στην απάντηση λέει πολλά, όπως κι η άνεση με την οποία έγινε.

Η επιλογή ήταν εσκεμμένη γιατί υλοποιούσε μια πρόθεση του ομιλητή βουλευτή για συμπαραδήλωση, δηλαδή για να προκαλέσει στον ακροατή του συνειρμούς κοινωνικού, πολιτισμικού, ιδεολογικού, πολιτικού, ιστορικού, ψυχολογικού, κ.ο.κ. χαρακτήρα που μπορεί να μην δηλώνεται φανερά, επιτρέπεται όμως απ’ την διατύπωση να εννοηθεί μ’ ευκρίνεια. Δίνει η αναφορά ένα στίγμα μέσα στον νοηματικό χάρτη των λεγομένων του, ή όπως λένε πολλοί σήμερα θέτει μπροστά απ’ τα λεγόμενά του ένα ιστορικο-πολιτικό πρόσημο, κι αυτή είναι μια ορολογία που τη βρίσκω προβληματική, αλλά την κατανοεί ο σύγχρονός μου αναγνώστης, επειδή είναι διάχυτη παντού μέσα στην αρθρογραφία της εποχής μας.

Η τοποθέτηση που καλείται να κάνει ο ακροατής απέναντι στα πράγματα—στα δομικά δηλαδή στοιχεία της πραγματικότητας γύρω του, όπως την αντιλαμβάνεται με τις αισθήσεις του και την επεξεργάζεται με τους συλλογισμούς του—είναι εάν αυτό που άκουσε απ’ τον βουλευτή του κόμματός του τού μοιάζει εύλογο ως προς το περιεχόμενό του, για το ασφαλιστικό ο λόγος, και στη συνέχεια εάν αποδέχεται τον επιπλέον συσχετισμό που ο βουλευτής έκανε με το ιστορικό πρόσωπο και την δράση του δικτάτορα Πινοσέτ, συνάμα δ’ εάν τον ικανοποιεί ν’ ακούει επαινετικές αναφορές σε δικτάτορες για τις πρωτοβουλίες τους από ’ναν βουλευτή, έναν νομοθέτη ορκισμένο στην δημιουργία, επαύξηση, και προώθηση των ιδεωδών της δημοκρατίας μέσα απ’ την παραγωγή νόμων και το υπόλοιπο κοινοβουλευτικό έργο που ’χει αναλάβει.

Όμως όλο το βάρος δεν πέφτει στους ώμους του βουλευτή για όσα λέγει, κι αυτό μπορεί ν’ ακουστεί ωσάν ελαφρυντικό για την προσωπική του ευθύνη επί των λεγομένων του. Δεν είναι καθόλου έτσι. Η προσωπική του ευθύνη εντοπίζεται όχι μόνο στην επιλογή να τοποθετήσει τον δικτάτορα Πινοσέτ σε καίρια θέση μέσα στα λόγια του, σαν ο Πινοσέτ να ήταν φάρος πολιτικής σκέψης κι εφαρμογής για τον βουλευτή, αλλ’ επεκτείνεται και στην επιλογή του να διατυπώσει ρητώς όσα σκέφτεται με τις φράσεις που το έκανε, ακριβώς γιατί επιλέγει και κάτι άλλο: ν’ απευθυνθεί σ’ ένα συγκεκριμένο ακροατήριο που ο ίδιος προσδοκά πως θα νιώσει ικανοποίηση ακούγοντας τέτοιους σποραδικούς συσχετισμούς ιστορικών προσώπων με πολιτικές που ο ίδιος προτείνει.

Στην εριστική διαλεκτική, που ειν’ η τέχνη του να έχεις πάντα δίκιο ακόμα κι όταν έχεις άδικο, εκεί δηλαδή που ο εκάστοτε ομιλητής δεν αποβλέπει στο να συντάξει ένα δοκίμιο γενικού κύρους που θα στέκεται όρθιο κι αλάνθαστο σε κάθε περίσταση κι εποχή, αλλ’ απλώς να πάρει με το μέρος του το εφήμερο ακροατήριό του, ο ομιλητής δεν λησμονεί πως για να έχει δίκιο αυτό το δίκιο θα πρέπει να του δοθεί από ’να ακροατήριο, κι έτσι ειν’ απαραίτητο να επιλέξει το επιθυμητό του ακροατήριο, εκείνο που κατά την δική του αντίληψη των πραγμάτων θα διάκειται ευμενέστερα απέναντί του.

Πώς δένει αυτό με το θέμα μας;

Έχουμε δύο ενότητες περιεχομένου στην απάντηση Καραγκούνη: η μία ειν’ η ενότητα που αφορά την πολιτική που κατά τον βουλευτή θ’ ακουλουθήσει η κυβέρνηση της ΝΔ στο ασφαλιστικό (ανατροπή Νόμου Κατρούγκαλου, προσωπικός κουμπαράς ασφαλισμένου), κι η άλλη ενότητα ειν’ η αποπειρά του να ενδύσει το περιεχόμενο της πρώτης ενότητας με κύρος, κι έτσι πρώτον αναφέρει πως είναι διεθνής τάση (άρα την επέλεξαν ως λύση κι άλλα κράτη), *και* δεύτερον ήταν πολιτική του δικτάτορα Πινοσέτ, ένα παράδεγμα βγαλμένο απ’ την ιστορία μιας άλλης εποχής της Χιλής, μιας μακρινής χώρας σ’ άλλο ημισφαίριο, για την οποία η γνώση του ακροατηρίου αναμένεται να είναι γενικά ελλιπής και θολή. Πώς το παρελθόν της Χιλής συμβάλλει στο κύρος της ασφαλιστικής πρότασης της ΝΔ; Δεν συμβάλλει. Άρα εξυπηρετεί κάτι άλλο.

Δια του αχρείαστου συσχετισμού των υπολοίπων λεγομένων του με τον δικτάτορα Πινοσέτ, ο δεξιός βουλευτής κλείνει το μάτι στο επιθυμητό ακροατήριό του που αναμένει ν’ ακούσει από κείνον δεξιά πράγματα σε μιαν εποχή πόλωσης απέναντι στην ψευδεπίγραφη κι επιλεκτικώς αριστερή ταυτότητα του ΣΥΡΙΖΑ. Είναι σαν να πετάει ένας ομιλητής ενώπιον ενός θεοσεβούμενου ακροατηρίου ένα «δόξα τω Θεώ και Κυρ’ ελέησον», κι από κει και μετά έχει αυξήσει την εύνοια του κοινού απέναντί του, ενώ τα λεγόμενά του αποκτούν επιπλέον δανεισμένο κύρος, επειδή έχει πλαγίως υποβάλει στο κοινό του το ιδεολογικό του στίγμα.

Δεν υπάρχει με κανέναν ευλόγως εννοούμενο τρόπο σ’ οποιοδήποτε mainstream περιβάλλον πολιτικής σκέψης κανένα περιθώριο μια αναφορά στον αιμοσταγή δικτάτορα Πινοσέτ να μπορέσει να ρίξει θετικό φως στα έργα του και στην ιστορική του παρουσία, κι έτσι να επενδύσει με κύρος κάποιον άλλον ισχυρισμό δια συσχετισμού με τον δικτάτορα. Οι δικτατορίες συνιστούν υπαρξιακή ακύρωση του κράτους των νόμων και βδέλυγμα ενώπιον του προσώπου των δημοκρατιών δυτικού τύπου —κι αυτό είναι βιβλική γλώσσα που χρησιμοποιώ.

Κι όμως ο βουλευτής επέλεξε κάτι τέτοιο, με προσωπική ευθύνη του ιδίου συνάμα με μιαν άλλη προσωπική ευθύνη του επιθυμητού του ακροατηρίου, που ειν’ υπαρκτό, κι όχι μόνο αφρόνως ανέχεται αλλά και καλωσορίζει τέτοιες αναφορές και αναθεωρητικές ερμηνείες της ιστορίας—βλ. λογουχάρη την απίστευτη πρόσφατη αναφορά του Προέδρου Τραμπ για την αντιναζιστική πορεία στην Σάρλοτσβιλ, όπου ο πρόεδρος δήλωσε πως υπάρχουν καλοί και κακοί άνθρωποι σ’ αμφότερες τις πλευρές, δηλαδή καί στους δημοκράτες καί στους νεοναζί.

Η προσωπική ευθύνη τον βαραίνει γιατί επέλεξε απ’ όλα τα πιθανά ακροατήρια εκεί έξω να προσεταιριστεί αυτό το συγκεκριμένο ακροατήριο που βλέπει υπό το φως της συμπάθειας τα έργα και τις ημέρες δικτατόρων, και γιατί επέλεξε ο ίδιος να συσχετίσει τα λεγόμενά του μ’ έναν αρχετυπικό δικτάτορα, προσδοκώντας να ενισχύσει με ιδεολογικό μπετόν τί άραγε; Εάν η πρόταση του κόμματός τους για το ασφαλιστικό στέκει, θα στέκει ανεξαρτήτως συσχετισμών, κι αυτό θα ήταν αντικείμενο διαλόγου με τους ιδεολογικούς αντιπάλους του. Γιατί λοιπόν επιλέγει ν’ αναφερθεί σ’ έναν μισητό δικτάτορα που εξόντωσε τους πολιτικούς του αντιπάλους;

Διότι η απάντηση του βουλευτή στο δημοσιογραφικό ερώτημα δεν εξυπηρετεί μονάχα τις ανάγκες διευκρίνισης του δημοσιογραφικού ερωτήματος, δεν απαντά δηλαδή μονάχα πληροφοριακά σε μιαν απορία του δημοσιογράφου, αλλά κυρίως γίνεται αντιληπτή ως μια ευκαιρία για εκφορά δημόσιου λόγου, και στον δημόσιο λόγο κάθε βήμα που δίνεται εκλαμβάνεται ως ευκαιρία για δηλώσεις και κατεξοχήν για συμπαραδηλώσεις, με τα προσδοκώμενα κέρδη απ’ τις τελευταίες να είναι περισσότερα και μονιμότερα, γιατί κι αν ακόμα κάποια στιγμή λησμονηθεί το ευμετάβολο περιεχόμενο των εφήμερων δηλώσεων, η ψυχική εντύπωση των συμπαραδηλώσεων παραμένει.

Και διότι αυτό το επιτρέπει μια τάση που υπάρχει τα τελευταία χρόνια, ν’ αντιμετωπίζεται η επιστημονικώς κι εμπειρικώς γνωστή πραγματικότητα ως ένα μεταβλητό πεδίο ρευστών αντιλήψεων με σχετικό κύρος, όπου η αλήθεια κι η πλάνη κατέχουν ίσο εμβαδόν κι ίση αξία, ως κάτι δομημένο από κομμάτια για τα οποία υπάρχει δήθεν εύλογο περιθώριο εάν τα παρονοματίσουμε κι αν τα περιγράψουμε με τρόπους αυθαίρετης διατύπωσης, τότε μας επιτρέπεται να ισχυριστούμε τ’ οτιδήποτε χωρίς τούτο να ξενίσει κανέναν ή να επισύρει την κριτική. Το άσπρο να γίνει μαύρο, η μείωση να περιγραφεί ως αύξηση, η αλήθεια ως μη αλήθεια, η πλάνη ως εναλλακτικό γεγονός, ο φονιάς δικτάτορας ως μεταρρυθμιστής κι εφαρμοστής ενός επιτυχημένου ασφαλιστικού συστήματος, και τόσα άλλα. Η τάση αυτή εμφανίζεται κατεξοχήν στις ΗΠΑ του Τραμπ, όπου ο ρυθμός διατύπωσης πλανών είναι καταιγιστικός εκ μέρους του προέδρου και του προσωπικού του Λευκού Οίκου, κι αυτό δεν συμβαίνει μονάχα γιατί ο Τραμπ δεν έχει μια σταθερή επαφή με την πραγματικότητα, αλλά κυρίως γιατί έχει την πεποίθηση πως μπορεί να διαμορφώσει την πραγματικότητα και την αντίληψη των άλλων για την πραγματικότητα αρκεί να την περιγράψει με δικούς του όρους. Η εξουσία του νέου λαϊκισμού αξιώνει να επεκταθεί καί στην διεκδίκηση της αυθεντίας επί της πραγματικότητας και επί του τί θεωρούμε εμπειρικώς ως αντιληπτή αλήθεια. Για το πώς λειτουργεί κι επικρατεί η διαχείριση της πλάνης στον δημόσιο λόγο μέσα στο πλαίσιο της ρητορικής άρνησης ή στρέλβωσης της πραγματικότητας, παραθέτω εδώ τον υπερσύνδεσμο στην δεκαεξασέλιδη έκθεση της RAND Corporation, που εξέτασε τον μηχανισμό προπαγάνδας της Ρωσίας στις αμερικανικές εκλογές του 2016.

Νομίζω ότι είναι ωφέλιμο να προειδοποιήσει κανείς πως ειν’ επικίνδυνο το ρητορικό φλερτ με την ιστορική εμπειρία των στρατιωτικών δικτατοριών της Λατινικής Αμερικής μονάχα ως αντίμετρο στο ασύνετο ρητορικό φλερτ του ΣΥΡΙΖΑ του προμνημονιακού παρελθόντος με λαϊκιστικά καθεστώτα αμφίβολης αριστερής ταυτότητας του ίδιου ημισφαιρίου.

Tags: