Διακόσια μπαλώματα

146

Είναι το πολιτικής υφής weaponization της μνήμης και του χρόνου ακύρωση ή έστω υποβιβασμός της ουσίας τους ή, τουναντίον, μέσω αυτού είναι που εκείνη αναδύεται και επαναφωτίζεται παραγωγικά; Αυτό τον δίλημμα συσχέτισης πρέπει να (μην) τριβέλισε το μυαλό των υποστηρικτών, μελών και στελεχών του αρχαιότερου κόμματος της χώρας (όσο και των αριστερίστικων δυνάμεων που αποφάσισαν να σκουράνουν το ευέλικτο τους κόκκινο ώστε να μην παραδοθεί στον Περισσό το σύνολο της λάμψης των αποκαλύψεων) μόλις βρέθηκαν πριν ελάχιστους μήνες από το πουθενά οι φωτογραφίες των 200 εκτελεσθέντων στην Καισαριανή από τις γερμανικές δυνάμεις κατοχής την Πρωτομαγιά του 1944. Οι άνθρωποι που η δράση και το τέλος τους ήταν γνωστά μόνο από τα σκόρπια των αφηγήσεων που χώρεσαν στην ιστοριογραφία, από τους στίχους του Ρίτσου και από το «Τελευταίο Σημείωμα» του Βούλγαρη εμφανίζονταν τώρα με πρόσωπα, μάτια, κινήσεις, από το τυχαίο Amazon ενός Βέλγου συλλέκτη. Και κάπου εκεί, κυρίαρχα από μεριάς του ΚΚΕ ως ισχυρότερου «διεκδικητή», ανοίγει το μεγάλο γαϊτανάκι των ακροβασιών που ξεπερνούν πρόδηλα τα πεδία ενός περιχαρακωμένου πολιτικο-νοητικού χώρου, των αυτονοήτων του και της ιδιαίτερης, συνεπώς, γλώσσας και προβληματικής του. Εμπλέκουν φαινομενικά όλη την κοινωνία και φυσικά ιστορικές διαμορφώσεις και τις θεωρούμενες αποτυπώσεις και άλλων «παππούδων» πέρα από τους 200 που «ζωντάνεψαν» στις γκρίζες φωτογραφίες. Έτσι κλωσώνται και γεννιούνται μερικές ακόμα λογικά χτυπητές αντιφάσεις που απολήγουν και αυτές σε μια ηθικοποιητική σύλληψη και κραυγή των (εκ)φορέων τους.

  • του Βασίλη Τσίκα

Η πρώτη εξ αυτών δε θα μπορούσε να είναι παρά η (προκλητικά επιλεκτική ανά στιγμή) στάθμιση και δοσολογία του ιδεολογικού στοιχείου στο συμβάν και το πως αυτή ερμηνεύεται υστερόχρονα. Η αναφερμένη δηλαδή «μοναδικότητα» του κομμουνιστικού όπως χαράχτηκε στο μαυσωλείο του Lenin από τον διάδοχο του και η σχέση της με το ελπιζόμενο διαχρονικό. Φυσικά η μεγάλη πλειονότητα των ανθρώπων που εκτελέστηκαν ήταν μέλη του τότε κόμματος ή συνδικαλιστές (βλέπε Σουκατζίδης) που συνδέονταν μαζί του, με τους λίγους αδέσποτους, αρχειομαρξιστές και διαγραμμένους πάσης αιτιολογίας να συμπληρώνουν το νούμερο της κοινής μοίρας. Η ιδεολογική πίστη είναι ασφαλώς μια σημαίνουσα σπίθα στο τελικό πύρωμα του προσώπου εκείνου που φτάνει να αρνηθεί με πείσμα το μαντήλι στα μάτια ενώπιον του αποσπάσματος. Δεν ενέχει όμως καμία ρομαντική ανιστορικότητα με τον τρόπο με τον οποίο αυτή υπονοείται από τον σημερινό αριστερό, πόσο μάλλον ως δική του αποκλειστικότητα.

ΔΕΗ Fiber

Ο νεκρός της Καισαριανής εκτός (και προηγουμένως) από ιδεολόγος μιας ζωηρής και παγκόσμιας πεποίθησης ήταν και βιοτικό απότοκο των αντικειμενικοτήτων μιας εποχής που έχει απλά ξεπεραστεί από τις συνθήκες ημών και των πληκτρολογίων μας. Τέτοιες ήταν φυσικά η εργασιακή, κοινωνικο-οικονομική και οικογενειακή τραχύτητα των τότε συνθηκών που ήρθαν να κουμπώσουν με την ιστορική ένταση της (ακόμη περισσότερο ελληνικής) «δρακογενιάς» των μεσοπολεμικών και φυσικά της βίαιης ωρίμανσης που επιφέρουν οι καταστάσεις του πολέμου, της κατοχής, της πείνας και εν προκειμένω του αντιστασιακού αρχιπελάγους. Οι ιδέες αναφλέγουν το διαπλασμένο υποκείμενο που με τη σειρά του τις  αξιοποιεί για την (συλλογική)  «συγγραφή» του μέλλοντος του, δεν διαμορφώνει η συγκεκριμένη  πίστη αυτόματους ανθρωπότυπους αδιάβροχους ως προς τον περίγυρο των ιστορικών συνθηκών και αναπαραγόμενους στο διηνεκές, κάτι που κατά τα άλλα είναι ο διαλεκτικά συλλογιζόμενος μαρξισμός που τονίζει με τα πιο απόλυτα χρώματα! Ο κομμουνιστής δεν «φτιάχνεται από άλλη πάστα»  όπως προέτασσε το σλόγκαν της λενινιστικής υπερβολής πόσο μάλλον όταν οι σημερινοί, αυτοχρισμένοι  «συνεχιστές» του ΕΛΑΣ όχι απλά δεν είναι σε θέση να αντικρίσουν πολυβόλα κατακτητικής δύναμης αλλά διαλύονται από τις απρόβλεπτες γροθιές δεκαεπτάχρονων επαλιωτών. Αντίποδας λοιπόν του Αντώνη Βαρθολομαίου και του Νίκου Μπελογιάννη δεν είναι ο… Μπούκουρας αλλά ο Corneliu Codreanu και ο Primo De Rivera. Τον αρνητικό καθρέφτη της υψωμένης γροθιάς ως το τέλος των 200 τον αποτελούν οι αμετανόητα… γαλλικές στολές του «Καρλομάγνου», έναν Μάιο αργότερα.

Επόμενο ζήτημα, άμεσα απορρέον από το παραπάνω εσκεμμένο κενό συνοχής, είναι ο πατριωτισμός και το είδος των νημάτων που υποτίθεται πως τον συμφύουν «εμπειρικά»  με την (κομμουνιστική) ιδεολογία. Μια ακόμη από τις πάμπολλες ερυθρές απόπειρες να αποκτήσουν και τον σκύλο και την πίτα χρησιμοποιώντας σαν μοχλό την υποτιθέμενη κτήση της ιστορικής ροής, της «γης που θα γίνει κόκκινη». Ο πατριωτισμός ως βασικά εξωιδεολογική αναπτέρωση και κίνητρο πράξεων επιχειρείται να πριονιστεί προκρούστεια από κάθε πλευρά για να της αποφέρει περισσότερους πόντους οριζόντια. Όμως το ΚΚΕ στην περίπτωση μας δεν δεχόταν τον όρο «Έλληνες πατριώτες» από περισσότερο «ουδέτερα» sites και εξοργιζόταν επίσημα από την μη αναφορά στην κομμουνιστική πολιτική ιδιότητα των 200. Η ιδεολογία υπερβαίνει «έθνη και πατρίδες» και μιλά βροντόφωνα και θρασεία για διεθνισμό αλλά συγχρόνως το σχήμα και το άρωμα του πατριωτικού απαιτείται όχι πλέον να «μαραθεί» αλλά να οικειοποιηθεί αδίστακτα από την αριστερή φωνή.

Πέραν του εξόφθαλμου απόκλισης και αντίφασης δεν ξεχνάμε ότι συγκεκριμένα ο «πυρήνας» των 200 αποτελούταν από τμήμα των κρατουμένων της Ακροναυπλίας που από τα τέλη του 1936 είχαν συλληφθεί από τις μεταξικές αρχές ως σκληρότατοι ιδεολόγοι και υπέρμαχοι της «Ενιαίας και Ανεξάρτητης Μακεδονίας», κάτι όχι ιδιαίτερα θερμά υποδεχόμενο από το μυαλό ενός ιδεοτυπικού (και μη) Έλληνα πατριώτη. Αρνήθηκαν να αποκηρύξουν την ιδεολογία τους  στο αίτημα καθαγίασης δια του αίματος όταν ζήτησαν να πολεμήσουν στο αλβανικό μέτωπο και φυσικά δεν «παραδόθηκαν από το καθεστώς στους χιτλερικούς» για τον απλούστατο λόγο ότι το τελευταίο είχε καταλυθεί από τις στρατιές της Βέρμαχτ και «παραδομένοι» δεν ήσαν μονάχα οι Ακροναυπλιώτες μα πρακτικά το σύνολο του ελληνικού λαού ανεξαρτήτως πεποιθήσεων. Την 28η Ιουνίου 1941 μάλιστα (6 ημέρες μόλις μετά την εισβολή του άξονα στην ΕΣΣΔ στην οποία η Σόφια δεν πήρε μέρος διατηρώντας τις διπλωματικές σχέσεις με τη Μόσχα μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1944 όπου και η κήρυξη πολέμου από μέρους του Stalin οδήγησε στο πραξικόπημα και την κομμουνιστική εσωτερική επικράτηση) απελευθερώθηκαν κατόπιν αιτήματος της βουλγαρικής πρεσβείας στην Ελλάδα 27 στελέχη του (αληθινά πατριωτικού, μην ξεχνάμε)  ΚΚΕ από την Ακροναυπλία δηλώνοντας Βούλγαροι και ενισχύοντας την προπαγάνδα της Βουλγαρίας ως «προστάτιδας» της Μακεδονίας που ανέμενε την ανεξαρτητοποίηση της  από τις αλυσίδες του «μοναρχοφασιστικού» ελληνικού σωβινισμού υπό  (παν)σλαβική κηδεμονία. Οι σημαίνοντες κομμουνιστές που απελευθερώθηκαν κατ’ αυτόν τον τρόπο ήταν οι : Λάζαρος Μποζίνης, Ζήσης Καλλιμάνης, Ρουσαλήμ Χαριζάνης, Ιωάννης Κωνσταντινίδης, Μιχαήλ Χαραλάμπους, Πέτρος Κέντρος, Νικόλαος Σωτηρίου, Αναστάσιος Καρατζάς, Λάζαρος Ζησιάδης, Θεόδωρος Ευθυμιάδης, Δημήτριος Χουρσιώτης, Ζήσης Δελιόπουλος, Δημήτριος Λέσκας, Ανδρέας Τσίμας, Κωνσταντίνος Λασκαρίδης, Διαμαντής Τσίτσηνας, Λάμπρος Μόσχος, Παντελής Τζίκας, Εμμανουήλ Μπαξεβάνης, Ανδρέας Τσίπας, Στυλιανός Παπανεδέλιος, Κυριάκος Μπιλάκης, Μιχαήλ Σκουπακίδης, Λάζαρος Ντάκος, Φώτιος Ουρούμης, Αθανάσιος Μπέϊκος, Παναγής Παπάς. Η «λειτουργική» και «φυσική» συνέχεια μεταξύ 4ης Αυγούστου και Γερμανών που τα παφιλικά χείλη και οι σελίδες του Οδηγητή επιτρέπουν να εννοηθεί σκορπά (και) από το γεγονός ότι μια από τις πρώτες πράξεις της κυβέρνησης Τσολάκογλου ήταν η τυπική και ουσιαστική διάλυση της ΕΟΝ και των λοιπών ειδικών δομών της παρελθούσας μεταξικής τάξης πραγμάτων.  Αν η εθνική ενότητα τελείται υπό την εαμική σημαία δείχνει να είναι για τον καθοδηγητή και εθνική και ενότητα ενώ σε κάθε άλλο ενδεχόμενο είναι θεμελιωδώς και διεισδυτικά «ψευδής συνείδηση». Έχουμε νομίζω ξαναπεί πως η οπτιμιστικά αμετάπειστη γραμμικότητα παρέχει κάθε χρειαζούμενο μπάλωμα «εξήγησης»…

Η τρίτη και θα σημείωνα η προκλητικότερη αντίφαση που ξέβρασαν οι 200 των φωτογραφιών φανερώθηκε επαναφέροντας στα μυαλά τον παφλασμό του απόλυτου  μανιχαϊσμού της ηθικοποίησης, πριν ακριβώς τον κανιβαλίσει. Σίγουρα θα έχει ανασχηματιστεί στο μυαλό σας μια ανάρτηση συνοδεία της εικόνας, ένα reel που επιβράδυνε το scrolling ή ένα περιποιημένο πλην ατσάλινο thread για «τις δύο Ελλάδες». Η μια ως η χονδρικά κομμουνιστο-δημοκρατική μένει μέχρι σήμερα αγέρωχη να κλίνει την αντίσταση σε όλες τις πτώσεις χωρίς δυνατότητα ιδεοληψίας και λάθους. Από την άλλη το άκαμπτο, αδιάσπαστο κονσέρτο της εκμετάλλευσης που κινείται από τον Λογοθετόπουλο (και άλλοτε από τους δουλοκτήτες και τους κοτζαμπάσηδες) μέχρι το υπάρχον υπουργικό συμβούλιο και φυσικά οι οπαδοί τους που στριμώχνονται στο ευήκουστο της «ακροδεξιάς». Αρωματίζοντας με μια ανιστορικότητα ανάλογη, αν όχι οξύτερη, του σφυροδρέπανου που δεν πεθαίνει πεθαίνοντας, οι κομμουνιστές του διαδικτύου επιχείρησαν την εκ νέου αναφορά στην «δωσιλογική δεξιά» για να γυαλίσουν, και εκτός επειτειακών πλαισίων πια, το υποτιθέμενο συνεχές από το οποίο ετεροπροσδιορίζονται.  Αν αυτό όμως ισχύει στην απολυτότητά του  τότε δε θα έπρεπε με τίποτα εκείνοι να ζητούν, όπως έκαναν φωναχτά κι επίσημα, από τον «νεοναζί» πρωθυπουργό και το υπόλογο σε εκείνον ΥΠΠΟ της Μενδώνη να προστατευτούν οι φωτογραφίες ως «ιστορική κληρονομιά» με το δημόσιο χρήμα που διαχειρίζεται ακριβώς το «κράτος των λαδεμπόρων».

Δεν το ζήτησαν μάλιστα απλώς με τη δεικτικότητα του πολιτικά σίγουρου αλλά θεώρησαν αδιανόητο ότι αυτή  η εξουσία και αυτή η πλευρά δεν ένοιωσε και βαθιές ενοχές για το ότι δεν το σκέφτηκε και έπραξε από μόνη της! Εδώ είναι που ξεγυμνώνεται ακριβώς η θέση ιερής αγελάδας που λαμβάνει συγκεκριμένα το ΚΚΕ εντός της Γ Ελληνικής Δημοκρατίας ώστε η τελευταία να αυτονομιμοποιείται με τη χρήση του ως οριακού σημείου της πραγματικής του αποδεκτικότητας συμβολικά, νοητικά αλλά και πρακτικά όποτε το απαιτήσει η πεζοδρομιακή θερμοκρασία των εξελίξεων που αφήνιασαν. Από όσο καθίσταται αντιληπτό, αυτή η συνθήκη δεν έχει μάλλον ενσταλλαχθεί μόνο στους (κεντρο)δεξιούς προς παθητικοποίηση μα και στον ίδιο τον κομμουνιστή των πιο σύγχρονων γενεών παρότι την προηγούμενη στιγμή το σύνθημα που ανέκραζε υποστήριζε τις προκείμενες που αντιβαίνουν εντελώς αυτή τη διαπίστωση.

Χρονικά και συναισθηματικά όμορη με τα καισαριανικά (και ως εκ τούτου διδακτική και τροφοδοτική για το παραπάνω συμπέρασμα) υπήρξε και η εκρηκτική  αντίδραση για την έντονη αφίσα της ΠΑΣΠ ΕΜΠ που ανήγγειλε ότι θα σπάσει «τις πενήντα αποχρώσεις του κομμουνισμού» στις σχολές. Αντί οι συνάδελφοι της Πανσπουδαστικής να γελάσουν ικανοποιημένοι για την απόδειξη ορθότητας των αρνήσεων του Κουτσούμπα να συναινέσει εκλογικά και οργανωτικά σε σχέδια λαϊκών μετώπων α λα NUPES με την «αμαρτωλή σοσιαλδημοκρατία» κατά τα δικά του λεγόμενα, ζητούν διαπιστευτήρια κομμουνιστικότητας από τα πράσινα παιδιά. Αντί να νοιώσουν μια αύρα δικαίωσης να τους κατακλύζει καθώς η κατά τα άλλα «πατερίτσα της δεξιάς» και «έτερη όψη του συστήματος» αυτοαποκαλύφθηκε ως αντικομμουνιστική (δικαιώνοντας σε αυτό το συγκεκριμένο παράδειγμα την κόκκινη γραμμικότητα και εκδίπλωση συνειδήσεων της μαρξιστικής ανάλυσης που συνήθως σμπαραλιάζεται στους βράχους του περιπλοκότερου) ύψωσαν ηθικοποιητικά λάβαρα γκρίνιας. Οι  200 έρχονταν συχνά ως αιχμές στην επίθεση τόσο πάνω απ’ τα τραπεζάκια όσο και στις ψηφιακές απαντήσεις. Πέντε δεκαετίες καθεστωτικού νταντέματος έχουν εισέλθει πια στα κνίτικα κύτταρα. Οι μεταπολιτευτικοί κομμουνιστές θεωρούν λογική και δικαίωμα να στολίζουν ως συστημικό και φασίστα κάθε μη υμνωδό της ΕΣΣΔ σε οποιοδήποτε επίπεδο, αλλά συγχρόνως αυτός όχι μόνο δεν δικαιούται  να τους αντιταχθεί με ιδεολογικούς όρους μα πρέπει να υποκλίνεται στην επανάσταση που δεν έχει ανθίσει ακόμα (στις ανώριμες συνθήκες) «επειδή ΕΑΜ».

Η ιδεολογία κληροδοτεί αυτούσιες ανθρώπινες αντοχές, φωναχτά αλώβητες από τα κύματα των καθοριστικότερων δεκαετιών μεταβολής, αν όσοι θυσιάστηκαν πίστευαν την ταξική πάλη. Ο πατριωτισμός παύει να είναι μεγαλειώδης πλάνη και αποκτά δέρμα ολοκληρωμένου κι αξίας, αν έχει αποφασιστεί από συνέδριο και εγκριθεί από το εμπόλεμο Politburo. Το κράτος του τώρα (μπλε, πράσινο ή ροζ) έχει μόνο μια αληθινή αντιπολίτευση να αντιμάχεται την ουσία του αλλά είναι ηθικά υποχρεωμένο να υποκλίνεται στην μαρξιστική εξήγηση και αποτίμιση ζώντων και νεκρών παρότι η ηθική για τον Μarx βρισκόταν απλά σε έναν αξιοπρόσεκτο όροφο του εποικοδομήματος που ξεπήδησε από την εξίσωση των εκάστοτε οικονομικο-παραγωγικών σχέσεων. Το ’74 μάλλον υπήρξε η κατίσχυση κάποιων συγκεκριμένων συντεταγμένων σε ένα πεισματάρικο φαντασιακό ως προς τη σύλληψη του πολιτικού. Οι εκάστοτε 200 αναβίωναν για να γρανιτώνουν τα κενά του ώστε να μπορεί με την επόμενη φωτογραφία  να ξαναρχίζει η πορεία προς την κομμουνιστική λύτρωση από τον πόνο της ιστορίας. Έθνος ταχέως γηράσκον, που όμως αρνείται ακόμη να υπερβεί το γεγονός ότι το μυαλό του γεννήθηκε έφηβο κατά την χρονομέτρηση που κυριάρχησε, όσο και να δεχτεί ότι είναι εγγύτερα στο φέρετρο από ότι στην μια, υπερεξεγερσιακή του εφηβεία.

 

ΠΗΓΕΣ

«Η γερμανική κατασκοπία στην Ελλάδα (1939-1944)» – Άρθουρ Ζάιτς, εκδ. ARISTON BOOKS

«100 χρόνια ΚΚΕ (1918-2018): η ιστορία του κομμουνισμού στην Ελλάδα» – Γεώργιος Κουρκούτας, εκδ ΠΕΛΑΣΓΟΣ

https://www.902.gr/eidisi/politiki/419257/d-kοytsοympas-athanatoi-οi-200-irοes-kοmmοynistes-tis-kaisarianis-me-kke

https://www.athensvoice.gr/pοlitismοs/more-in-culture/950773/kaisariani-parousiastikan-apo-to-uppo-oi-fοtοgrafies-dοkοumeda-ton-200-ektelesthedοn/

https://www.efsyn.gr/ellada/ekpaideysi/509217_antidraseis-gia-tin-afisa-tis-pasp-me-tis-50-apοhrοseis-toy-kοmmοynismοy