Εντείνεται ο γαλλικός σκεπτικισμός για τη Γερμανία

Γράφει ο Δημήτρης Θωμάς.

Ο Πρόεδρος Μακρόν εισήλθε στο Παλάτι του Ελιζέ, εκτιμώντας ότι ο ίδιος και η Καγκελάριος Μέρκελ συγκροτούσαν ένα δυναμικό πολιτικό δίδυμο που επρόκειτο να αποτελέσει, την κινητήριο δύναμη της ευρωπαϊκής ενοποίησης αλλά και τη βάση εκ της οποίας η Ευρώπη θα πραγματοποιούσε την προβολή της αγαθούς και δημιουργικής ισχύος της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε ολόκληρο τον κόσμο, με θετικά αποτελέσματα για την οικονομική ανάπτυξη, την ειρήνη και τη σταθερότητα. Η Ευρώπη θα αποτελούσε τον παράγοντα διασφάλισης της παγκόσμιας ισορροπίας σε ένα πολυπολικό κόσμο, και φωνή διαμεσολάβησης μεταξύ ΗΠΑ, Ρωσίας και Κίνας.

Όμως η ζωή, πόσο μάλλον η πολιτική, δεν κυλούν πάντα ομαλά, αλλά ανατρέπουν προβλέψεις και φιλοδοξίες, ανοίγοντας νέους δρόμους, μερικές φορές μεταξύ κωμικού και τραγικού, όπως γράφει χαρακτηριστικά ο βρετανικός Spectator, αναφερόμενος σε κωμειδύλιο μεταξύ του αγαπημένου των Βρετανών Μισέλ Μπαρνιέ, και της πολιτικής μοίρας της Γαλλίας, που ταλαντεύεται πολιτικά μεταξύ του Προέδρου Μακρόν, που διατηρεί το εκλογικό πλεονέκτημα, και της Μαρίν Λεπέν, που δείχνει να ισχυροποιείται στις δημοσκοπήσεις.

Ο αξιολάτρευτος, λόγω Μπρέξιτ, στο Λονδίνο, Μισέλ Μπαρνιέ λοιπόν, πραγματοποίησε στην πόλη του Καλέ, ομιλία για το ρόλο του στη διαδικασία αποχώρησης των Βρετανών από την Ευρωπαϊκή Ένωση (Ε.Ε.) και άφησε ανοικτό το ενδεχόμενο να θέσει υποψηφιότητα για τη γαλλική Προεδρία. Η εφημερίδα Λε Φιγκαρό περιγράφει τον Μισέλ Μπαρνιέ, Ανώτατο Διαπραγματευτή της ΕΕ για το Μπρέξιτ ως τον πολιτικό άνδρα που θα μπορούσε να ενώσει τη γαλλική Δεξιά και να παράσχει μια αξιόπιστη εναλλακτική πολιτική πρόταση από αυτή του Εμανουέλ Μακρόν και τη Μαρίν Λεπέν, στις προεδρικές εκλογές του 2022.

Ο Μισέλ Μπαρνιέ ηγείτε μιας πολιτικής κίνησης, με την ονομασία “Πατριώτες και Ευρωπαίοι”, που όπως εξηγεί η γαλλική εφημερίδα Λε Φιγκαρό, ασπάζεται και σέβεται τις ιδέες και τις αξίες του έθνους και της πατρίδας, υπερασπίζεται τη γαλλική εθνική ταυτότητα, αλλά παράλληλα θεωρεί τη Γαλλία μεγάλη ευρωπαϊκή δύναμη που ηγείται της προσπάθειας για ενοποίηση της Ευρώπης και διαμόρφωση κοινών πολιτικών για ένα συλλογικό ευρωπαϊκό μέλλον.

Αυτό που δεν δύναται να αντιληφθεί ο Μισέλ Μπαρνιέ και μέρος της πολιτικής τάξης της Γαλλίας, σημειώνει ο βρετανικός και όπως οι περισσότεροι γνωρίζουν φιλο – ευρωπαϊκός Spectator, είναι ότι ίσως οι διαθέσεις των Γάλλων απέναντι στην Ευρώπη και την Ένωση να έχουν αλλάξει, ειδικά μετά το χάος στην αντιμετώπιση της Πανδημίας, και τον πολιτικό διχασμό στις Βρυξέλλες, που ήρθε στην επιφάνεια, και συμπυκώνεται στις αποτυχημένες προσπάθειες της Προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα Βον Ντερ Λάϊεν, αλλά και της Καγκελαρίου Μέρκελ, να περισσώσουν το κύρος των ευρωπαϊκών θεσμών. Επιπλέον το Μπρέξιτ και η έξοδος του Ηνωμένου Βασιλείου από την ΕΕ, έδειξε σε πολλούς, ότι μια χώρα με αποφασιστικότητα και αντοχές, είναι δυνατόν να απαλλαγεί από αυτό που θεωρούν τυραννία των Βρυξελλών και διαδοχικές πολιτικές και οικονομικές αποτυχίες.

Υπάρχει όμως άλλος σημαντικότερος λόγος για τον οποίο ο έρωτας των Γάλλων για την Ευρώπη φθίνει, και αυτός δεν είναι άλλος από τη Γερμανία. Τον προηγούμενο Νοέμβριο η γερμανική εφημερίδα Ντι Ζάιτ προκάλεσε πολιτική αναταραχή στη Γαλλία καθώς η αρθρογραφία της επιχείρησε να γελοιοποιήσει τις προσπάθειες της γαλλικής κυβέρνησης για αντιμετώπιση της πανδημίας, χαρακτηρίζοντας τη Γαλλία χώρα του παραλόγου, αυτό όμως πριν από την αποτυχία της ίδιας της Γερμανίας να αντιμετωπίσει η ίδια το δεύτερο κύμα της πανδημίας.

Υπάρχουν πολλοί και σοβαροί στη Γαλλία που αμφιβάλλουν για το αν η Γερμανία εκτιμά το ίδιο τη Γαλλία, και αν ασπάζεται ακόμη τις αρχές και τις εξίες της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Είναι βέβαιον ότι οι Γάλλοι είναι πιο κοντά σε αυτές τις σκέψεις από τους πολιτικούς, που ακόμη πιστεύουν ότι μεταξύ Γαλλίας και Γερμανίας υπάρχει μια ειδική σχέση, ένας άξονας κοινών αξιών στόχων και συμφερόντων. Πρόσφατα η γαλλική πολιτική επιθεώρηση Μαριάν, έγραψε μια ανάλυση με τίτλο, “Πως και πόσο η Γερμανία αφήνει πίσω τη Γαλλία”, υποστηρίζοντας ότι η Γερμανία εκμεταλλεύεται εδώ και δεκαετίες τη Γαλλία στο βιομηχανικό, αγροτικό και στρατιωτικό τομέα. Το 1980 το κατά κεφαλήν εισόδημα της Γαλλίας ήταν μικρότερο κατά 5% από αυτό της Γερμανίας, ενώ σήμερα η διαφορά είναι στο 13%.

Η Νατάσα Πολόνι, δημοσιογράφος του περιοδικού Μαριάν, επισημαίνει ότι δέχθηκε πλήθος επικριτικών σχολίων για την ανάλυση της, κάτι που όπως είπε θεώρησε φυσιολογικό και αναμενόμενο, αφού όπως είπε εκτιμά ότι μέρος της πολιτικής τάξης εθελοτυφλεί, δεν βλέπει τα αντικειμενικά δεδομένα, και όταν κάποιος μιλά για εθνικά συμφέροντα, αμέσως σπεύδουν να φωνάξουν, Γερμανοφοβία. Δεν είναι η πρώτη φορά που το Μαριάν αναρωτιέται τι ακριβώς κερδίζει η Γαλλία από τη συνεργασία με τη Γερμανία. Τόσο το Μαριάν όσο και η Φιγκαρό, τους προηγούμενους μήνες, όταν η Γαλλία έστειλε στην ανατολική Μεσόγειο αεροναυτικές δυνάμεις για να στηρίξει την Ελλάδα στην αντιπαράθεση της με την Τουρκία, τα δύο έντυπα επέκριναν σφόδρα τη Γερμανία, διότι δεν υποστήριξε τους ευρωπαίους εταίρους της, λειτουργώντας εγωϊστικά για να εξυπηρετήσει μόνο τα δικά της συμφέροντα και να μην διαταράξει τις σχέσεις της με την Άγκυρα.

Επιπλέον οι Γάλλοι επικρίνουν έντονα τη Γερμανία, για τη στάση της κατά τη διάρκεια της προσφυγικής και μεταναστευτικής κρίσης το 2015, γιατί δεν συμφώνησε στη συγχώνευση της ολλανδικής EADS με τη βρετανική BAE, που θα δημιουργούσε τη μεγαλύτερη αεροδιαστημική και αμυντική βιομηχανία στον κόσμο, κάτι που η Γαλλία, η Βρετανία και η Ολλανδία ήθελαν πολύ, και που η Γερμανία υπονόμευσε επειδή φοβήθηκε ότι θα ήταν βλαβερό για τη δική της αμυντική και αεροπορική βιομηχανία.

Πρόσφατα το γαλλικό συντηρητικό περιοδικό Valuers Actuelles, χαρακτήρισε τη Γερμανία, “τύραννο της Ευρωπαϊκής Ένωσης”, με αφορμή την απόφαση της να επιβάλλει ελέγχους στα σύνορα της με τη Γαλλία, λόγω της πανδημίας. Το περιοδικό κατηγορεί την Καγκελάριο Μέρκελ ότι ως προς την Κίνα, δεν διστάζει να υπονομεύσει τα κοινά ευρωπαϊκά συμφέροντα, για να ωφελήσει μόνο τα γερμανικά, και μάλιστα χλευάζει τον Πρόεδρο Μακρόν ως αφελή, γιατί όπως λέει “δεν μπορεί να αντιληφθεί ότι το Βερολίνο αγνοεί παντελώς τα γαλλικά συμφέροντα και εκπορνεύει τη γερμανική βιομηχανία στον πιο καλό πελάτη”.

Ο Spectator επισημαίνει ότι ο Πρόεδρος Μακρόν υπήρξε πάντοτε γενναιόδωρος με την Καγκελάριο Μέρκελ, όπως τον Ιανουάριο του 2019 που υπέγραψε τη Συνθήκη του Άαχεν, που προέβλεπε την εμβάθυνση της συνεργασίας Γαλλίας – Γερμανίας στους τομείς της οικονομίας, της βιομηχανίας, της άμυνας και της ασφάλειας. Πολλοί όμως είναι εκείνοι που κατηγορούν τον Πρόεδρο Μακρόν ότι έπεσε θύμα της Καγκελαρίου Μέρκελ, αφού η Γερμανία αρνείται να δαπανήσει το 2% του ΑΕΠ της για την άμυνα, ότι είναι προσδεδεμένη στο αμερικανικό στρατιωτικό άρμα, και ότι αφήνει τη Γαλλία να ξοδεύει εκατοντάδες δισσεκατομμύρια περισσότερα ευρώ, από τα οποία ωφελείται το Βερολίνο, προσφέροντας στο Παρίσι , “μόνο μπουκέτα με λουλούδια και ερωτικές εξομολογήσεις της μιας βραδιάς”.

Αυτό είναι και το μεγαλύτερο πρόβλημα που αντιμετωπίζει ο Πρόεδρος Μακρόν εν όψει τον επικείμενων προεδρικών εκλογών, κάτι που σπεύδει να εκμεταλλευτεί τα μέγιστα η Μαρίν Λεπέν με σύνθημα, “Της Γαλλίας θα ηγηθεί μια γυναίκα, ή εγώ ή η κυρία Μέρκελ. Πολλοί είναι εκείνοι λοιπόν, ιδιαίτερα στο Λονδίνο, τη Ρώμη και την Ουάσινγκτων που καλούν τον Πρόεδρο Μακρόν να σταματήσει να σφυροκοπά τη Βρετανία για το Μπρέξιτ, να αντιληφθεί ότι η κυρία Μέρκελ κάνει πάντα ότι είναι καλό πρώτα για τη Γερμανία, και να πράξει τα δέοντα αναλόγως, για να μην αναγκαστεί να εγκαταλείψει το Ελιζέ, και να υπερασπιστεί τα συμφέροντα της Γαλλίας.