Δικαιοσύνη: Εκτελούνται έργα, απαγορεύεται η είσοδος στους μη έχοντες εργασία

Γράφει ο Ανδρέας Παπαμιμίκος.

Ο τομέας της ελληνικής Δικαιοσύνης επανέρχεται κατά καιρούς στην πρώτη γραμμή της επικαιρότητας, είτε με αφορμή κάποια υπόθεση που έχει εξάρει το ενδιαφέρον του κοινού, είτε λόγω αρρυθμιών και προβλημάτων που εμφανίζονται από ενέργειες ή παραλείψεις όσων εμπλέκονται στα γρανάζια της.

Κατά τη διάρκεια μάλιστα της τελευταίας διετίας, η πανδημία λειτούργησε ως μεγενθυτικός φακός, φωτίζοντας χρόνιες δυσλειτουργίες. Φαίνεται όμως ότι η κατάσταση αυτή αποτέλεσε έναυσμα σειράς παρεμβάσεων και νομοθετικών πρωτοβουλιών με φιλόδοξη στόχευση.

Για τα προβλήματα της Δικαιοσύνης έχουν γραφτεί και ειπωθεί με ένταση τόσα πολλά, που οποιαδήποτε επανάληψη ίσως κουράσει, αλλά και αποπροσανατολίσει. Η καθυστέρηση στην έκδοση αποφάσεων, οι ανεπαρκείς  και συχνά επικίνδυνες κτιριακές εγκαταστάσεις, τα κενά σε οργανικές θέσεις δικαστικών υπαλλήλων, οι ελλείψεις σε μηχανογράφηση με φακέλους δικογραφιών να στοιβάζονται σε πιθανά και απίθανα μέρη εκτεθειμένους σε κάθε λογής (δολιο)φθορά, αποτελούν κοινό τόπο και ουδείς θα βρεθεί να διαφωνήσει. Τα δύσκολα ξεκινούν τότε, όταν, αναζητώντας τις αιτίες, ο καθένας σπεύδει να υψώσει ένα τείχος προσωπικών και κατ’ ευφημισμόν κλαδικών συμφερόντων και να επιρρίψει ευθύνες οπουδήποτε αλλού. Την ίδια στιγμή πρωτοβουλίες – έστω αποσπασματικές- περιορίζονται χρονικά στη θητεία του εμπνευστή τους και στη συνέχεια θα συλλέξουν σκόνη σε κάποιο αρχείο.

Με κάθε διάθεση να δει κανείς το ποτήρι μισογεμάτο, ασφαλώς και αποτελεί θετική εξέλιξη ο εξοπλισμός των δικαστηρίων με τεχνολογικά μέσα προς την κατεύθυνση της ψηφιοποίησης κάθε σταδίου της δικαιοδοτικής διαδικασίας, ενώ μέσω ΣΔΙΤ έχει εξαγγελθεί και υλοποιείται ένα εκτεταμένο ανά την επικράτεια πρόγραμμα εκσυγχρονισμού και ανέγερσης νέων δικαστικών μεγάρων, αφού οι τελευταίες παραδόσεις χρονολογούνται περί τα έτη 2007-2008. Ακόμη πιο ρηξικέλευθα εμφανίζονται τα μέτρα που αφορούν στη στελέχωση των Δικαστηρίων, με τις παρεμβάσεις να εκτείνονται από τη Σχολή Δικαστών μέχρι τα κριτήρια υπηρεσιακής εξέλιξης αυτών. Πλέον η συμμετοχή σε εκπαιδεύσεις ανά τα έτη θα προσμετράται στη διαμόρφωση της επετηρίδας και θα αποτελεί προϋπόθεση, ενώ αναζητείται και μέθοδος ουσιαστικότερης αξιολόγησης του παραγόμενου δικανικού έργου. Στους δικαστικούς σχηματισμούς Αθήνας και Θεσσαλονίκης δημιουργούνται εξειδικευμένα τμήματα σε αντικείμενα αιχμής με δικαστές αντίστοιχων ουσιαστικών προσόντων. Τέλος, αναφορικά με τον ανθρώπινο παράγοντα δεν τυγχάνει ήσσονος σημασίας η ανάγκη πλαισίωσης των δικαστών από υπαλλήλους με αυξημένες δεξιότητες.

Θα επιφέρουν οι παραπάνω δράσεις τα επιθυμητά αποτελέσματα; Θα μπορούσαν να αποδώσουν τα αναμενόμενα, αν δούμε την εφαρμογή τους κατ’ αντιστοιχία με ένα σύνθετο κατασκευαστικό έργο, όπου οι διαθέσιμοι πόροι θα κατευθυνθούν με συντονισμό και συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα και ο καθένας θα φέρει εις πέρας την περιγραφή θέσης του, συνεργαζόμενος όπου και όπως πρέπει. Επειδή όμως δεν πρέπει να λησμονούμε ότι η διάκριση των εξουσιών είναι ο πρώτος κανόνας σε ένα κράτος δικαίου, παρεμβάσεις που δεν θα τη σέβονται θα εκθέσουν τους εμπνευστές τους, με αποτέλεσμα μια ημιτελή κατασκευή επικίνδυνη για όσους την επισκέπτονται. Επομένως, παραφράζοντας επιγραφές που συναντά κανείς σε εργοτάξια, χρειάζεται προσοχή και απαγόρευση εισόδου στους μη έχοντες εργασία.