Pin It

Από τους 27 δικαστές που συμμετείχαν στην Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας και αποφάνθηκαν για τον νόμο Κατρούγκαλου (ασφαλιστικός νόμος 4387/2016) ένας εξ αυτών μειοψηφών εξέφρασε την γνώμη ότι όλα έχουν καλώς στην φιλοσοφία και εφαρμογή του εν λόγω νόμου, ενώ 7 συνάδελφοί του μειοψηφώντας και πάλι εξέφρασαν την θέση ότι ισχύς των αποφάσεων της Ολομελείας του ΣτΕ για τον ασφαλιστικό νόμο πρέπει να αρχίσει 6 μήνες μετά την δημοσίευση των αποφάσεων, δηλαδή των Απρίλιο του 2020, για να μπορεί να προετοιμαστεί η Κυβέρνηση.

Πρέπει να επισημανθεί ότι οι διασκέψεις των μελών της Ολομέλειας του ΣτΕ επί των υποθέσεων αυτών για τον ασφαλιστικό νόμο 4387/2016 είχαν ολοκληρωθεί τον Ιούνιο του 2018 και η δημοσίευση των αποφάσεων έγινε την Παρασκευή, 4 Οκτωβρίου 2019. Δηλαδή, οι σύμβουλοι Επικρατείας είχαν εκφράσει την κρίση τους επί των συνταγματικών και νομικών θεμάτων πριν τις τελευταίες εθνικές-βουλευτικές εκλογές, που ο ΣΥΡΙΖΑ τις έχασε.

Ειδικότερα, δημοσιοποιήθηκαν τα πλήρη κείμενα των αποφάσεων της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας που δημοσιεύθηκαν την 4η Οκτωβρίου 2019 σε συνεδρίαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου για τον νόμο Κατρούγκαλου.

Στην υπ΄ αριθμ. 1889/2019 απόφαση της Ολομέλειας του ΣτΕ η οποία εκδόθηκε μετά από αίτηση ακύρωσης της Ανώτατης Διοίκησης Ενώσεων Δημοσίων Υπαλλήλων (ΑΔΕΔΥ), υπάρχει μια μειοψηφία συμβούλου Επικρατείας, ο οποίος διατυπώνει την άποψη ότι όλα έχουν καλώς στον ασφαλιστικό νόμο 4387/2016.

Όμως, στην ίδια απόφαση 7 σύμβουλοι της Επικρατείας μειοψηφούντες υποστήριξαν ότι το έννομο αποτέλεσμα ισχύος των αποφάσεων της Ολομέλειας του ΣτΕ, όχι μόνο δεν πρέπει να έχει αναδρομική ισχύ (δηλαδή από την ημερομηνία κατάθεσης των αιτήσεων ακυρώσεως), δεν πρέπει όμως να έχει ούτε από την ημερομηνία δημοσίευσης των αποφάσεων (4.10.2019, όπως έκρινε η πλειοψηφία), αλλά 6 μήνες μετά την ημέρα δημοσίευσης (Απρίλιος 2020).

Σύμφωνα με τους 7 συμβούλους, πρέπει να υπάρξει αυτός ο χρόνος των 6 μηνών, «προκειμένου να παρασχεθεί η δυνατότητα στο νομοθέτη, αφού λάβει γνώση του σκεπτικού της ακυρωτικής απόφασης, να προβεί σε νέα, σύμφωνη με το Σύνταγμα, ρύθμιση του ζητήματος που αφορούν οι κριθείσες ως αντισυνταγματικές διατάξεις».

Όλα έχουν καλώς

Αναλυτικότερα, στην παράγραφο 28 της υπ΄ αριθμ. 1889/2019 απόφασης της Ολομέλειας του ΣτΕ ένας σύμβουλος Επικρατείας αφού επιχειρηματολογεί επί μακρόν, καταλήγει:

«Οι ρυθμίσεις του εισαγόμενου με τον ν. 4387/2016 ασφαλιστικού συστήματος σε ουδεμία συνταγματική διάταξη αντίκεινται, τα δε προβλεπόμενα με τον νόμο αυτόν μέτρα δεν παρίστανται, κατ’ αρχήν απρόσφορα, και μάλιστα προδήλως, για την επίτευξη των επιδιωκόμενων με αυτόν σκοπών δημοσίου συμφέροντος, ούτε δύνανται να θεωρηθούν ως μη αναγκαία».

Αναλυτικότερα, στην παράγραφο 28 της εν λόγω αποφάσεως αναφέρονται τα εξής (σ.σ.: το όνομα του συμβούλου Επικρατείας το αναφέρουμε μόνο με τα αρχικά του, παρά το γεγονός ότι καταγράφεται στην απόφαση όπως προβλέπει η νομοθεσία):

«28. Επειδή, τέλος, εν σχέσει προς την εν γένει συνταγματικότητα του ν. 4387/2016, ο Σύμβουλος Δ.Κ. υποστήριξε τα εξής:

Με τον ν. 4336/2015, ο οποίος εψηφίσθη από τη Βουλή των Ελλήνων με πλειοψηφία μεγαλύτερη των τριών πέμπτων του όλου αριθμού των βουλευτών, κυρώθηκε η σύμβαση χρηματοδοτικής διευκόλυνσης της χώρας με τη μορφή δανείου για την περίοδο 2015-2018. Στα πλαίσια της διεθνούς αυτής συμφωνίας, συναφθείσης μεταξύ του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας, της Ελληνικής Δημοκρατίας, η οποία υπέβαλε το σχετικό αίτημα στις 8.7.2015, και του Ελληνικού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητος, η Ελλάδα ανέλαβε, μεταξύ άλλων, την υποχρέωση να μεταρρυθμίσει το ασφαλιστικό και συνταξιοδοτικό της σύστημα, το οποίο εξακολουθούσε, παρά τα ληφθέντα ήδη μέτρα, να απαιτεί σημαντικές ετήσιες καταβολές από τον κρατικό προϋπολογισμό, εν μέσω οξείας δημοσιονομικής κρίσεως. Ωστόσο, αφενός μεν ο άμεσος και ορατός κίνδυνος να περιέλθει το ασφαλιστικό σύστημα σε πλήρη αδυναμία καταβολής των χορηγούμενων συντάξεων και λοιπών παροχών, αφετέρου δε η αδήριτος ανάγκη να καταστεί τούτο βιώσιμο εν μέσω της ως άνω διαρκούσης δημοσιονομικής κρίσεως, επέβαλαν τόσο τον περιορισμό της ενισχύσεως του ασφαλιστικού συστήματος από τον κρατικό προϋπολογισμό, όσο και την αναπροσαρμογή των συνταξιοδοτικών παροχών, ως μόνιμα μέτρα αμέσου αποτελέσματος.

Πράγματι, με το εισαγόμενο δια του ν. 4387/2016 ασφαλιστικό και συνταξιοδοτικό σύστημα επιχειρείται, στα πλαίσια συμμορφώσεως της χώρας προς την κατά τα ανωτέρω αναληφθείσα διεθνή υποχρέωσή της, η αναμόρφωση του συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως με τον περιορισμό των βαρυνουσών αυτό δαπανών. Η αναπροσαρμογή των συνταξιοδοτικών παροχών, η οποία επέρχεται από την εφαρμογή του εν λόγω συστήματος, αποβλέπει, κατά την εκτίμηση του νομοθέτη, η οποία υπόκειται σε οριακό συνταγματικό έλεγχο, στη δημιουργία, εν μέσω της επιδεινούμενης καταστάσεως στην οποία τελεί η χώρα, ενός αποτελεσματικού και βιώσιμου ασφαλιστικού συστήματος δια του περιορισμού των δημοσίων δαπανών, με τις οποίες ενισχύεται το ασφαλιστικό και συνταξιοδοτικό σύστημα, ώστε να επιτευχθεί η μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος της χώρας και να βελτιωθεί η δημοσιονομική και οικονομική θέση της. Αποβλέπει, δηλαδή, σε σκοπούς που συνιστούν σοβαρούς λόγους δημοσίου συμφέροντος και αποτελούν, επί πλέον, σκοπούς κοινού ενδιαφέροντος των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Πέραν τούτων, για την κρίση περί της συνταγματικότητας του ανωτέρω συστήματος, πρέπει να ληφθούν υπ’ όψιν και τα ακόλουθα: α) σε περιόδους παρατεταμένης δημοσιονομικής κρίσης ο κοινός νομοθέτης δύναται να θεσπίσει μέτρα περιορισμού των δημοσίων δαπανών, τα οποία συνεπάγονται επιβάρυνση μεγάλων κατηγοριών του πληθυσμού, β) ότι στις διατάξεις του Συντάγματος και της Ε.Σ.Δ.Α. δεν προβλέπεται ούτε η απόλυτη κατοχύρωση του ύψους των χορηγουμένων συντάξεων, ούτε η πλήρης αναλογία μεταξύ εισφορών και παροχών, γ) το εισαγόμενο με τον ν. 4387/2016 (κύρια χαρακτηριστικά του οποίου είναι η χρηματοδότηση από τον κρατικό προϋπολογισμό μόνο της εθνικής σύνταξης και η περαιτέρω εισαγωγή διανεμητικού συστήματος) έχει μεν ως αποτέλεσμα την αναπροσαρμογή των συντάξεων, η αναπροσαρμογή όμως αυτή, υπό τις παρούσες συνθήκες, δεν οδηγεί σε περαιτέρω διακινδύνευση της αξιοπρεπούς διαβιώσεως των ήδη συνταξιούχων, λαμβανομένης υπ’ όψιν και της ρυθμίσεως σύμφωνα με την οποία μέχρι την ολοκλήρωση του προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής, οι ήδη χορηγούμενες συντάξεις συνεχίζουν να καταβάλλονται στο ύψος που είχαν διαμορφωθεί την 31.12.2014. δ) το γεγονός ότι η μέχρι τούδε αλληλεγγύη των γενεών (επιβάρυνση των ζώντων προς όφελος των μελλοντικών γενεών) δεν εξασφάλισε τη βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος, με αποτέλεσμα να καταστεί αναγκαία η αναπροσαρμογή των συνταξιοδοτικών παροχών των κατά τεκμήριο ισχυροτέρων (βλ. την αναπροσαρμογή του αθροίσματος των κύριων και επικουρικών συντάξεων που υπερβαίνει ένα ορισμένο ποσό) προς όφελος των κατά τεκμήριο ασθενεστέρων και ε) ότι στην κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει η χώρα εξαιτίας της οξείας δημοσιονομικής κρίσης, μεγάλο μέρος του ενεργού πληθυσμού της (περί το ¼) τελεί υπό καθεστώς ανεργίας, με συνέπεια τον περιορισμό της χρηματοδοτήσεως του ασφαλιστικού συστήματος από τις εισφορές των εργαζομένων και, επομένως, ανακύπτει αναπόδραστος ανάγκη να αναπροσαρμοσθούν οι συνταξιοδοτικές παροχές, προκειμένου να διατηρηθεί η βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος.

Εν όψει τούτων, οι ρυθμίσεις του εισαγόμενου με τον ν. 4387/2016 ασφαλιστικού συστήματος σε ουδεμία συνταγματική διάταξη αντίκεινται, τα δε προβλεπόμενα με τον νόμο αυτόν μέτρα δεν παρίστανται, κατ’ αρχήν απρόσφορα, και μάλιστα προδήλως, για την επίτευξη των επιδιωκόμενων με αυτόν σκοπών δημοσίου συμφέροντος, ούτε δύνανται να θεωρηθούν ως μη αναγκαία.

Οι αποφάσεις να ισχύσουν 6 μήνες μετά

Παράλληλα, η ίδια απόφαση του ΣτΕ στο σημείο που αναφέρεται στην μειοψηφία των 7 συμβούλων Επικρατείας οι οποίοι υποστηρίζουν ότι οι ισχύς των αποφάσεων πρέπει να αρχίσει 6 μήνες μετά την δημοσίευσή της αναφέρει:

«Κατά τη γνώμη, όμως, των Συμβούλων Μ.Π., Ο.Ζ., Κ.Κ., Δ Μ., Μ.Π., Β.Α.-Σ. και Α.Γ.-Χ. (σ.σ.: τα ονόματα των συμβούλων Επικρατείας τα αναφέρουμε μόνο με τα αρχικά τους παρά το γεγονός ότι αναφέρονται στην απόφαση όπως προβλέπει η νομοθεσία), όπως έχει ήδη κριθεί (ΣτΕ Ολομ. 4003/2014, σκέψη 14), oι ρυθμίσεις των διατάξεων των παρ. 3 α, β και γ του άρθρου 50 του π.δ. 18/1989 αποδίδουν, σε επίπεδο νόμου, δυνατότητες που έχει το Δικαστήριο, κατ’ ορθή ερμηνεία, απευθείας από τις διατάξεις του άρθρου 95 παρ. 1 του Συντάγματος. Ως εκ τούτου, σύμφωνα με την ίδια νομολογία, το Δικαστήριο έχει τη συνταγματική ευχέρεια να αποκλίνει, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, από τις ειδικότερες ρυθμίσεις των ως άνω δικονομικών διατάξεων. Ειδικότερα το Δικαστήριο έχει την ευχέρεια, αφού εκτιμήσει τις συνθήκες της υπόθεσης και σταθμίσει, αφενός, τα έννομα συμφέροντα των λοιπών πλην της Διοίκησης διαδίκων και, αφετέρου, το δημόσιο συμφέρον, να καθορίσει, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, χρόνο επελεύσεως των συνεπειών της ακυρώσεως μεταγενέστερο και από την ημερομηνία δημοσιεύσεως της ακυρωτικής αποφάσεως, κατ’ απόκλιση των οριζομένων στην περίπτωση 3 β του άρθρου 50 του π.δ. 18/1989. Στην προκειμένη περίπτωση, εν όψει του επιτακτικού δημοσίου συμφέροντος να υφίσταται νόμιμο καθεστώς κοινωνικής ασφάλισης, οι συνέπειες της αντισυνταγματικότητας των διατάξεων του ν. 4387/2016 πρέπει να επέλθουν έξι μήνες μετά την δημοσίευση της παρούσας απόφασης, προκειμένου να παρασχεθεί η δυνατότητα στο νομοθέτη, αφού λάβει γνώση του σκεπτικού της ακυρωτικής απόφασης, να προβεί σε νέα, σύμφωνη με το Σύνταγμα, ρύθμιση του ζητήματος που αφορούν οι κριθείσες ως αντισυνταγματικές διατάξεις».

Πηγή: protothema.gr

Ρεπορτάζ: Παναγιώτης Τσιμπούκης

Tags: