Η Ελλάδα χρειάζεται διευρυμένο πρόγραμμα εξοπλισμών

Η ιστορική πορεία των ελληνό – τουρκικών σχέσεων, η τρέχουσα πολιτική της Άγκυρας απέναντι στην Ελλάδα και ο τουρκικός επεκτατισμός στην ευρύτερη περιοχή της ανατολικής Μεσογείου, αλλά και τα συνεχιζόμενα εξοπλιστικά προγράμματα της Τουρκίας, παρά τη βαθιά οικονομική κρίση που μαστίζει τη χώρα, αποτελούν ποιοτικά στοιχεία που η Ελλάδα δεν μπορεί να αγνοήσει. Επιπλέον η εθνό – λαϊκιστική ρητορική του Ερντογάν και του κόμματος του, διανθισμένη με ισλαμιστικό, αταβιστικό και νεό – οθωμανικό μανδύα, συνιστούν ένα ακανθώδες και άγονο ιδεολογικό πλαίσιο το οποίο δεν επιτρέπει αισιόδοξες προβλέψεις αλλά επιτάσσει ρεαλισμό και αμυντική θωράκιση της Ελλάδας.
Οι τερατολογίες των τούρκων αξιωματούχων, οι απειλές, η δόλιες παρερμηνείες και διαστρεβλώσεις του Διεθνούς Δικαίου, των διεθνών συνθηκών και συμφωνιών, ο απηνής διωγμός της Ορθοδοξίας όπως και η ανηλεής παραβίαση των δικαιωμάτων και των ελευθεριών των μειονοτήτων, και τέλος η ευρύτερη ατμόσφαιρα καταπίεσης και ανελευθερίας στην τουρκική κοινωνία, όπου επικρατεί η άγνοια για τα τεκταινόμενα στο εξωτερικό και τις διεθνείς σχέσεις, σε συνδυασμό με τον ιδεολογικό πατερναλισμό μια αυταρχικής, σχεδόν ολοκληρωτικής κυβέρνησης, οφείλουν να είναι ευρέως γνωστά στην ελληνική κοινή γνώμη, που δεν πρέπει να παρασύρεται από διάφορα ιδεολογήματα περί ελληνό – τουρκικής φιλίας, με τα οποία κάποιοι επιχειρούν να την αποκοιμίσουν, αλλά να είναι σε συνεχή εγρήγορση και συνέγερση.
Ειδικά το ζήτημα του μεταναστευτικού και η χρησιμοποίηση του από την Τουρκία ως όπλο και εργαλείο εκβιασμού εναντίον της Ελλάδας και της Ευρώπης, αποτελεί ισχυρή απειλή για την ασφάλεια, τη σταθερότητα, την κοινωνική συνοχή, τη δημόσια τάξη και την οικονομική ανάπτυξη και τον τουρισμό, εν μέσω μάλιστα της πανδημίας του κορωνοιού, που επιτείνει το κόστος και την αστάθεια. Η ελληνική κυβέρνηση και γενικότερα οι αρχές, εθνικές και τοπικές δεν διαθέτουν οιαδήποτε πολυτέλεια χαλάρωσης και αμέλειας, και οφείλουν να αντιμετωπίσουν την απειλή αυτή και τις διαβρωτικές συνέπειες της με αποφασιστικότητα και χωρίς ολιγωρίες, διαφορετικά το εθνικό, οικονομικό και πολιτικό κόστος θα είναι τεράστιο. Όλοι δε, θα πρέπει να κλείσουν τα αυτιά τους στο τραγούδι των ιδεολογικών εκείνων σειρήνων και ξένων συμφερόντων που πιέζουν τη χώρα για άνοιγμα συνόρων και αποδοχή ξένων πληθυσμών τους οποίους η χώρα δεν αντέχει ούτε οικονομικά ούτε κοινωνικά, ούτε διαθέτει τις υποδομές για την αξιοπρεπή και ανθρώπινη φιλοξενία.
Οι παραγγελίες των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων συνεχώς αυξάνονται, το ίδιο και τα προγράμματα ανάπτυξης και παραγωγής αμυντικού υλικού της τουρκικής πολεμικής βιομηχανίας που εξοπλίζει μαζικά και συστηματικά αεροπορία, στρατό και ναυτικό της Άγκυρας, η οποία πλέον διαπνέεται από νοοτροπία και ιδέες νεό – οθωμανικής Υψηλής Πύλης, και όχι πολιτισμένου ευρωπαϊκού δημοκρατικού κράτους. Το σίγουρο είναι ότι όλα αυτά τα όπλα σταδιακά τίθενται στην υπηρεσία των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων και προς εξυπηρέτηση των επεκτατικών στόχων και σχεδίων της Άγκυρας, που απειλούν πλέον ευθέως, όλες τις γειτονικές χώρες, Ελλάδα, Κύπρο, Βουλγαρία, Συρία, Ιράκ, Αρμενία, Αίγυπτο, Λιβύη, Μάλτα και Τυνησία. Η κατάσταση που είναι σε εξέλιξη δεν χωρά κανενός είδους κατευνασμό και δισταγμό, καθώς το δοβλέτι δεν κρύβει πλέον το πραγματικό του πρόσωπο, απειλεί και εκβιάζει απροκάλυπτα, και εκλαμβάνει οποιαδήποτε διαλλακτικότητα και δισταγμό ως ένδειξη αδυναμίας που επιτείνει την τουρκική επιθετικότητα και αποθρασύνει τον ψευδό – πατισάχ που το μόνο που αντιλαμβάνεται και υπολογίζει η πολιτική της ισχύος και οι απειλές μεγάλων χωρών και ισχυρών ηγετών που θέλουν να περιορίσουν τις ορέξεις του.
Ο τρόπος που πολιτεύεται η Τουρκία σε όλα τα διεθνή φόρα εναντίον της Ελλάδας και της Κύπρου, και η πολιτική στρατηγικής και στρατιωτικής περικύκλωσης του Ελληνισμού που εφαρμόζει, όπως δείχνει η στρατιωτική της πολιτική και δραστηριότητα στην Αλβανία τη Λιβύη και όχι μόνο, καταδεικνύουν τη δολιότητα της, και διαλύουν τις όποιες αυταπάτες μέρους κάποιων γραφειοκρατικών μηχανισμών και ακαδημαϊκών κύκλων στην Ελλάδα αλλά και το εξωτερικό, που προσπαθούν να επιβάλλουν στις ελληνικές κυβερνήσεις πολιτική κατευνασμού και «κατανόησης» για τις τουρκικές απαιτήσεις, κινδυνολογώντας και μεταφέροντας τις απειλές της Τουρκίας και μέρους του διεθνούς παράγοντα, εντός Ελλάδος, προσπαθώντας να ποδηγετήσουν την ελληνική κοινή γνώμη και να δαμάσουν το φρόνημα του ελληνικού λαού, που διαπνέεται από το πνεύμα, «Την Ελλάδα θέλωμεν και ας τρώγομε και πέτρες», τασσόμενοι άθελα τους υπέρ των στόχων του ψυχολογικού πολέμου που έχει εξαπολύσει το αδίστακτο αλλά σαθρό καθεστώς του Ταγίπ Ερντογάν κατά του Ελληνισμού.
Οι στάση που τηρούν με αφορμή τη διένεξη Ελλάδας και Τουρκίας οι Ηνωμένες Πολιτείες, Η Ευρώπη, η Ρωσία, η Βρετανία και ειδικά η Γερμανία αλλά και η Αλβανία, δεν επιτρέπουν κανένα εφησυχασμό και καθιστούν αδήριτη την ανάγκη η Ελλάδα να προετοιμάζεται, πολιτικά, οικονομικά, αμυντικά και στρατιωτικά, με σχεδόν βέβαιο το ενδεχόμενο αρχικά η Ελλάδα να είναι απολύτως μόνη, σε περίπτωση μιας απευκταίας μεν αλλά πιθανής δε, ελληνό – τουρκικής σύγκρουσης, με αφορμή κάποια τουρκική αυθαιρεσία και παραβίαση των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων. Μπορεί μεν σε ολόκληρο τον κόσμο να υπάρχουν πολιτικοί, ακαδημαϊκοί, αλλά και απλοί πολίτες φίλοι και υποστηρικτές της Ελλάδας, αυτό όμως δεν επιτρέπει κανένα εφησυχασμό και ρομαντικές προσεγγίσεις, καθώς τα κράτη έχουν συμφέροντα, και η διεθνής πολιτική είναι ψυχρή και βασίζεται σε συμφέροντα και υπολογισμούς. Φυσικά η Ελλάδα οφείλει να παραμείνει συνεπής με τις επιταγές του Διεθνούς Δικαίου, της ειλικρινούς και τίμιας Διπλωματίας και του διαλόγου, δεν μπορεί όμως να θρέφει αυταπάτες, ούτε να ακολουθήσει μια πολιτική κατευνασμού και «βουτύρου αντί πυροβόλων», κάτι που θα φέρει την πολεμική σύγκρουση πιο κοντά και θα αποθρασύνει την Τουρκία, όπως συνέβη και με την πολιτική Τσάμπερλεϊν έναντι του Χίτλερ, λίγο πριν το ξέσπασμα του Β Παγκοσμίου Πολέμου.
Τούτων δοθέντων, η Ελλάδα ναι μεν οφείλει να ακολουθεί μια φιλειρηνική πολιτική, που προτάσσει τη διπλωματία, το Διεθνές Δίκαιο, το διάλογο, τα μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης και την δημιουργία πλέγματος οικονομικής αλληλεξάρτησης και αμοιβαίων οικονομικών κερδών και επενδύσεων, που μειώνουν τους κινδύνους και την ένταση, όμως από την άλλη η Αθήνα πρέπει να προετοιμάζεται και για το κακό σενάριο, το ένα δεν αναιρεί το άλλο. Η χώρα χρειάζεται άμεση και εκτεταμένη ενίσχυση των Ενόπλων Δυνάμεων, Αεροπορίας, Ναυτικού και Στρατού με ένα γενναίο πρόγραμμα εξοπλισμών, ενδυνάμωση των δομών και μηχανισμών εσωτερικής ασφάλειας κατά των ασύμμετρων απειλών και μηχανισμών που εξαπολύει η Τουρκία εναντίον της Ελλάδος, και φυσικά ένα δυναμικό οικονομικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων και προσέλκυσης ξένων και Ελλήνων επενδυτών με στόχο την ανάπτυξη που αποτελεί προϋπόθεση για όλα τα υπόλοιπα. Τέλος η εθνική ενότητα και η σύμπνοια των πολιτικών δυνάμεων είναι ουσιαστικές προϋποθέσεις για την οικοδόμηση αρραγούς εσωτερικού μετώπου για την εξουδετέρωση της τουρκικής επιβουλής. Οιαδήποτε μορφή κατευνασμού, αδράνειας και λιποψυχίας θα προκαλέσει καταστροφικά αποτελέσματα. Το πνεύμα και οι τότε προβλέψεις του Ουίνστων Τσώρτσιλ μας καλούν να είμαστε σε συνεχή εγρήγορση και να υλοποιήσουμε συγκεκριμένα προγράμματα για την αμυντική θωράκιση της χώρας.