Food Stamps

President Joe Biden poses for his official portrait Wednesday, March 3, 2021, in the Library of the White House. (Official White House Photo by Adam Schultz)

Γράφει ο Στέλιος Ιατρού.

 

Αυτές τις μέρες, οι λογαριασμοί του Προέδρου Μπάιντεν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης διακηρύσσουν πως προστέθηκαν ήδη στους ολίγους μήνες της Κυβερνησής του εκατοντάδες χιλιάδες νέες θέσεις εργασίας, και πως η οικονομία αναπτύσσεται πέρα από κάθε προηγούμενο, ως εκ τούτου.

Παρόμοιες υπήρξαν οι διακηρύξεις της Προεδρίας Τραμπ, δύο φορές μάλιστα εντός της τετραετίας, πρώτη φορά στην αρχή της και δεύτερη από το τέλος του θέρους του ’20 κι ύστερα.

Η αλήθεια είναι πως η εσωτερική ανθεκτικότητα της αγοράς εργασίας στις ΗΠΑ είναι αξιέπαινη, και επιτρέπει ακόμα ν’ αντιστέκεται η χώρα στις ήπιες αντιξοότητες, ακόμα κι όταν αυτές εκδηλώνονται εφήμερα με τη οξύτητα μιας πανδημίας. Η πανδημία ανέδειξε τις ανεπάρκειες και τα ελλείμματα, καθώς και τις ιδεολογικές αγκυλώσεις της διοίκησης και των μηχανισμών του Κράτους.

Εκεί που θελω να καταλήξω είναι πως δεν αρκεί αυτό, δεν αρκεί για τις ΗΠΑ να καυχώνται πως δημιούργησε ο Λευκός Οίκος τις χιλιάδες θέσεις εργασίας, διότι έτσι γράφουν οι προεδρικές αναρτήσεις. Έτσι έγραφε και ο Τραμπ, γιατί τελικά όταν βρεθείς στην ηγεσία του Κράτους μεταβάλλεσαι σε κρατιστή, κι έτσι σε σοσιαλιστή.

Το πρόβλημα για τις ΗΠΑ είναι πρώτον πως δεν θα έπρεπε να είναι δουλειά του Κράτους ν’ αλλάζει διαρκώς τους όρους του παιχνιδιού προς αντίθετες κατευθύνσεις απ’ τη δεκαετία του 1980 κι εξής, πειραματιζόμενο με περίεργες θεωρίες για trickle-down economics, και job creators, και απορρύθμιση της αγοράς, ωσότου καταλάβει πως κάποια φόρμουλα ρύθμισης είναι απαραίτητη, αλλά τέτοια που να μην ποδηγετεί πολιτικά το οικονομικό μοντέλο των ΗΠΑ μήτε και να το αφήνει έρμαιο ενός θηρευτικού καπιταλισμού που φέρνει διαδοχικές, ελάσσονες και μείζονες χρηματοπιστωτικές κρίσεις κατά περιόδους, και στέλνει τους πολίτες και τους εργαζόμενους σε ανεργία, πτωχεύσεις, και δυστυχία δυο και τρεις φορές μέσα στην ίδια ζωή. Πόσες φορές αντέχει κάποιος να ξεκινήσει απ’ το μηδέν ή και χρωστώντας;
Δεύτερον, το πρόβλημα των ΗΠΑ είναι πως οι τελευταίες τρεις προεδρίες, Ομπάμα, Τραμπ, και η τέταρτη που ανέτειλε του Τζο Μπάιντεν, προβάλλουν ως growth like never before την δημιουργία θέσεων εργασίας στην εσωτερική τους αγορά, ενώ αυτό θα ήταν το αυτονόητο bedrock που θα επαρκούσε σε ελάσσονες, αναπτυσσόμενες, αναδυόμενες soft powers για να χαμογελούν, αλλ’ όχι για την πρώτη Δύναμη του πλανήτη, εφόσον θέλει να παραμείνει πρώτη Δυναμη.

Τα ελλείμματα και οι ανεπάρκειες στους ρυθμούς και το μέγεθος ανάπτυξης μιας πλανητικής Δύναμης δεν λύνονται με εσωστρέφεια, αλλά με προβολή ισχύος προς το εξωτερικό — που ισχύς είναι το μέγεθος που μετρά την μεταβολή στην παραγωγή έργου πάνω στη γραμμή του χρόνου, θα το έχετε μάθει πια απέξω αυτό τόσες φορές που το έχω γράψει—κάτι που πραγματώνεται με την συμβολή αυτής της Δύναμης στην ανάπτυξη των συμμάχων της. Με τη συμμετοχή της, δηλαδή, κατά σημαντικό μερίδιο στην ευημερία της σφαίρας της επιρροής της. Πρόκειται για κάτι που συστηματικά και μεθοδικά έχει αρχίσει να οικοδομεί η Κίνα στην Ασία, την Αφρική, και την Κεντρική Αμερική.

Τούτο διότι, όπως κάποτε είχα απαντήσει σε ραδιοφωνική ερώτηση που μου είχε θέσει ο Κωνσταντίνος Μπογδάνος, οι αυτοκρατορίες πέφτουν όταν η παροχή επιστασίας στο σύστημά τους και κρισίμως η τροφοδοσία με ενέργεια δεν τους επαρκεί πια ώστε να το διατηρήσουν σε ευσταθή, εσωτερική ισορροπία. Τότε φτάνουν σ’ ένα σημείο απ’ τ’ οποίο και πέρα οι εσωτερικοί παράγοντες του συστήματος είναι τόσο πολλοί και τόσο απαιτητικοί για περισσότερη ενέργεια κι βαθύτερη επιστασία, που οι σχέσεις με τις οποίες οργανώνονται σε ισορροπία σπάνε και η ισορροπία αυτή καταρρέει.

Ασφαλώς, όλα ξεκινούν απ’ το να βάλεις σε τάξη την αυλή σου, όπως είχε πει και ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, αλλά τούτο επαρκεί ιστορικά και γεωπολιτικά σε μια περιφερειακή soft power όπως η Γερμανία. Οι απαιτήσεις του πεπρωμένου μιας πλανητικής Δύναμης είναι εκθετικά ανώτερες και ήδη κατανοεί κανείς πόσο πεπερασμένη είναι μια οικονομική σκέψη που χάνει τον καιρό της για να μιλήσει για τ’ αυτονόητα, δηλαδή για την τάξη εντός της αυλής της. Αυτά είναι τα όριά της: η αυλή της.

Με ανησυχία παρακολουθώ το πόσο συχνά από τα χρόνια της Προεδρίας Κλίντον κι έπειτα το Οβάλ Γραφείο προβάλλει τις εφήμερες επιτυχίες του στο να φτιάχνει θέσεις εργασίας, ενώ δεν είναι η δουλειά του αυτή, και τούτο, το γεγονός δηλαδή ότι αυτοεγκωμιάζεται ασταμάτητα πως προσφέρει λύσεις, φανερώνει πόσο συχνά και τακτικά πλέον ανακύπτουν τα προβλήματα που δεν θα έπρεπε πια να ανακύπτουν εντός της αυτής γενεάς.
Να το γράψω αφοριστικά: όσο συχνότερα στην ατζέντα κυριαρχεί η προβολή της προσφοράς λύσεων, τόσο ευκρινέστερα προβάλλεται η συχνή εμφάνιση των προβλημάτων που απαίτησαν αυτές τις λύσεις.

Κι όσο συχνότερα ανακύπτουν τα ίδια προβλήματα, τόσο ευκρινέστερα ενδεικνύουν αυτά πως στη ρίζα τους βρίσκονται δομικές ανεπάρκειες κι αδυναμίες που παραμένουν αθεράπευτες.

Το ανησυχητικό είναι πως οι ΗΠΑ παλεύουν ακόμα και μάλιστα τόσο συχνά με στοιχειώδη προβλήματα ανάπτυξης, προβλήματα του τύπου που για χώρες σαν κι εμάς είναι εύλογο να μας απασχολούν, αλλά για Δυνάμεις πλανητικών φιλοδοξιών είναι ενδεικτικά σοβαρής, βαθιάς, κι εκτεταμένης δομικής κρίσης, και τελικά προϊούσας εξάντλησης των εσωτερικών τους αποθεμάτων ενέργειας και επιστασίας του συστήματος που τους επέτρεπε να διατηρούν τη θέση τους ως πλανητικής Δύναμης.

Η επικείμενη επίσκεψη Μπάιντεν στην Ευρώπη έχει αναγγείλει ως προτεραιότητα της τη συσπείρωση των δημοκρατιών του ελεύθερου κόσμου, rallying free world democracies, φράση που μου θυμίζει το ξεκίνημα της Δηλιακής Συμμαχίας, όμως ιστορικά έχει ολοκληρωθεί η Δηλιακή φάση της Αμερικανικής Συμμαχίας, κι έχουμε ήδη περάσει μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου στην Αμερικάνικη φάση της Αθηναϊκής Ηγεμονίας — τότε που οι σύμμαχοι ήσαν ολοένα και πιο επιφυλακτικοί ή και εχθρικοί προς την Αθήνα, και στο ξέσπασμα του Πελοποννησιακού Πολέμου αποσκίρτησαν όλοι, πλην της Σάμου.
Οι ΗΠΑ φαίνεται πως έχουν κατανοήσει με βλαβερή καθυστέρηση πως έχουν ξεφύγει τα πράγματα σε βάρος τους στο πλανητικό επίπεδο ένεκα μακράς αποδρομής, και τώρα ο δράκων ομιλώντας με το στόμα του αρνίου επιχειρεί να επαναφέρει τη σφαίρα επιρροής του στο παλιότερο εκείνο στάδιο της Δηλιακής Συμμαχίας, προτού οι Αθηναίοι αρπάξουν το ταμείο και το κάμουν δικό τους, τοποθετώντας το στην Ακρόπολη.

Έχω ξαναγράψει μετά τις πρώτες, κάμποσες εμβληματικές δηλώσεις του Τόνι Μπλίνκεν για το ΝΑΤΟ και τους εχθρούς ή ανταγωνιστές του (Ρωσία, Κίνα, και Τουρκία), πως οι ανοιχτές προσκλήσεις των ΗΠΑ προς τους συμμάχους τους να δηλώσουν ξανά παρόντες στο πλευρό τους οφείλουν να διασαφηνίσουν τους όρους, τα όρια, και τις προϋποθέσεις. Πρέπει από ανοιχτές, open-ended, να γίνουν κλειστές και προσδιορισμένες, specific.

Συνιστά υπαρξιακή προτεραιότητα για την Ουάσιγκτον να παραμείνει εκεί που βρέθηκε μετά το 1990, κρισίμως δε να το επαυξήσει, ενισχύοντας, επιβεβαιώνοντας, και διαιωνίζοντας το, μα κάτι τέτοιο δεν μπορεί να της το διευκολύνει κανείς σύμμαχος εάν οι ΗΠΑ δεν δεσμευτούν να συμβάλουν τώρα, όχι σε μισό αιώνα, στην ανάπτυξή του συμμάχου. Ειδάλλως γιατί η ανάγκη των ΗΠΑ να καταστεί δική του προτεραιότητα;

“Stronger allies make for stronger alliances” είχε δηλώσει ο Μπλίνκεν τον Φλεβάρη, νομίζω, στο ΝΑΤΟ, και πρέπει τώρα, όχι σε τριάντα χρόνια, να το πραγματώσει αυτό η Ουάσιγκτον, προσφέροντας εκείνη κι όχι το Πεκίνο τα μέσα για την σταθερή ανάπτυξη των χωρών που μέχρι πρότινος συγκροτούσαν τη σφαίρα της επιρροής της. Εχει δεν τα έχει, να ψάξει να τα βρει και να τα παράσχει αφειδώς, γιατί ο χρόνος είναι ένας πόρος που εξαντλείται για όλους.
Η προβολή της ηγεσίας της στο εξωτερικό πρέπει να καταστεί απόψε κιόλας προτεραιότητα υψηλότερη απ’ τις σαχλαμαρώδεις ενότητες θεμάτων που έχουν πνίξει ομφαλοσκοπικά τον δημόσιο λόγο στις ΗΠΑ, και φανερώνουν την εσωτερική αδυναμία της χώρας να ιεραρχήσει τον όγκο των ωφέλιμων προτεραιοτήτων της.

Λείπει η αρετή της διάκρισης εδώ, κι αυτό δεν έχει διαλάθει στις ανταγωνιστικές τους Δυνάμεις. Ξέρετε για ποιά θέματα ομιλώ πως κυριαρχούν στον δημόσιο και πολιτικό λόγο στις ΗΠΑ, τρώγοντας χρόνο από τα ουσιώδη.

Όσο πολιτικοί ηγέτες του Λόφου του Καπιτωλίου έμπαιναν στην ουρά για μιαν ακρόαση με την Γκρέτα προκειμένου να κουβεντιάσουν με το δεκαεξαχρονο για τα καλαμάκια και τις μπατονέτες, η Κίνα έφτιαχνε δίκτυα επιρροής και αγόραζε το χρέος αμέτρητων χωρών του Τρίτου Κόσμου, κρατώντας τον τώρα απ’ τα μαλακά του ανατομικά μέρη. Ούτε τρεις μήνες δεν έχει που το Πεκίνο αγόρασε για 25 χρόνια το Ιράν, για δε την Αφρική τί να πω; Με εξαίρεση της Σουαζιλάνδη, με όλες τις λοιπές αφρικανικές χώρες διαθέτει λεόντειες επενδυτικές, οικονομικές, παραγωγικές, και στρατιωτικές συμφωνίες, όπως άλλωστε και ο Ερντογάν με τις χώρες του Μαγκρέμπ, του Σαχέλ, και του Κέρατος της Αφρικής.
Πού ήσαν οι ΗΠΑ όταν υπογράφοντας αυτά και χτίζονταν υποδομές σε Ασία και Αφρική; Διαφωνούσαν για τις δημόσιες τουαλέτες και τα 72 φύλα και για τον αριθμό των φυλετικά μειονοτικών ηθοποιών σε ταινίες και σήριαλ.

Πρακτικότερα. Το πρόβλημα χρέους της Ελλάδος θα ήταν μια παρωνυχίδα για τις ΗΠΑ να το λύσουν ή να το ελαφρύνουν δραστικά, όπως και το ζήτημα του αμυντικού εξοπλισμού της, ώστε να την καταστήσουν δικό τους προμαχώνα του νέου οχυρωματικού τους περιβόλου στη Μεσόγειο, της περίφημης πρωτοβουλίας 3+1. Αντ’ αυτού ικανοποιήθηκαν που έλαβαν μιαν επέκταση της βάσης τους στη Σούδα, μια βάση ακόμα στην Αλεξανδρούπολη, και μπήκαν κατόπιν στην ουρά με μια sub-par προσφορά μαζί με άλλες ελάσσονες δυνάμεις για να μας πουλήσουν φρεγάτες και ενδιάμεσες λύσεις. Aber das geht nicht so.
Πρέπει ν’ αρχίσουν να σκέφτονται ξανά ως υπερδύναμη. εάν θέλουν να παραμείνουν τέτοια. Και ναι, τίποτα δεν έρχεται τζάμπα στις διεθνείς σχέσεις, όμως κανείς δεν ζήτησε δωρεάν γεύματα.

Πρέπει να καταλάβουν οι ΗΠΑ πως προκειμένου να κατακτήσουν κάτι άξιο στο μέλλον οφείλουν να θυσιάσουν κάτι άξιο στο παρόν, κι αυτό, εάν παρέμεναν ακόμα πρωταθλητές της ελεύθερης αγοράς, θα γνώριζαν πως λέγεται επένδυση.

Η επένδυσή σου είναι που γεννά τις βεβαιότητες στους συμμάχους σου, γιατί έτσι γνωρίζουν πως εννοείς όσα λες, και πως όσα εννοείς είναι μακροχρόνιες δεσμεύσεις σου, κι γι’ αυτό θα δεσμευτούν κι εκείνοι στην παράταξή σου, όπως τους ζητάς.

Πώς όμως να σε πάρουν στα σοβαρά, όταν ακόμα πανηγυρίζεις που έφτιαξες κάποιες δεκάδες χιλιάδες θέσεις εργασίας μέσα στον Μάιο, κι όταν εκατομμύρια πολιτών σου επιβιώνουν με food stamps;

Τί λέει αυτό για τα προβλήματα που σε ταλανίζουν στο εσωτερικό σου; Προδίδει τη φύση τους και τα όρια των δυνατοτήτων σου στο εσωτερικό, όπου εκεί δρας χωρίς ανταγωνισμό, και λειτουργεί ως δείκτης για τα όρια των δυνατοτήτων σου στο εξωτερικό, όπου εκεί σκοντάφτεις πάνω στον ανταγωνισμό.

O Πρόεδρος Μπάιντεν παίζει μαζί με τον Σεργκέι Λαβρόφ να είναι οι δύο εμπειρότεροι στα διεθνή πράγματα πρωταγωνιστές, αλλά μήτε ο Λαβρόφ χαράσσει πολιτική, μήτε ο Μπάιντεν την χαράσσει από μόνος του, κι αυτό είναι θεσμικά καλό για τις ΗΠΑ. Νομίζω πως μπορούμε να ελπίζουμε πως επέστρεψαν οι ενήλικες στο δωμάτιο, όμως αυτό θα το γνωρίζουμε when we finally see him put his money where his mouth is, δηλαδή όταν περάσει απ’ τα λόγια στις πράξεις.

Θα πρέπει ν’ αναγνωρίσει ως ηγέτης που θέλει να ξαναγίνει πως οι σύμμαχοί του δεν μπορούν να επιβιώνουν μετά από τόσες καταστροφές που μας βρήκαν — μία από την αμερικανική χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 που εξαπλώθηκε σ’ όλον τον κόσμο, και μία απ’ τον κινέζικο ιό — μονάχα με αμερικανιές και με food stamps.