Pin It

Πρόλαβα και θυμάμαι την εποχή που οι πολιτικοί χρησιμοποιούσαν τη λεγόμενη ξύλινη γλώσσα. Πολυσύνθετες προτάσεις, λέξεις δυσνόητες εκτοξευμένες στη μάζα και μακρές ομιλίες που συχνά δεν έβγαζαν καθολικό νόημα και κατάφερναν να μπερδέψουν. Τα πολιτικά πρόσωπα, με αυτόν τον τρόπο, κέρδιζαν το σεβασμό του κοσμάκη.  Ο δύσκαμπτος λόγος, σε συνδυασμό με την γλωσσική καλλιέπεια, προσέδιδαν κύρος στα ίδια και ταυτόχρονα το πλεονέκτημα της κάλυψης του κενού, που δημιουργούσε η έλλειψη επιχειρημάτων τους .

Βλέπεις, τότε οι πολιτικοί φοβόντουσαν το «μαύρο», κι έτσι αναγκάζονταν να εξαγγείλουν ψέματα, με τρόπο που θα τους έδινε και τη δυνατότητα να επικαλεστούν αργότερα πως οι ίδιοι οι πολίτες κατάλαβαν λάθος. Κοροϊδία, με λίγα λόγια.

Σ’ αυτό το σημείο, επενέβαινε ο λειτουργός – δημοσιογράφος, έχοντας καθήκον να αναδείξει τη στρεβλότητα της δήλωσης, να στριμώξει τον πολιτικό και να του εκμαιεύσει την αλήθεια. Επιμονή κι επιμονή, διερευνητικές ερωτήσεις κι απαίτηση εξηγήσεων ήταν τα χαρακτηριστικά μιας σωστής συνέντευξης.

Τώρα πια όμως... για να είμαστε ειλικρινείς,  άλλαξε η τακτική των δημοσιογράφων, άλλαξαν βέβαια και οι συμπεριφορές των πολιτικών… Το μόνο που παρέμεινε σταθερό το ψέμα, με τη διαφορά πως κανείς δεν εκβιάζει την αποκάλυψη του.

Πρόκειται για το ψέμα, που σήμερα επιζητείται από ένα (εχμμ μπαμπάτσικο) μέρος της κοινωνίας και λέγεται ξεδιάντροπα. Αυτό που εκφέρεται από τα πολιτικά χείλη με φυσικότητα κι από πίσω του δεν κρύβεται το παραμικρό ίχνος ενοχής.

Και ως πολίτης, ίσως, να ενοχλούμουν λιγότερο αν το απροκάλυπτο ψέμα δεν είχε αποτελέσει  τον προπομπό της αναίσχυντης αλητείας και του θράσους. Διότι, όπως ακριβώς αμολούν τα ψέματα, χωρίς το παραμικρό ίχνος συστολής, με την ίδια ευκολία πλέον επιτίθενται προς πάσα κατεύθυνση.

Για το λεξιλόγιο; Δεν το συζητώ καν! Το επίπεδο πολιτικού λόγου δεν ακολουθεί απλώς φθίνουσα πορεία. Έχει αγγίξει το πάτωμα και το τρυπάει.

Εξυπνακίστικες ατάκες (ευφυολογήματα, κοινώς) ανακατεμένες με επιθέσεις διαμορφώνουν την καθημερινή ανταλλαγή ανακοινώσεων μεταξύ των κομμάτων, σήμερα.

Συμπεριφορές Λεβέντη, που προκαλούσαν κλαυσίγελο και ήταν κατακριτέες, πλέον επικροτούνται δια της δημοσιογραφικής σιωπής και της ανοχής των πολιτών, κυρίως, όταν υποστηρίζονται από Καμμένους και Πολάκηδες.

Δεν διεκδικώ την πρωτοκαθεδρία για την ανάλυση το φαινομένου. Άλλωστε (δυστυχώς) δεν περιορίζεται μόνο στη χώρα μας. Η κατάντια των πολιτικών αποτελεί πηγή προβληματισμού σε παγκόσμια κλίμακα.

Μάλιστα, ο Μαρκ Τόμσον, πρώην επικεφαλής του BBC και νυν γενικός διευθυντής των New YorkTimes, έγραψε ένα βιβλίο με τίτλο «Enough Said: What's Gone Wrong with the Language of Politics?».  Σ’ αυτό λοιπόν αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στον Μπέπε Γκρίλο, ο οποίος βάσισε την πολιτική καριέρα του σ’ ένα «Άντε γαμηθείτε».

(Extra info: Ο Γκρίλο είναι ο Λαζόπουλος της γειτονικής μας Ιταλίας και αποφάσισε να ασχοληθεί ενεργά με την πολιτική.)

Με το πρόσχημα του σατιρικού σχολιαστή, λοιπόν, o Mπέπε Γκρίλο εξαπέλυε συνεχόμενα vaffanculo προς το πολιτικό σύστημα και κατέληξε να αντιπροσωπεύει τη σωρευμένη κοινωνική οργή.

Σε άλλο σημείο,ο Τόμσον εξηγεί το το κομβικό σημείο του δημοψηφίσματος για την έξοδο της Βρετανίας από την ΕΕ... πρόκειται για τη δήλωση «ο βρετανικός λαός έχει βαρεθεί τους ειδικούς», που ειπώθηκε από τον επικεφαλής της προεκλογικής εκστρατείας του Brexit Μαρκ Γκόουβ.

Όπως έγραψα, ξεκινώντας, οι πολιτικοί πάντα έλεγαν ψέματα.

Ωστόσο εδώ συναντάται ένα νέο είδος του. Αυτό της καθαγίασης των ψηφοφόρων, ορμώμενο από την ίδια την άγνοιά τους, αναμειγμένο με εκκωφαντικές κατηγορίες κι εριστικές, φιλοπολεμικές εκφράσεις.

Παραδείγματα υπάρχουν πολλά, κι εδώ στην Ελλάδα!

«Θα σκίσουμε τα μνημόνια μ’ ένα νόμο κι ένα άρθρο», «Εμείς δεν θα φέρουμε μέτρα», «Αυτοί είναι γερμανοτσολιάδες», «Ξεπουλούν τη χώρα», κτλ, κτλ.

Οι δημοσιογράφοι, στην πλειοψηφία τους,αντί να αμφισβητούν όσα ακούγονται και να ζητούν αποδείξεις για την ευστάθειά τους, κρατούν το ρόλο ακροατή. Τη στιγμή, που έχουν χρέος να επισημάνουν το ψέμα αρκούνται στην αναπαραγωγή του. Ευνοούν τους αλήτες να περνιούνται για κανονικοί και την ακραία αμετροέπεια ως φυσιολογικό μέρος της συμπεριφοράς των πολιτικών στελεχών.

Ελάχιστες εξαιρέσεις συνεχίζουν να τηρούν τους κανόνες του επαγγέλματος. Λίγοι δημοσιογράφοι εργάζονται ουσιαστικά πάνω στην ανάδειξη της ορθής πληροφορίας και τη φανέρωση του ψέματος. Κι όταν το κάνουν καθίστανται δακτυλοδεικτούμενοι, στοχοποιούνται και δέχονται πυρά ύβρεων, ακόμα κι απειλών.

Όταν μια δημοσιογράφος της Repubblica παρέθεσε, στους αναγνώστες της εφημερίδας, ένα σωρό ψεμάτων του Γκρίλο, εκείνος ζήτησε από τους οπαδούς του να γράψουν στο μπλογκ του τι θα της έκαναν... εάν την είχαν στο πίσω κάθισμα ενός αυτοκινήτου. Φαντάζεστε τι γράφτηκε...

Εδώ, στη χώρα μας, τα πρώτα χρόνια της κρίσης όσοι δημοσιογράφοι μίλησαν για παραπληροφόρηση από πλευράς στελεχών ΣΥΡΙΖΑ, ρώτησαν το απλό «πώς θα καταργήσετε το μνημόνιο μ’ έναν νόμο κι ένα άρθρο;» χαρακτηρίστηκαν Κουίσλινγκ, πέμπτη φάλαγγα των δανειστών, θεραπαινίδες της διαπλοκής, παπαγαλάκια και οδηγήθηκαν στο πειθαρχικό της ΕΣΗΕΑ ως παραβάτες του Κώδικα.

Εντός της Βουλής, το αντεπιχείρημα στην αναγκαιότητα των μνημονίων ήταν «Είστε σκυμμένοι στα τέσσερα», «εντολοδόχοι» και «υπηρέτες της Τρόικα».

Χωρίς πρόθεση να επεκταθώ περισσότερο... το μόνο που επιδιώκω να πω είναι πως αυτό το κράμα από λαϊκισμό, φανατισμό και ακατάσχετη μαγκιά που τρέχει από μπατζάκια έδωσε πια τη θέση του σε ευθείες απειλές και διώξεις συναδέλφων, εδώ, στην Ελλάδα.

Με λίγα λόγια, για κάθε έναν Μαυρίδη που θα μηνύεται και θα διώκεται από τον κάθε κάμ(μ)ένο – υπουργό και για κάθε έναν δημοσιογράφο που ο Πολάκης θα επιθυμεί να θάψει τρία μέτρα κάτω από τη γη...

Η ευθύνη θα μοιράζεται και σ’ εκείνους τους δημοσιογράφους που επέλεξαν τη σιωπή, σ’ εκείνους τους πολίτες που επεδίωξαν να προσωποποιήσουν την οργή τους.

Tags: