Αυτοί είναι οι τρεις στόχοι σε 40 μέρες κι η επανεκκίνηση στη ΔΕΘ

Πυρετός στο κυβερνητικό επιτελείο. 

 

Κάθε άλλο παρά ήσυχες προδιαγράφονται για το Μαξίμου οι μέρες του Αυγούστου, ο οποίος αντιμετωπίζεται ως μήνας – βαρόμετρο για τη συνολική διαμόρφωση του νέου πολίτικου και κοινωνικοοικονομικού τοπίου το φθινόπωρο. Η ώρα της επανεκκίνησης, που προσδοκά το επιτελείο του Κυριάκου Μητσοτάκη και επισήμως θα δοθεί με την άνοδο του Πρωθυπουργού στη ΔΕΘ μετά τις 10 Σεπτεμβρίου, πλησιάζει. Συνεπώς τα χρονικά περιθώρια στενεύουν για την κυβέρνηση που ελπίζει σε ένα όσο το δυνατόν πιο «καθαρό» πεδίο προκειμένου να σηματοδοτήσει οριστικά την αφετηρία μιας νέας – περισσότερο μεταρρυθμιστικής, αμιγώς πολιτικής και λιγότερο διαχειριστικής – φάσης.

Οι επόμενες 40 ημέρες, σύμφωνα με Τα Νέα, κρίνουν τρεις στόχους (μαζί και τη διαχειριστική επάρκεια και τους σχεδιασμούς της κυβέρνησης), οι οποίοι συνδέονται άμεσα με την εξελισσόμενη τριπλή «μάχη»: για τη θωράκιση της ανθεκτικότητας και των αντοχών τόσο της οικονομίας όσο και του δημόσιου συστήματος υγείας και για τη διατήρηση της πολιτικής κυριαρχίας της ΝΔ.

Οι τρεις στόχοι αναμένεται να φέρουν το Μαξίμου ενώπιον νέων αποφάσεων – ίσως και «τολμηρών» κατά την ορολογία του Μητσοτάκη. Είναι δεδομένο ότι με την επικράτηση της μετάλλαξης Δέλτα, το πρωθυπουργικό επιτελείο έχει τεθεί – χωρίς να ήταν στον αρχικό προγραμματισμό του – σε κατάσταση αναπροσαρμογής της στρατηγικής του. Οι ανατροπές σε προτεραιότητες και χρονοδιαγράμματα δεν αποκλείουν (και) πολιτικές αποςτάσεις, όπως ένας πιθανός ανασχηματισμός πριν από το τέλος του έτους – μια εξέλιξη που, παρότι ο Πρωθυπουργός αποφάσισε στις αρχές του καλοκαιριού να μεταθέσει για το 2022, εξακολουθεί να συζητιέται στο γαλάζιο στρατόπεδο. Μέχρι τότε, το Μαξίμου εστιάζει στις αβεβαιότητες του τουρισμού, στον αγώνα δρόμου για την «Ελευθερία» και στο στοίχημα για μακρόπνοες παρεμβάσεις.

Ο τουρισμός

Τι λέει η κυβέρνηση.

Με ένα μείγμα συγκροτημένης αισιοδοξίας και ανησυχίας, αποφεύγοντας πλέον τις εκτιμήσεις και με το βλέμμα πρωτίστως στα έσοδα και λιγότερο στις αφίξεις, το κυβερνητικό επιτελείο μιλάει για τις πιο κρίσιμες τέσσερις εβδομάδες του τουρισμού. Από τη μια επιχειρούνται συγκρίσεις με σημείο αναφοράς το 2019 (των 18,2 δισ. εισπράξεων) και όχι το 2020 (του κορωνοϊού) και από την άλλη η αγωνία τυχόν υγειονομικής ανατροπής τον Αύγουστο και τον Σεπτέμβριο συγκρατεί τα χαμόγελα. Συνεπώς, μαζί με τη βεβαιότητα για ένα καλύτερο από το περσινό καλοκαίρι παραμένει στην καρδιά της σεζόν το πέπλο αβεβαιότητας. «Είμαστε στο 60%-70% του 2019» λένε αρμόδια στελέχη, αναγνωρίζοντας ότι απαιτείται η δυναμική του Αυγούστου και του Σεπτεμβρίου, προκειμένου να ανακτηθεί ως έναν βαθμό το χαμένο για την οικονομία έδαφος του 2020. Η σεζόν εκκίνησε από τον Μάιο, ωστόσο στην κυβέρνηση δεν εναπόθεταν ιδιαίτερες ελπίδες ούτε καν στον Ιούνιο, «μετρώντας» ουσιαστικά το… ελληνικό καλοκαίρι από τον Ιούλιο.

Τι λένε οι φορείς.

Μέχρι και τον Οκτώβριο κοιτάζουν οι παράγοντες της αγοράς, βάζοντας άρα στην εξίσωση και το φθινόπωρο. Είναι καθοριστικής σημασίας, λένε, οι πολιτικές επέκτασης της σεζόν προκειμένου η Ελλάδα να αξιοποιήσει μεταξύ άλλων το άνοιγμα της – μέχρι πρότινος χαμένης – βρετανικής αγοράς και να είναι βάσιμες οι ελπίδες για το 40%-50% του μεριδίου του 2019. Ο μεγαλύτερος προβληματισμός έγκειται στην τυχόν λήψη περαιτέρω αυστηρών μέτρων (απαγορευτικά, καραντίνες, συστάσεις στους ταξιδιώτες) από χώρες – δεξαμενές της ελληνικής αγοράς, όπως η Γερμανία, αλλά και στα πιθανά ελληνικά μίνι λοκντάουν. Περισσότερους εμβολιασμούς, εξαντλητική ιχνηλάτηση. ελέγχους στις πύλες εισόδου και επιτήρηση των μέτρων ζητούν επίμονα οι τουριστικοί φορείς.

Αγώνας δρόμου για την ανοσία

Τι λέει η κυβέρνηση.

Στον συνδυασμό κινήτρων και αντικινήτρων (το γνωστό καρότο και μαστίγιο), στις κινητές μονάδες και στους κατ’ οίκον εμβολιασμούς, παράλληλα με την κινητοποίηση γιατρών, φαρμακοποιών, δημάρχων, βουλευτών και ιεραρχών, στην επιχείρηση πειθούς προς διατακτικούς, αδιάφορους ή φοβισμένους πολίτες (και όχι τους «τσαρλατάνους», κατά τον γραμματέα Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Μάριο Θεμιστοκλέους, αρνητές) ποντάρει η κυβέρνηση για τη βελτίωση της εμβολιαστικής κάλυψης. Τα ραντάρ εστιάζουν στα στατιστικά της «Ελευθερίας», με παρακολούθηση πλέον ανά εβδομάδα των «ποιοτικών» δεδομένων, δηλαδή του εμβολιασμού ειδικών ομάδων, όπως οι νοσηλευτές που εμπίπτουν στην υποχρεωτικότητα μαζί με τους γιατρούς, οι εκπαιδευτικοί, οι ανήλικοι. Με τις πιέσεις ορατές στο σύστημα υγείας, η αγωνία είναι να μη μεταφερθούν αυτές και σε επίπεδο ΜΕΘ. Ο αγώνας δρόμου δίνεται για ένα τείχος ανοσίας στο 70%-75% στο τέλος του καλοκαιριού, στόχο που στην κυβέρνηση εξακολουθούν να θεωρούν εφικτό. Οσο και αν αυτό προϋποθέτει τον αριθμό ημερήσιων εμβολιασμών που υπήρχαν τον Μάιο και τον Ιούνιο – γύρο) στις 100.000 δηλαδή.

Τι λένε οι ειδικοί.

Η ανοσία αργεί πολύ, λένε οι επιστήμονες και ανεβάζουν τον στόχο εμβολιασμού σε 80% (και άνω) λόγω της σαρωτικής Δέλτα. Οι ειδικοί αφενός προειδοποιούν ότι οι ανεμβολίαστοι λειτουργούν ως «εργαστήρια» παραγωγής και νέων μεταλλαξέων (Μαρία Θεοδωρίδου της Εθνικής Επιτροπής Εμβολιασμών), αφετέρου απευθύνουν όλοι έκκληση για «εμβόλιο τώρα, όχι τον Σεπτέμβριο». Ο τρέχων ρυθμός της «Ελευθερίας» δεν ικανοποιεί την επιστημονική κοινότητα, που φοβόταν έτσι ή αλλιώς μια «κοιλιά» εντός Αυγούστου. Η αναβλητικότητα προβληματίζει έντονα και την κυβέρνηση, εξου και οι εντεινόμενες προτροπές για εμβολιασμό όλων πριν από τις διακοπές – έστω με την πρώτη δόση.

Το στοίχημα των μεταρρυθμίσεων

Τι λέει η κυβέρνηση.

Το λέει ο Πρωθυπουργός σε κάθε ευκαιρία και με κάθε τρόπο: δεν κάνουν διακοπές οι μεταρρυθμίσεις, δεν σταματήσαμε ποτέ, μιλάμε με έργα, η κοινωνία είναι ώριμη για αλλαγές. Πίσω από τα «συνθήματα» υπάρχει η προσπάθεια του Μαξίμου να αλλάξει την ατζέντα, να τη μετατοπίσει εκτός διαχείρισης μιας κρίσης που όλο και περισσότερο κουράζει την κοινωνία. Υπάρχει επιπλέον η διαπίστωση ότι τελείωσε η όποια περίοδος χάριτος, που λόγω πανδημίας, σύμφωνα με πολιτικούς παρατηρητές, τράβηξε χρονικά, και έρχεται ένα – πολιτικά – απαιτητικό φθινόπωρο. Η κυβέρνηση θέτει στο επίκεντρο του αφηγήματός της την οικονομία και την καθημερινότητα, αναγνωρίζοντας ότι εκεί θα κριθεί η πολιτική κυριαρχία της. Και αντικρίζει ένα διπλό στοίχημα: την εφαρμογή στην πράξη των μεταρρυθμίσεων και την αναζήτηση του σωστού τάιμινγκ για τις επόμενες παρεμβάσεις με διατήρηση της κοινωνικής συνοχής. Αρα, πέρα από τις ταχύτητες στην ψήφιση «εμβληματικών αλλαγών», η βασική πρόκληση είναι να μη μείνουν στα χαρτιά. Μετά το Εργασιακό και το Νέο Σχολείο, που θα κριθούν στο πεδίο, ανοίγουν το νέο Ασφαλιστικό, το νέο ΕΣΥ, η νέα Αστυνομία.

Τι λέει η αντιπολίτευση.

Κάθε μέρα και μία καινούργια αναμέτρηση που θα βαραίνει το πολιτικό κόστος στο Μαξίμου είναι η αντιπολιτευτική απάντηση. Η Κουμουνδούρου προσπαθεί να καταρρίψει το κυβερνητικό αφήγημα περί «ανάπτυξης για όλους» και με σκληρή ρητορική εκτιμά ότι τελικά κανένα όφελος δεν θα είναι ορατό στους πολίτες άμεσα από τη διακηρυγμένη «μεταρρυθμιστική ορμή» του Μητσοτάκη. Από την αντιπολίτευση – αλλά και την κυβέρνηση – δεν περνούν απαρατήρητα τα σημεία στις μετρήσεις κοινής γνώμης που δείχνουν δυσφορία σε τομείς της κυβερνητικής πολιτικής. Και ενόψει ενός φθινοπώρου με συσσωρευμένη πίεση στην κοινωνία δείχνουν να διευρύνονται τα αντιπολιτευτικά πεδία κριτικής και «αντίστασης».