Pin It

Του Στέλιου Ιατρού.

“Festum” ήταν στα επάρατα λατινικά η εορτή και “dies festivalis” ήταν η εορτάσιμη ημέρα. Απ’ το επίθετο “festivalis” προέκυψε στο τέλος του μεσαίωνα το ουσιαστικό “festival” που σήμαινε τον εορτασμό, την εορτή, και το πανηγύρι μιας κοινότητας που εόρταζε έναν τοπικό άγιο.

Στην δυτική χριστιανική παράδοση, που διαμορφώθηκε κατεξοχήν απ’ την ρωμαιοκαθολική, η σωτηρία της ψυχής ερχόταν όχι δια της Θείας Χάριτος, αλλά μέσα απ’ τα έργα του πιστού—κάτι που προσκρούει ξεκάθαρα στις Γραφές, αλλά αυτό είναι μια άλλη συζήτηση—κι ένα απ’ τ’ απαραίτητα χριστιανικά έργα ήταν τα προσκυνήματα σε ιερούς τόπους, δηλαδή σε τόπους θαυμάτων και οραμάτων, τόπους λειψάνων και μαρτυρίων, και στους Αγίους Τόπους.

Συνάμα, στις ευρωπαϊκές, προβιομηχανικές, παραδοσιακές κοινωνίες, όπως τις  λέμε, τα πανηγύρια ήσαν μια ευκαιρία για ενίσχυση του αισθήματος κοινότητας των ανθρώπων της υπαίθρου αλλά και σύσφιξης των σχέσεών τους με τους χωριανούς απ’ τις άλλες κοντινές κοινότητες ή μ’ όσους επισκέπτονταν για εμπορικούς ή προσκυνηματικούς σκοπούς τον τόπο εκείνο.

Πανηγύρια έχουμε καί στις μεσαιωνικές πόλεις αλλά καί σε μοναστήρια με κάποια φήμη. Eδώ στην Ελλάδα έχουμε παράδοση στα πανηγύρια, ας πούμε τα Δημήτρια της βυζαντινής Θεσσαλονίκης, για τα οποία μας παρέχει πληροφορίες ο «Τιμαρίων», έργο του 12ου αιώνα.

Όμως δεν τα λέμε «φεστιβάλ»· τα λέμε «πανηγύρια», που ετυμολογείται απ’ το «πας» + «άγυρις» εκ του ρήματος «αγείρω» που σημαίνει «συναθροίζω τον λαό»
κι είναι ομόρριζο της «αγοράς», σήμαινε δε την αγορά στην αιολική διάλεκτο. Κατά τη σύνθεση της λέξης, το α- εκτείνεται σε η- κι έτσι «πανήγυρις» ειν’ η συνάθροιση του λαού προς λατρεία κάποιου θεού ή τοπικού ήρωα.

Τόσο στην αρχαιότητα όσο και στον μεσαίωνα, στα πανηγύρια είχαμε μουσικές και χορούς, είχαμε απαγγελίες, είχαμε προφορική μετάδοση αφηγήσεων και παραμυθιών, γεύματα κι πραμάτεια αγαθών και προϊόντων. Και φυσικά είχαμε λιτανείες, πρωινές και βραδυνές ακολουθίες, λειτουργίες κι αγιασμούς, ώστε ο επίγειος κι ο επουράνιος κόσμος να συναντώνται μεσ’ απ’ την εμπειρία του πανηγυριού. Στις παραδοσιακές κοινωνίες τα συλλογικά κοινοτικά δρώμενα κι οι τέχνες του προφορικού λόγου—δημώδεις, λόγιες, κι εκκλησιαστικές, αφού ελάχιστοι πιστοί γνώριζαν ανάγνωση κι έτσι εξαρτώνταν απ’ τον ψαλμό και το κήρυγμα για την πρόσβαση στα νοήματα του ούτως ή άλλως μυστηριακού δόγματος—εξυπηρετούσαν τη μετάδοση αποδεκτών αντιλήψεων, εγκεκριμένων αξιών, φιλτραρισμένων πληροφοριών, και τη διαμόρφωση δομημένων ταυτοτήτων μέσα στην κοινότητα που κατεξοχήν ενίσχυαν την κρατούσα νόρμα, την κυρίαρχη υπερβατική και ηθική ορθοδοξία της κοινότητας.

Έπειτα ήρθε ο Μοντερνισμός, που ’ταν μια σαρωτική νέα φάση του δυτικού πολιτισμού. Σ’ αυτήν κυριάρχησε ο καπιταλισμός στην παραγωγή και στην χρηματική οικονομία, η σύνθετη μηχανολογική τεχνολογία στην βιομηχανία, ο Διαφωτισμός και τα πνευματικά τέκνα του στην φιλοσοφία, την επιστήμη, και την υψηλή διανόηση, η γραφή και το έντυπο έναντι της προφορικής αφήγησης, η αμφισβήτηση στις κατεστημένες ερμηνείες, η ερευνητική ερώτηση στον φυσικό στοχασμό, η λογική, η εμπειρία, και το επαληθεύσιμο τεκμήριο έναντι του μύθου, της δοξασίας, και της παροιμίας, οι ακαδημίες και τα εκπαιδευτικά ιδρύματα έναντι της σοφίας των γερόντων του χωριού, τα μουσεία κι οι διεθνείς εκθέσεις έναντι των τσίρκων και των πανηγυριών, κ.ά.

Στον Μοντερνισμό ανήκει καί η Πρόοδος, η εξελικτική δηλαδή αντίληψη πως η ιστορία κι η κοινωνία του Ανθρώπου οδηγούνται προοδευτικά, βαθμιδωτά δηλαδή, απ’ τη μία φάση τους στην άλλη έως ότου φτάσουν σε κάποιαν τελική έκβαση, που για τον Μαρξισμό είναι συγκεκριμένη. Αυτή η προσέγγιση αντιλαμβάνεται τον κόσμο διαφορετικά, ως ένα σύνολο υπό διαρκή διαμόρφωση, ανατρέποντας την στατική κοσμοθεώρηση που επιχωριάζει στις αντιλήψεις της Παράδοσης, η οποία αντιδρά σ’ οτιδήποτε θα διατάρασσε τις κατεστημένες δομές της. Στην Παράδοση το σύμπαν είναι στατικό κι οργανωμένο, όπως το δημιούργησε ο Θεός στο βιβλίο της Γενέσεως σε έξι ημέρες. Όλα έχουν τη σταθερή κι αμετάβλητη, εκ Θεού προσδιορισμένη θέση τους, γι’ αυτό λογουχάρη κι οι βασιλοκτόνες επαναστάσεις καταδικάζονταν απ’ την Εκκλησία ως στασιαστικές πράξεις έναντι της ίδιας της βούλησης του Θεού που είχε χρίσει βασιλείς με το ίδιου Του το χέρι, καθρεφτίσματα της αρχέγονης εωσφορικής στάσης απέναντι στον Ύψιστο.

Έτσι τα δίπολα είναι Μοντερνισμός vs. Παράδοση, Πρόοδος vs. Αντίδραση, Εξέλιξη vs. Στατικότητα.

Τα Φεστιβάλ της ΚΝΕ ειν’ από κείνα τα παράδοξα των Κομμουνιστικών Κομμάτων που ενώ διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους υποστηρίζοντας πως είναι προοδευτικά, επιλέγουν όμως να εκφράζονται μεσ’ από μια σειρά εκδηλώσεων και συμπεριφορών που ’χουν πεισμόνως αμετάβλητο χαρακτήρα μέσα σ’ έναν κόσμο που κατά τ’ άλλα εξελίσσεται, τόσο ώστε ο Κομμουνισμός να εμφανίζει τα διακριτικά γνωρίσματα της Παράδοσης, που συντηρητικά επιδιώκει την αδιατάρακτη αυτοαναπαραγωγή της.

Ο συντηρητισμός του Κόμματος στην ερμηνεία των ιερών του γραφών, των γραπτών δηλαδή των ιδρυτικών του φιλοσόφων, όχι μονάχα μοιάζει ν’ ακυρώνει τους ισχυρισμούς για τον προοδευτικό χαρακτήρα του, αλλά γέννησε ιστορικά σχίσματα εντός των κόλπων του, όταν πια δεν γινόταν όλες οι φωνές ν’ αποστομωθούν, με ρίψη αναθεμάτων κι ανοιχτή δίωξη έναντι όσων αιρετικών υποστήριξαν οτιδήποτε πέραν της αυστηρής ορθοδοξίας του Πολίτμπιρο (Политбюро).

Ασφαλώς τα θρησκεύματα και τα ιερατεία τους εντάσσονται ανεξαιρέτως στους στυλοβάτες θεσμούς της Παράδοσης. Κάτι παρόμοιο φαίνεται να ισχύει και για πολιτικές ιδεολογίες που βλέπουν το ενδεχόμενο της εξέλιξης των αντιλήψεών τους ωσάν εικονοκλαστική ανωμαλία και γι’ αυτό απευκτέα αλλοίωση των δογμάτων τους.

Επανερχόμενος στα φεστιβάλ της ΚΝΕ που αναλλοίωτα διατηρούν δεκαετίες τώρα τον ίδιο χαρακτήρα και τις ίδιες αυστηρές δομές οργάνωσης και υλοποίησης του προγράμματός τους, δεν θα ’ταν άστοχο να παρατηρήσει κανείς πως η προσήλωση στην ιερότητα της δομικής ευταξίας τους συνιστά τυπική έκφραση των θεσμών του κόσμου της Παράδοσης, ενώ αντιθέτως η αυθόρμητη προσαρμογή σε διαρκώς διαμορφούμενες συνθήκες αποτελεί θεμελιώδες διακριτικό του Μοντερνισμού που αμφιβάλλει συνεχώς για τον εαυτό του και τον επανεφευρίσκει με κάθε αφορμή, μην ανησυχώντας όταν συλλογίζεται για την ταυτότητά του μεσ’ απ' την μεταβολή και την εξέλιξη.

Η παραδοσιακή επαναληπτικότητα των μουσικών, των τραγουδιών, των απαγγελιών που ακούγονται στα Φεστιβάλ της ΚΝΕ—που όπως είπα νωρίτερα, βρίσκουν αντίστοιχο ελληνικό όρο στα «πανηγύρια»—όπως και η ιδεολογικά ορθόδοξη ρητορική κι επιλεγμένη θεματολογία των ομιλιών που εκφωνούνται ενώπιον του ακροατηρίου δεν θυμίζουν απλώς αλλά εσκεμμένα βαδίζουν και κεφαλαιοποιούν πάνω στο οπλοστάσιο των δημόσιων χειρονομιών συμβολικού χαρακτήρα που έχουν αναπτυχθεί απ’ την Χριστιανοσύνη, που όπως είδαμε εκφραζόταν μέσα από συλλογικές εκδηλώσεις όπως τα πανηγύρια.

Μάλιστα, ειδικά η από εξέδρας εκφώνηση της ομιλίας απ’ τον Γενικό Γραμματέα του Κόμματος ή τον επιχώριο τοπάρχη του, με την οποία κορυφώνεται το φεστιβάλ, στέκεται ως το αντίστοιχο του από καθέδρας επισκοπικού κηρύγματος ή του από άμβωνος κατηχητικού λόγου του πρεσβύτερου, που εδώ τον λέμε «οδηγητή» ή «ινστρούχτορα». Οι ενθουσιώδεις αλλά πολύ οργανωμένες ιαχές επιδοκιμασίας που επαναλαμβάνουν ρυθμικά συγκεκριμένα τσιτάτα της ομιλίας που μόλις ακούστηκαν θυμίζουν τον διάλογο ψαλτών και πρεσβύτερου στα εκκλησιαστικά δρώμενα, κι ακόμα και η τριπλή τους επανάληψη ακολουθεί τον “κανόνα των τριών” στις προφορικές τέχνες της Παράδοσης και στα δρώμενα της ιερουργίας. Ενθουσιώδεις, όχι γιατί προκύπτει ψυχοπνευματική επαφή του ατόμου με το θείο, αλλά γιατί το άτομο επιλέγει ν’ απορρίψει τον ατομικό εαυτό του ώστε να ενταχτεί στην κομματική συλλογικότητα, δηλαδή το άτομο εξίσταται απ’ την προσωπική του ταυτότητα προκειμένου να γίνει ομοούσιο και αδιαίρετο μέλος της ιερής συλλογικότητας, που δεν τολμούμε να την πούμε Εκκλησία αλλά Κόμμα. Έξω απ’ το Κόμμα δεν νοείται ταυτότητα, δεν νοείται αναγνώριση της αυτοτέλειας του προσώπου.

Όποια Κυριακή κι αν βρεθεί κανείς σε μιαν εκκλησία θ’ ακούσει και θα βιώσει χωρίς έκπληξη μια σειρά από δρώμενα που εκτυλίσσονται μπροστά από ’να τέμπλο με τρεις θύρες, όσες και οι θύρες στη σκηνή ενός αρχαίου θεάτρου. Αυτά τα δρώμενα είναι πάντοτε τα ίδια, κι αυτή η επαναληπτικότητα γεννά, τρέφει, κι ενισχύει την αίσθηση ασφάλειας για το άχρονο, στατικό σύμπαν υπό τον Κύριο. Στο Φεστιβάλ της ΚΝΕ θ’ ακούσεις κάθε χρόνο τα «τροπάρια» της Φαραντούρη και τις Πράξεις των Κομμουνιστικών Αποστόλων, των ιστορικών φυσιογνωμιών του Κόμματος, μέσα απ’ τις ίδιες προφορικές αφηγήσεις για τους διαχρονικούς αγώνες του κινήματος, που είναι τόσο διαχρονικοί ώστε να καθίστανται πλέον άχρονοι, ετεροτοπισμένοι απ’ τα χρονικά τους συμφραζόμενα, μιας και θα μπορούσαν πια να λειτουργήσουν επαρκώς σε κάθε συμφραζόμενα, ιστορικά ή ανιστορικά, με τις αφηγήσεις να εστιάζουν περισσότερο στην σχηματοποιημένη αποτύπωση του καλού που αντιμάχεται το κακό παρά στους τόπους, τους χρόνους, τα γιατί, και τα πώς, όπως αυτά βρήκαν την ιστορική τους έκφραση μέσα από πραγματικά γεγονότα.

Όσες φορές κι αν ακούσεις το αναστάσιμο ευαγγέλιο σε μιαν εκκλησία, ο Χριστός νικά τον θάνατο κι ανασταίνεται κάθε χρόνο, όμως ο θάνατος ειν’ ακόμα μαζί μας, και τούτο γιατί ο Ιησούς τον νικά σ’ ένα υπερβατικό, μη εμπειρικά αισθητό επίπεδο ύπαρξης. Όσες φορές κι αν ακούσεις τις αφηγήσεις της ΚΝΕ απ’ τα μεγάφωνα ή τα στόματα των οδηγητών της, ο λαϊκός αγώνας θα νικήσει στο τέλος τον διάβολο του καπιταλισμού, παρά τις αντιδραστικές λυκοσυμμαχίες των μονοπωλίων, όμως μονάχα έτσι δεν έχουν τα πράγματα, όπως μαρτυρεί η κοινή εμπειρία, κι ο καπιταλισμός εξακολουθεί να κυριαρχεί παρά την κομμουνιστική εσχατολογία που αδιαλείπτως προφητεύει την επικείμενη πτώση του προαιώνιου εχθρού, μονοδρομικά, φαταλιστικά, όπως άλλωστε φαταλιστικά, μεταφυσικά ενατενίζουν και τα θρησκεύματα το αναπόφευκτο τέλος της ανθρώπινης ιστορίας—που κι αυτή δεν λέει να τελειώσει παρά τις προφητείες. Η επιστροφή της ανθρώπινης ιστορίας στις ράγες του μαρξιστικού τρένου της προόδου μοιάζει ν’ ανήκει κι αυτή στη σφαίρα των υπερβατικών δοξασιών και προσδοκιών του Κομμουνισμού, όμως εάν το ισχυριστείς αυτό θα αποβληθείς ως πεπλανημένος κι αποσυνάγωγος, ως προβοκάτορας και πράκτορας αλλοτρίων δυνάμεων.

Στα πανηγύρια της ΚΝΕ που τα λένε Φεστιβάλ τρεμοσβήνει η Πρόοδος κι ενισχύεται η Παράδοση, που γραπώνεται απεγνωσμένα απ’ τις πλασμένες μνήμες ενός εν πολλοίς φαντασιακού αφηγήματος για το εξιδανικευμένο παρελθόν της. Αποκηρύσσεται η δια της προσαρμογής εξέλιξη κι επιβεβαιώνεται αενάως η στατική ερμηνεία ενός αμετάβλητου σύμπαντος με καλοχαραγμένα τα περιγράμματα του καλού και του κακού. Επιφαίνονται στην εξέδρα τα λατρευτικά είδωλα του κομματικού ιερατείου που ρίχνουν βαριές σκιές πάνω στις καλορυθμισμένες διάνοιες του ακροατηρίου που απέθεσε το δικαίωμα στην αμφιβολία και την αμφισβήτηση. Συσφίγγονται όμως οι συνεκτικοί δεσμοί αυτής της φθίνουσας κοινότητας, η οποία αισθάνεται την υπαρξιακή απειλή και χαλυβδώνει την αντίστασή της απέναντι σ’ ορατούς κι αόρατους εχθρούς—όπως συμβαίνει και στα θρησκεύματα—κι αναλαμβάνει ηρωικά την ευθύνη όλου του κόσμου στους ώμους της για την διατήρηση της ιδεολογικής ορθοδοξίας μέσα απ’ την πιστή επανάληψη των εξωτερικών τρόπων, μορφών, και διατυπώσεων, με την προσδοκία και τη βεβαιότητα πως έτσι θα παραμείνει ζωντανό κι αμετάβλητο καί το περιεχόμενό τους.

Αυτό βέβαια μπορεί να είναι και μια πλάνη, όμως εγώ βαδίζω θύραθεν και γι’ αυτό ειμ’ εξ ορισμού πεπλανημένος.

Tags: