Εύθραυστα σαν πορσελάνη Σεβρών

Γράφει ο Στέλιος Ιατρού

Θα έχετε ακούσει τον όρο “failed state”, που αποδίδουμε ως «αποτυχημένο κράτος».

Εκτιμήθηκε πως ο όρος ήταν σκληρός και προσβλητικός, γιατί η αποτυχία είναι κακιά λέξη που πρέπει ν’αποφεύγουμε, μήπως και σκάσει τη νοερή φούσκα της ασφάλειάς μας με τις αιχμηρές της γωνίες.

Επειδή ζούμε στην εποχή που πληγώνονται εύκολα τα συναισθήματα πολλών, η δε πραγματικότητα προσλαμβάνεται υποκειμενικά και η αλήθεια είναι ζήτημα προσωπικά εσωτερικευμένου βιώματος, τελικά σήμερα έχουμε μετακινηθεί προς τον όρο “fragile state”, «εύθραυστο κράτος». Όπως εύθραυστες είναι και οι ψυχοσυνθέσεις που αρνούνται τη σκληρότητα του κόσμου γύρω μας, και προτιμούν να μετονομάζουν τα πράγματα μπας και τα πράγματα αλλάξουν επειδή τους αλλάζουμε την ονομασία.

To think tank “The Fund for Peace” (FFP) συντάσσει μια λίστα με την ευθραυστότητα 179 κρατών [click εδώ], απ’ τα πιο εύθραυστα προς τα πιο ανθεκτικά. Στον χάρτη που παραθέτει η δεξαμενή σκέψης, τα βαθυκόκκινα και τα κόκκινα κράτη είναι τα πιο εύθραυστα, τα πορτοκαλί και κίτρινα βρίσκονται αμέσως πριν το κατώφλι της κρίσης, τα πράσινα είναι πιο σταθερά, και τα μπλε και σκούρα μπλε είναι τα πιο βιώσιμα, με τους ενδιάμεσους χρωματικούς τόνους ν’ ανταποκρίνονται σε διαβαθμίσεις.

Για την αξιολόγηση των κρατών λαμβάνονται υπόψη δημοσίως συλλεγέντα και ευκόλως προσβάσιμα δεδομένα τεσσάρων ενοτήτων από ποσοτικούς και ποιοτικούς δείκτες, που καθεμιά τους διακλαδίζεται σε τρεις υποενότητες [click εδώ].

Οι δώδεκα υποενότητες δεικτών συνθέτουν ένα πλαίσιο αξιολόγησης του περιβάλλοντος έριδας, σύγκρουσης, ανασφάλειας, παρακμής, και κινδύνου στο εσωτερικό μιας χώρας, που την εκθέτουν σε ρίσκο και τη φέρνουν πλησιέστερα σε μια κατάρρευση.

Θα παραθέσω ονομαστικά τους δείκτες, και ανατρέχοντας στον αμέσως ανωτέρω υπερσύνδεσμο μπορεί κανείς να δει αναλυτικότερα το ειδικότερο περιεχόμενό τους· η απόδοση στα ελληνικά είναι δική μου και ανταποκρίνεται στο περιεχόμενο της κατηγορίας, όχι κατ’ ανάγκη στον τίτλο της:

Α. Κοινωνική Συνοχή (Cohesion Indicators)

• Περιβάλλον και Κλίμα Εξωτερικής κι Εσωτερικής Ασφάλειας (Security Apparatus)
• Κατακερματισμός των Ομάδων και Θεσμική Συμπεριφορά των Ελίτ (Factionalized Elites)
• Κλίμα Διχόνοιας, Δυσαρέσκειας, και Αντιπαλότητα μεταξύ των Κοινωνικών Ομάδων (Group Grievance)
Β. Οικονομία (Economic Indicators)

• Οικονομική Παρακμή και Φτώχεια (Economic Decline)
• Κοινωνικά Άνιση Ανάπτυξη (Uneven Development)
• Διαρροή Ανθρώπινου Δυναμικού και Brain Drain (Human Flight)
Γ. Πολιτική (Political Indicators)

• Θεσμική Νομιμοποίηση και Νομιμότητα (State Legitimacy)
• Υπηρεσίες Πρόνοιας, Ασφάλειας, Κοινής Ωφέλειας (Public Services)
• Ανθρώπινα Δικαιώματα και η Ισχύς του Νόμου (Human Rights and Rule of Law)
Δ. Κοινωνία (Social Indicators)

• Δημογραφικές Πιέσεις (Social Pressures)
• Προσφυγοποίηση και Εσωτερικός Εξοικισμός (Refugees and IDPs)
• Εξωτερικές Παρεμβάσεις (External Intervention)
Ασφαλώς, μέχρι να την ποσοτικοποιήσεις και να τη βιώσεις ποιοτικά στο πετσί σου, η αποτυχία παραμένει θέμα άποψης, γιατί και μέσα στη σφοδρότερη δίνη του δημόσιου κακού, κάποιοι πάντοτε θα περπατούν στον ενδιάμεσο, άπληκτο απ’ τον υετό χώρο, ενώ γύρω τους χιλιάδες θα πέφτουν νεκροί απ’ τους κεραυνούς και το χαλάζι.

Εντούτοις, ως εργαλειακό ορισμό θα έλεγε κανείς πως ένα κράτος έχει αποτύχει όταν δεν είναι πλέον ικανό με συστηματικό, νόμιμο, συνεπή, και αδιάλειπτο τρόπο να επιβάλει την έννομη τάξη, ή να παράσχει αποδοτικά στους πολίτες του στοιχειώδεις υπηρεσίες και πρόσβαση σε βασικά αγαθά.

Στην έκθεση για το 2021 του FFP, στο Top 5 των αποτυχημένων κρατών βρίσκονταν:

5. η Λαοκρατική Δημοκρατία του Κονγκό

4. το Νότιο Σουδάν

3. η Συρία

2. η Σομαλία

1. η Υεμένη​

Οι ΗΠΑ, με πράσινη απόχρωση, ανέβηκαν δέκα θέσεις απ’ το 2020 (153η θέση) στην 143η θέση το 2021. Αυτό δεν είναι για καλό, διότι όσο πιο πίσω βρίσκεται μια χώρα, τόσο καλύτερα. Θα θυμάστε πως στις ΗΠΑ είχαμε πάνω από ένα εκατομμύριο νεκρούς απ’ την πανδημία, διάλυση της οικονομίας με ανάμικτο καθεστώς lockdowns, κοινωνική έριδα και πολύμηνα φαινόμενα συλλογικής αστικής βίας από Antifa και Black Lives Matter κόντρα και φαυλοκυκλικά στα αντίρροπα εθνοδεξιά κι αντιεμβολιαστικά κινήματα που ο τραμπισμός αξιοποίησε για να πολώσει την κοινωνία, μέχρι και απόπειρα κατάλυσης του πολιτεύματος, την 6η Ιανουαρίου 2021 με τις Ταραχές του Καπιτωλίου (Capitol Riots), κοντά σε άλλες ανωμαλίες στους θεσμούς (λ.χ. χρονίως ακέφαλες δημόσιες υπηρεσίες και υποστελεχωμένα υπουργεία της Ομοσπονδιακής Κυβέρνησης, ξήλωμα εκατοντάδων νομοθετημάτων ανά εξάμηνο με προεδρικά διατάγματα, κ.ά.).

Η Ρωσία το 2021 βρέθηκε στην 74η θέση, ενώ το 2006 κατείχε την πολύ χειρότερη 43η. Αναμφίβολα, η έκθεση για το 2022 θα την ρίξει πολύ πιο μπροστά στη λίστα. Είναι γενικά παράδοξη η πορεία της απ’ το 2006 κι εξής, προκαλώντας αμφιβολία για την πιστότητα των στοιχείων που εκείνη διέθετε στη δημοσιότητα:

2006: 43η

2007: 62η

2008: 73η

2009: 71η

2010: 80η

2011: 82η

2012: 83η

2013: 80η

2014: 85η

2015: 65η

2016: 65η

2017: 67η

2018: 69η

2019: 73η

2020: 76η

2021: 74η

H Τουρκία βρέθηκε στην 57η θέση, απ’ την 59η το 2020 και 2019, και την 58η το 2018. Η καλύτερη χρονιά της γείτονος απ’ το 2006 ήταν το 2011, στην 96η θέση. Για την Τουρκία πρέπει να υπογραμμίσω πως πολλοί όλο την περιμένουν να καταρρεύσει κι όλο αντέχει, γιατί παράγει και εξάγει σε αγορές στην Αφρική και την Ασία, ενώ με επιθετική κι ευέλικτη διπλωματία κλείνει συμφωνίες ακόμα και με ανταγωνιστές της, λ.χ. αραβικές χώρες του Περσικού Κόλπου, όμως ο πληθωρισμός της αυτούς του μήνες του 2022 εκτινάχτηκε στο 74,5% (πραγματικός κοντά στο 160%), γεννώντας λαϊκή δυσφορία, ενώ η στρατιωτική υπερέκταση που έχει γνωρίσει σε τόσα μέτωπα, συνάμα με τις μεταναστευτικές ροές που δέχεται, και το πολύ κακό προφίλ της σε θέματα δημοκρατίας, φιλελευθερισμού, και ομαλότητας στο πολιτικό της σύστημα την κρατούν παγιδευμένη στις πρώτες δεκάδες.

Η Ελλάδα επέστρεψε στην 128η θέση που κατείχε το 2018, παραμένει σε πράσινο χρώμα, που σημαίνει πως λογίζεται στις σταθερές ή σταθεροποιημένες. Μολαταύτα, βρισκόμαστε δέκα θέσεις πιο μπροστά απ’το 2012, κι αυτό θα ήταν καλό να διορθωθεί, γιατί είπαμε: όσο πιο πίσω, τόσο καλύτερα. Οι θέσεις μας την τελευταία δεκαετία ήσαν:

2012: 138η

2013: 138η

2014: 137η

2015: 134η

2016: 130η

2017: 127η

2018: 128η

2019: 129η

2020: 127η

2021: 128η

Το ερώτημα είναι τί οδηγεί ένα κράτος στην αποτυχία; Ποιά δύναμη το εκτροχιάζει, και η κεντρική εξουσία χάνει θεσμικά τον έλεγχο της χώρας; Τί μετατρέπει μια χώρα σε μια μαύρη τρύπα στον χάρτη που έχει πάψει να λειτουργεί;

Κρίσεις όπως διαφθορά, πόλεμος, λιμός, πανδημία, εμφύλια διαμάχη, εσωτερική αναστάτωση μεταξύ αρχόντων και αρχομένων, ανάμεσα σ’ άλλους δυσμενείς παράγοντες, και οι συνδυασμοί τους, μπορούν να οδηγήσουν εκεί.

Συμβαίνει μια χώρα να παραμείνει γεωγραφική ενότητα στον χάρτη, αλλά να πάψει να είναι απτά μετρήσιμη πολιτική οντότητα. Τέτοια είναι η περίπτωση της Συρίας, του Ιράκ, του Αφγανιστάν, και της πεντάδας που βρίσκεται στην κορυφή της λίστας, που ανέφερα.

Μπορεί σε τέτοια να εξελιχθεί στο μέλλον ακόμα καί η Κίνα, που έχει στηρίξει μετά την Εποχή Νίξον περίπου όλη της την παρουσία στην παγκόσμια σκηνή στις τεράστιες εισαγωγές, τεράστιες εξαγωγές, στην τεχνολογική ιδιοποίηση απ’ τη Δύση, και την μεταφορά έδρας της διεθνούς παραγωγής στην επικράτειά της, αξιοποιώντας την παγκοσμιοποίηση.

Αυτές τις βδομάδες, με τις κυρώσεις της Δύσης προς τη Ρωσία, και με τα δικά της lockdowns κατά την σφόδρα ανεπιτυχή ανταπόκρισή της απέναντι στην πανδημία, η απολυταρχικά κομμουνιστική Κίνα, που τόσο πολλά έχει εξαρτήσει για την ευημερία της απ’ την ανεμπόδιστη ευταξία του παγκόσμιου συστήματος, παρακολουθεί προβληματισμένη το πόσο γρήγορα μπορούν να ανατραπούν σε βάρος της κάποιες κρίσιμες προϋποθέσεις της ευημερίας της. Πόσο γρήγορα μπορεί με δική της ευθύνη ή από εξωτερικές περιστάσεις η Δυτική επιχειρηματικότητα που την έθρεψε σαράντα χρόνια τώρα να απομακρυνθεί από την αγορά της, και το χάρτινο οικοδόμημά της να καταρρεύσει.

Τρία πράγματα έχουν συμπέσει αυτό το διάστημα που θέτουν σε αμφιβολία το Κινεζικό παράδειγμα:

1. το σταθερό πλαίσιο της παγκόσμιας εφοδιαστικής αλυσίδας, που της εξασφάλιζε εξαγωγικά έσοδα και εισαγόμενες πρώτες ύλες για την παραγωγής της, έχει αποδιαρθρωθεί, τόσο με δική της ευθύνη όσο καί με τη βούληση των ανταγωνιστών της,

2. το σταθερό πλαίσιο του διεθνούς τιμήματος για το πετρέλαιο, που τροφοδοτούσε την ομαλότητα στην λειτουργία της παραγωγής της, η ιδέα πως η τιμή και η ροή του πετρελαίου θα παραμείνουν σταθερές, αυτά έχουν εξαφανιστεί εσχάτως. Και πάλι η ευθύνη για τις εξαρτήσεις της είναι δική της, αλλά και το σκηνικό που διαμορφώνει η βούληση των ανταγωνιστών της είναι σε βάρος της.

3. το σταθερό πλαίσιο του εφοδιασμού του παγκόσμιου πληθυσμού με τρόφιμα και λιπάσματα έχει επίσης αποδιαρθρωθεί, και πλήττει πρώτα χώρες όπως η Κίνα που διαθέτει έναν πληθυσμό 1,5δισεκ..

Πολλά μπορούμε να πούμε για την προβληματική οικονομία της Ρωσίας, όμως παραμένει καθαρός εξαγωγέας ενέργειας, πρώτων υλών, και τροφίμων. Η Κίνα, πάλι, στις τρεις αυτές κατηγορίες είναι ολωσδιόλου εξαρτημένη απ’ τις εισαγωγές, και έτσι εξαρτημένη απ’ την υγεία της παγκόσμιας αγοράς. Όταν η παγκόσμια αγορά συναχωθεί, η Κίνα παθαίνει πνευμονία, γι’ αυτό και στη ρητορική της προτάσσεται πάντοτε η παγκόσμια σταθερότητα (με κάθε κόστος), και η ομαλή διεξαγωγή του παγκόσμιου εμπορίου.

Οι περασμένες εβδομάδες με τα δυστοπικά Κινεζικά lockdowns ένεκα της Zero-COVID Policy του Πεκίνου, καθώς έχω αναπτύξει σε προηγούμενο άρθρο μου στoMea Culpa [click εδώ], φανέρωσαν στη Δύση πως η δική της επιχειρηματικότητα στην απωασιατική εκείνη χώρα δύει· επιπλέον, πως το απολυταρχικό καθεστώς του Κομμουνιστικού Κόμματος είναι αναξιόπιστος εταίρος που κατεβάζει ετσιθελικά τους διακόπτες στην παραγωγή και τις εξαγωγές επιδιώκοντας ανεδαφικούς στόχους για την ανταπόκριση στην πανδημία· ακόμα, πως όσο η Κίνα αρνείται ν’ αγοράσει εμβόλια mRNA απ’ τη Δύση (καταβάλλοντας κι ένα υπέρογκο τίμημα $2-3 τρισεκ. για την αγορά τους), ο φαύλος κύκλος των πανδημικών κυμάτων θα τη ρίχνει στην αυτοκτονική διακοπή της οικονομικής ζωής, πλήττοντας τα δικά της αλλά και τα δυτικά συμφέροντα. Στη ζωή και την οικονομία ισχύει το αντίθετο απ’ τις δικαστικές αποφάσεις: εάν τις αναστείλεις, τότε είναι που εκτίεις πλήρως πολλές ποινές και τιμωρίες.

Εκείνο, βέβαια που έβλαψε καθοριστικά το διεθνές προφίλ της Κίνας είναι η συμπαράταξή της με τη Ρωσίακατά την εισβολή της 24ης Φεβρουαρίου στην Ουκρανία. Μολονότι αρχικά η Κίνα προσποιήθηκε την εφεκτικά ουδέτερη στέλνοντας άνευρες και γενικόλογες νουθεσίες προς αμφότερους τους αντιμαχόμενους για αυτοσυγκράτηση και στροφή στη διπλωματία, οι πράξεις της μίλησαν σε βάρος της: τις παραμονές της εισβολής υπέγραψε με τη Ρωσία κοινή δήλωση πέντε χιλιάδων περί αιώνιας φιλίας και διμερούς συνεργασίας και συμπόρευσης σε όλους τους τομείς δίχως ταμπού·κατόπιν, στις σχετικές ψηφοφορίες στα όργανα του ΟΗΕ ευνόησε τη Ρωσία με την βολική της ουδετερότητα, συμπαρασύροντας και καμιά σαρανταριά κράτη-μέλη εξαρτημένα απ’ την ίδια στην ίδια στάση, όπου και ηττήθηκαν· τέλος, διενέργησε και διενεργεί ακόμα κοινές ναυτικές ασκήσεις με τα Ρωσικό πολεμικό ναυτικό στ’ ανοιχτά της Ιαπωνίας.

Η ανάλυση που κυκλοφορούσε ήταν πως η Κίνα περίμενε να δει τη Ρωσία να υποτάσσει την Ουκρανία χωρίς Δυτική αντίδραση μέσα σε 72 ώρες, και τούτο θα ήταν το έναυσμα για δική της απόβαση στην Ταϊβάν. Η παράλληλη, διπλή στρατιωτική επέμβαση των δύο Δυνάμεων σε Δύση και Ανατολή, θα παρασκεύαζε τετελεσμένα που ο Δυτικός Κόσμος δεν θα ήταν πρόθυμος ή ικανός ν’ ανατρέψει. Όμως, όπως σε πολλούς στρατηγικούς της σχεδιασμούς απ’ την εποχή του Μάο μέχρι σήμερα, έπεσε κι εδώ έξω.

Πρώτον, η μεταπανδημική Δύση αντέδρασε στη Ρωσική εισβολή, οι δε ΗΠΑ δεσμεύθηκαν με δήλωση του Προέδρου Μπάιντεν ανοιχτά να υπερασπιστούν την ανεξαρτησία της Ταϊβάν έναντι κινεζικής επιθετικότητας.

Δεύτερον, η Ταϊβάν δεν είναι Ουκρανία· εκεί που η δεύτερη δεν διέθετε σοβαρές ένοπλες δυνάμεις και ήταν απροετοίμαστη για εισβολή έπειτα απ’ το Μνημόνιο της Βουδαπέστης (1994), όταν και ο μακαρίτης Λεονίντ Κραφτσούκ παρέδωσε το πυρηνικό της οπλοστάσιο στον μακαρίτη Μπαρίς Γέλτσιν, η Ταϊβάν προετοιμάζεται αμυντικά για κινεζική απόβαση τουλάχιστον εβδομήντα χρόνια τώρα, ενώ τα τελευταία σαράντα διαθέτει καί πυρηνική τεχνολογία, και είναι άγνωστο εάν έχει κατασκευάσει πυρηνικό οπλισμό, μα είναι γνωστό πως είναι μια τεχνολογικά ανεπτυγμένη χώρα.

Τρίτον, η Ταϊβάν διαθέτει μια θάλασσα να την χωρίζει απ’ την κινεζική ακτή, και οι αποβάσεις είναι οι πιο επισφαλείς στρατιωτικές επιχειρήσεις για τον επιτιθέμενο.

Τέταρτον, επανήλθε η πανδημία στην Κίνα, υποχρεώνοντάς την να μεταθέσει για το μέλλον ενδεχόμενά σχέδιά της σε βάρος της Ταϊβάν.

Συνάμα με τα lockdowns η Κίνα έχει κατεβάσει ρολά στη χρηματαγορά της, γιατί γνωρίζει πως τη μέρα που θα την ανοίξει σε διαπραγμάτευση, θα δει μαζική και πανικόβλητη απόσυρση δυτικών κεφαλαίων απ’ την αγορά της. Η Κίνα τυπώνει μανιασμένα πληθωριστικό γιουάν, περίπου με τριπλάσιο ρυθμό απ’ ό,τι τυπώνουν δολάρια οι ΗΠΑ, και μάλιστα μονάχα 1% του νομίσματός της είναι διεθνώς διαπραγματεύσιμο στο χρηματιστήριο του χειραγωγούμενο και κλειστό Χονγκ Κονγκ. Αυτή ήταν η πρακτική του Πεκίνου δεκαετίες τώρα, για την υγεία του τραπεζικού συστήματος του οποίου δεν γνωρίζουμε περίπου τίποτα, αφού καμία ανεξάρτητη δυτική πηγή δεν έχει πρόσβαση σε ανεξάρτητα διαθέσιμα πραγματικά δεδομένα.

Εδώ θα κάνω μια παρέκβαση για να πω δυο λόγια για τα κεφάλαια του πλανήτη, και για το πώς θα φύγουν απ’ την Κίνα για να μεταναστεύσουν στις ΗΠΑ:

Θα ακούσατε πως η Fed αύξησε τα επιτόκια στις ΗΠΑ, και τούτο θα καταστεί ο κανόνας στην άλλη ακτή του Ατλαντικού για την δεκαετία που μας έρχεται. Θεωρητικά όταν μια κεντρική τράπεζα αυξάνει τα επιτόκια δανεισμού, το κάνει για να επιβραδύνει την κατανάλωση, κι έτσι να επιβραδύνει τον πληθωρισμόπου ενδημεί στην οικονομία της.

Εδώ όμως η πληθωριστική κρίση του καιρού μας — που την παρονομάτισαν “Putin’s Price Hike” στις ΗΠΑ, και το ίδιο αφήγημα περνά καί στη δημαγωγική ρητορική στην πατρίδα μας — αξιοποιήθηκε απ’ το Υπουργείο Οικονομικών της Αμερικής για να ρουφήξει τα κεφάλαια του πλανήτη προς τις ΗΠΑ.

Τούτο γιατί απ’ τις οικονομικές Δυνάμεις στο παγκόσμιο σκηνικό, μονάχα οι ΗΠΑ μπορούν ν’ ανεβάσουν τα επιτόκια δανεισμού. Στην ΕΕ, όπου ο πληθυσμός είναι ηλικιωμένος και οι συνήθειές του στέλνουν τον συσσωρευμένο πλούτο του στην αποταμίευση και την επένδυση, μακριά απ’ την κατανάλωση, εάν η ΕΚΤ και οι κεντρικές τράπεζες εκτός ζώνης του Ευρώ αύξαναν θα επιτόκια δανεισμού όχι μονάχα δεν θα επιβράδυναν την κατανάλωση των νέων, μα θα την σκότωναν, γιατί οι νέοι δεν αμείβονται καλά πια και δεν διαθέτουν υψηλά διαθέσιμα εισοδήματα, που ούτως ή άλλως εξανεμίζονται στη στέγαση και την επιβίωση. Έτσι, εξουδετερώνοντας την κατανάλωση, θα πάγωναν την κατανάλωση και θα επιτάχυναν την ύφεση.

Την Πέμπτη 9 Ιουνίου, η ΕΚΤ της Κριστίν Λαγκάρντ ανακοίνωσε πως από την 1η Ιουλίου τα επιτόκια θ’ αυξηθούν κατά 0,25%, τον Σεπτέμβριο η αύξηση θ’ ανέλθει στο 0,5%, και στο τέλος της χρονιάς άλλο σ’ άλλο ένα 0,25%. Πρόκειται για μια συνετή προσέγγιση, με τις παλιές συνήθειες των παλαιών εποχών, μα τώρα ακούγεται μάλλον άτολμη. Μολαταύτα, θ’ ακριβύνει το χρήμα στην ΕΕ, γιατί επιπλέον η ΕΚΤ θα σταματήσει ν’ αγοράζει τα ομόλογα των κρατών-μελών, που μέχρι τώρα έκανε με αρνητικό επιτόκιο. Αφέθηκε να αιωρείται ο υπαινιγμός πως η ΕΚΤ θα εγκαινιάσει έτσι μιαν εποχή διαρκούς, βαθμιαίας αύξησης των επιτοκίων, όμως θα δούμε πού θα κινηθούν οι επενδυτές ακόμα κι έτσι.

Όμως, έτσι τα ευρωενωσιακά και ευρωπαϊκά ομόλογα κρατικού δανεισμού παραμένουν πολύ χαμηλά σε αποδόσεις, στο -1% με 0%, και οι διεθνείς επενδυτές θα προτιμήσουν να επενδύσουν στ’ αμερικανικά κρατικά ομόλογα τα επόμενα πολλά πολλά χρόνια, που θ’ αποδίδουν 3-4% άνετα και εξασφαλισμένα, διότι στις ΗΠΑ οι αυτοκτονικές γερμανικές μέθοδοι αυστηρής λιτότητας, ταπεινωτικών μνημονίων δημοσιονομικής προσαρμογής, και τ’ ατέρμονα, αναποδοτικά Eurogroupsπου υποτάσσουν την οικονομία σε λαϊκιστικές εμμονές ηγετών που είναι άσχετοι με τα οικονομικά, δεν αποτελούν μέρος της οικονομικής εμπειρίας του τόπου ή του αμερικανικού συστήματος, και στην Ουάσιγκτον δεν αυτοπυροβολούν την οικονομία τους στα πόδια, όπως κάναμε στην Ευρώπη για μια χαμένη δεκαετία, καθιστώντας ανάπηρες κάμποσες εθνικές οικονομίες μαςπροκειμένου να ενισχυθεί η Γερμανική Ηγεμονία.

Έτσι, κοντά στην μετακίνηση των παραγωγικών μονάδων που αναμένεται να συντελεστεί απ’ την Κίνα πίσω προς τη Δύση, οι ΗΠΑ προετοιμάζουν καί τη μετανάστευση κεφαλαίων, τόσο με τη μορφή άμεσων ξένων επενδύσεων (FDIs), όσο καί ομολογιακού δανεισμού προς τις ίδιες. Η δε Κίνα δεν διαθέτει αυτήν τη στιγμή τρόπο ν’ αντιδράσει, γιατί δεν διαθέτει το πολιτικό σύστημα και τους μηχανισμούς που θα της επέτρεπαν ευελιξία και ευπροσαρμοστικότητα· αντ’ αυτών, τυραννίδα και δεσποτισμός.

Οικονομική και παραγωγική προϊούσα αποπαγκοσμιοποίηση συνδυασμένη μ’ επ’ αόριστον διατάραξη των εφοδιαστικών και τροφοδοτικών αλυσίδων συνθέτουν τη συνταγή για υποχώρηση της Κίνας, της οποίας οι ιθύνοντες έπρεπε να είχαν τρέξει προχθές πίσω στο εργαστήριο να σχεδιάσουν νέες εναλλακτικές για ν’ ανακόψουν μιαν αποβιομηχάνιση που μπορεί να της προκύψει ραγδαία και να έχει ολοκληρωθεί μέσα σε μια διετία απ’ την στιγμή που κάτι θα την πυροδοτήσει.

Πράγματι, η Κίνα, μπορεί μεν να λέμε πως είναι εξαρτημένη απ’ τα ορυκτά καύσιμα, κι έτσι απ’ την καλοσύνη των ξένων, αλλ’ έχει επενδύσει τιτάνια ποσά στις υποδομές ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, και στην κατασκευή δικτύων μεταφορών. Όμως άργησε, και δεν επαρκούν: η κρίση την πρόλαβε.

Η Κίνα προέρχεται από πολυχιλιετή παράδοση κρατικής ενοποίησης των πολλών εθνοτήτων που την συνθέτουν, και δεν αναμένω να διαλυθεί, όπως αντιθέτως ιστορικά συμβαίνει με χώρες του σλαβικού κόσμου. Και μόνο η παράδοσή της εκτιμώ πως θα τη συγκρατήσει γεωγραφικά ενιαία ως κρατική ενότητα, μάλιστα δε οφείλουμε να παραδεχτούμε πως πάντοτε μέσα στους αιώνες η Κίνα αντιλαμβανόταν τον εαυτό της ως αυτοτελή οντότητα, που διέθετε το κρίσιμο μέγεθος και τον πληθυσμό που θα της επαρκούσε για να ευημερεί δίχως την ανάγκη ή την εξάρτηση από ξένους.

Στη σύγχρονή μας ιστορία, τούτο άλλαξε με τις δυσμενείς άνωθεν παρεμβάσεις του Κομμουνιστικού Κόμματος στη δημογραφία της χώρας, και με την ένταξή της στο παγκόσμιο σύστημα μετά το άνοιγμά της στην παγκόσμια αγορά, που ήταν πρωτοβουλία των Νίξον-Κίσινγκερ, οι οποίοι πλεύρισαν το Πεκίνο προκειμένου να θορυβήσουν το πάντοτε παρανοϊκό Κρεμλίνο πως θα μπορούσε να βρεθεί στη μέγγενη απ’ τα δυτικά και τ’ ανατολικά ταυτόχρονα.

Προσέξτε πως μολονότι η Κίνα παρουσιάζει μια διπλωματική κινητικότητα προς την Αφρική, με όλες τις χώρες της οποίας (πλην Σουαζιλάνδης) διαθέτει ένα πυκνό πλέγμα συμφωνιών κάθε λογής, και εσχάτως για γεωστρατηγικούς λόγους με τα νησιωτικά έθνη του Ειρηνικού — που θα εξαφανιστούν απ’ την άνοδο των υδάτων λόγω της κλιματικής κρίσης — για την επιβίωση του μοντέλου της εξαρτάται απ’ την κατανάλωση της πλούσιας Δύσης, η οποία με αφορμή τον Πόλεμο του Πούτιν έχει ανασύρει κάποια κότσια που για δεκαετίες έμοιαζε να έχει χάσει.

Στη λίστα ευθραυστότητας, η Κίνα το 2006 κατείχε την 57η θέση, κακή, αλλά βρέθηκε τα τελευταία δέκα χρόνια στις εξής θέσεις:

2012: 76η

2013: 66η

2014: 68η

2015: 83η

2016: 86η

2017: 85η

2018: 89η

2019: 88η

2020: 86η

2021: 95η

Θα περιμένω μ’ ενδιαφέρον να δω την κατάταξή της για το διαμορφωτικό έτος 2022. Δεν λέει, πάντως, να ανέβει πάνω απ’ τη θέση 100, κι αυτό βέβαια δεν σημαίνει πολλά για μια χώρα του εκτοπίσματός της, γιατί μάλλον την κρατάνε ψηλά το κακό της προφίλ στα ζητήματα δημοκρατίας, φιλελευθερισμού, μα της το βελτιώνουν οι ποταμοί χρήματος με τους οποίους ποτίζει διεθνείς οργανισμούς και παράγοντες για να σωπαίνουν για τα παραπτώματά της και να την επαινούν για τα κατορθώματά της.

Επιπλέον, υπάρχουν πολλά που δεν γνωρίζουμε, αλλά θωρούμε δι’ εσόπτρου εν αινίγματι για το κλίμα μεταξύ των πολιτών της απέναντι στο Κράτος, και φτάνουν σε μας απόηχοι αντιδράσεων από Σαγκάη και Χονγκ Κονγκ, που δεν κάνουμε τον κόπο να παρακολουθήσουμε πώς εξελίσσονται στη συνέχεια, και πού καταλήγουν.

Η Ιστορία μας παρέχει πολλά παραδείγματα από αποτυχημένα κράτη που προτού εξαφανιστούν ήσαν εύθραυστες αυτοκρατορίες που αγνοούσαν το γεγονός αυτό, κι εξακολουθούσαν να ζουν στην πλάνη της προτέρας τους ακμής. Μέχρι που συνάντησαν, λογουχάρη, μερικές δεκάδες κι εκατοντάδες κονκισταδόρες, με άλογα, ατσάλινα ξίφη, μια χούφτα ελαφρά κανόνια, και ευρωπαϊκές λοιμώδεις νόσους.

Μα το σπουδαιότερο όπλο των Ισπανών έναντι των Αζτέκων δεν ήταν κάτι απ’ αυτά. Αφιχθέντες στον Νέο Κόσμο, οι Ισπανοί συγκρότησαν συμμαχίες με τους προθύμους αντιπάλους και τους με τη βία υποταγμένους στους Αζτέκους λαούς, που επιθυμώντας την ελευθερία τους απ’ την αζτεκική τρομοκρατία, απέκτησαν συνοχή και συντάχθηκαν στο πλευρό των Ευρωπαίων. Εάν εφαρμόζαμε τους δώδεκα δείκτες στην Αυτοκρατορία των Αζτέκων, πολύ πιθανόν να βρίσκαμε πως ήταν ένα αποτυχημένο κράτος προτού το αποτελειώσουν οι Ισπανοί.

Χώρες όπως η Κίνα και η Ρωσία εξακολουθούν να ζουν με το momentum των περασμένων τους δεκαετιών, αλλά καθεμιά τους βρίσκεται ενώπιον προβλημάτων που υπονομεύουν την ίδια και το μέλλον της.

Λογουχάρη, η Κίνα έχει περάσει κοντά τρεις γενιές παρεμποδίζοντας τις γεννήσεις της. Σε συνδυασμό με την αύξηση του πλούτου της, αυτό γέμισε τις τσέπες άτεκνων ζευγαριών με χρήμα, που αφιερώθηκε στην καλοπέρασή τους, ενώ συνάμα δεν ήσαν διατεθειμένοι να γεννήσουν έστω ένα παιδί, στο οποίο θα αφιέρωναν όλον τον μόχθο και τον πλούτο τους για να το καταστήσουν ελκυστικό γαμπρό ή νύφη για το τεράστιο γαμπρονυφοπάζαρο μιας κοινωνίας που παραδοσιακά ήταν εμμονική με τον πλούτο, την προίκα, και τους καλούς γάμους.

Μόλις πέρασε στη δεύτερη γενιά των απολύτως ελάχιστων γεννήσεων, οι τέως νέοι της πρώτης έγιναν μεσήλικες που έπαυσαν την πρωτόγνωρη κατανάλωση των ξέφρενων νιάτων τους, και προτίμησαν να επενδύσουν το άφθονο κεφάλαιό τους για την εξασφάλιση της ευγηρίας τους.

Αυτές οι δύο συνήθειες των δύο διαφορετικών ηλικιών δίνουν για σαράντα χρόνια στην οικονομία σου την εντύπωση εκρηκτικής ανάπτυξης, πρώτα κατανάλωση, μετά επένδυση, αλλά στο μεταξύ φτάνεις τη χώρα σου στο δημογραφικό κενό, όπου το ειδικευμένο σου προσωπικό θα βγει σε λίγο στη σύνταξη, δηλαδή εκεί που ήδη έφτασε η Κίνα πριν από μια δεκαετία.