
Η πολυαναφερόμενη υπογεννητικότητα για την οποία νυχθημερόν θρηνολογούν τα μέσα μαζικής ενημέρωσης αλλά και οι κυβερνητικοί αξιωματούχοι, περιοριζόμενοι αποκλειστικά στο προφορικό επίπεδο, έχει λάβει πλέον για τη χώρα μας ζήτημα υπαρξιακής διάστασης. Δυστυχώς για τους οπτιμιστές που μόνο θετικά στοιχεία διακρίνουν στην εποχή της <<προόδου>> και της <<ανάπτυξης>>, οι πίνακες της ΕΛΣΤΑΤ με τα αμείλικτα αριθμητικά δεδομένα έρχονται για να τους διαψεύσουν οικτρά και να υπενθυμίσουν σε όλους μας με την πιο αυστηρή και κυνική φωνή, πως ο ελληνισμός βρίσκεται αντιμέτωπος με την μεγαλύτερη πρόκληση στην ιστορία του, τον εθνικό μας αφανισμό.
- του Δημήτρη Παπαδογιάννη
Το πιο ανατριχιαστικό και συνάμα κραυγαλέο γεγονός όμως είναι ο απόκρυφος ένοχος πίσω από τη δημογραφική κατάρρευση. Δεν πρόκειται για εξωτερικό παράγοντα ή απειλή αλλά πρώτα και κύρια για το αυτοκτονικό mondus vivendi που έχουν υιοθετήσει οι <<περήφανοι>> νεοέλληνες. Ο ατομικιστικός νιχελισμός, η εμμονική εξύψωση της σημασίας του παρόντος που εμπίπτει στην κενοσοφία του <<ζήσε μόνο το τώρα και μη σε νοιάζει το ύστερα>>, η ευθυνοφοβία που στοιχειώνει τη σύγχρονη οικογένεια και η απουσία μίας μακροπρόθεσμης κοσμοθέασης καθώς και το κυνήγι της καριέρας, αποτελούν μία απαγορευμένη αποκαλυπτική συρραφή των αληθινών αιτιών της ταχείας πληθυσμιακής συρρίκνωσης. Προφανώς η οικονομικά δυσμενής πραγματικότητα μόνο ενθαρρυντική δεν είναι προς την κατεύθυνση της οικογενειακής άνθισης, πάρα ταύτα η προσέγγισή μας θα καθίστατο ανεπαρκής σε περίπτωση που αφήναμε στο απυρόβλητο το ζήτημα της κοινωνικής κουλτούρας που έχει διαμορφωθεί στη χώρα μας εδώ και αρκετές δεκαετίες. Είναι ενδεικτικό πως σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ την περασμένη χρονιά, οι γεννήσεις ανήλθαν σε μόλις 65.594 καταγράφοντας νέο ιστορικό χαμηλό. Αυτός ο αριθμός αποτυπώνει τη δραματική κλιμάκωση της υποχώρησης της τεκνογονίας αφού σε σύγκριση μόνο με το 2024 σημειώθηκαν 2.873 λιγότερες γεννήσεις που σημαίνει μείωση κατά -4,2%… Εν σχέσει τώρα με τα προηγούμενα χρόνια και ιδίως προ μίας πενταετίας, τα νούμερα είναι συγκλονιστικά. Για να ακριβολογήσουμε, καταγράφεται μία πτώση της τάξεως του 23%! Συνεπώς, τα παράγωγα της κεντρικής αιτίας του φαινομένου γίνονται εντόνως αισθητά και επιβεβαιώνονται από τον πιο ακριβή και ζοφερό υπολογισμό.
Στην Ελλάδα των μοντέρνων καιρών όμως, κυριαρχεί ένα επιπρόσθετο ελάττωμα, ο φόβος να απολέσουμε την κίβδηλη βολή. Είθισται να γογγύζουμε για τα ζωτικά μας προβλήματα, εντούτοις να δειλιάζουμε ενόψει των προτάσεων για τολμηρές λύσεις. Στην Ελλάδα των προσωρινών ως φαίνεται, 10.000.000, έχουμε πείσει τη νεολαία μας πως ο αποκλειστικός δρόμος για μία επιτυχημένη πορεία στον βίο τους είναι οι σπουδές και η αφοσίωση στην καριέρα. Κατά συνέπεια, η δημιουργία οικογένειας, τίθεται αυτομάτως σε δεύτερη μοίρα ή μπαίνει στο συρτάρι επ’αόριστον. Η πιο τρομερή όμως πλευρά του τρέχοντος κοινωνικού περιβάλλοντος είναι το γεγονός πως τέτοιου είδους αντιφυσιολογικές αντιλήψεις επικράτησαν και μάλιστα με μία πρωτοφανή κοινωνική μαζικότητα για πρώτη φορά στην ανθρώπινη ιστορία. Προσέτι, το κεφάλαιο της ιστορίας στο οποίο πρωταγωνιστούμε σήμερα, αποτελεί τη μοναδική περίοδο που χαρακτηρίζεται αθροιστικά από περισσότερους θανάτους παρά γεννήσεις, εν καιρώ ειρήνης….
Για την αντιστροφή έστω σε μερικό επίπεδο, της πληθυσμιακής ύφεσης απαιτούνται ισχυρές κοινωνικές μεταρρυθμίσεις, αρχής γενομένης από την αγορά εργασίας, κάτι που μπορεί να συμβάλλει και στον περιορισμό της καριερίστικης ψύχωσης και την απόρριψη της πτυχιομανίας. Εν αρχή, είναι απαραίτητο το κράτος να επενδύσει ξανά στην αναγέννηση έστω του πρωτογενούς τομέα, εφόσον τα κονδύλια δεν αρκούν για να καλύψουν τις ανάγκες μίας πιθανής λειτουργίας εξελιγμένων βιομηχανικών μονάδων. Ως γνωστόν, στις ημέρες μας το επαγγελματικό εμβαδόν της χώρας μας, μονοπωλείται από τις υπηρεσίες οι οποίες απαιτούν κατά μαξιμαλιστικό τρόπο από το μέλλον ανθρώπινο δυναμικό τους, να κατέχει απειράριθμα προσόντα τα οποία για να αποκτήσει είναι αναγκασμένο να κοπιάσει σε οριακά παράλογο βαθμό μέσα από μία απρόσκοπτη θήρα διπλωμάτων, την πλειοψηφία των οποίων απλώς θα κορνιζάρει πιθανότατα στον τοίχο για να του θυμίζουν πόσο δύσκολη είναι η επαγγελματική απορρόφηση ακριβώς ένεκα του πλεονάζοντος και συνάμα περιττού αριθμού πτυχιούχων των ανωτάτων πανεπιστημιακών ιδρυμάτων. Η πατρίδα μας, γεωμορφολογικά διαθέτει τις προδιαγραφές για να ευνοήσει την επαναφορά και ενδυνάμωση της αγροτικής παραγωγής όπως έκανε παραδοσιακά. Μία τέτοιας μορφής εξέλιξη θα οδηγούσε σε έκρηξη της ανάπτυξης καθώς η παραγωγή εγχώριων προϊόντων θα μαζικοποιείτο, γεγονός που ευνοούσε την ενίσχυση της οικονομικής μας αυτάρκειας. Ωστόσο θα απαιτούσε οργανωμένη πολιτική επιδομάτων και γενική κινητροδότηση ώστε αυτή η εργασιακή απασχόληση να καταστεί ελκυστική για τον νεανικό πληθυσμό και να μεταπηδήσει από τη θεωρία στην πράξη. Ταυτοχρόνως, αυτή η ριζική αλλαγή εφόσον στεφθεί με επιτυχία θα αύξανε την προθυμία της νέας γενιάς να αντιληφθεί τη σημασία του κυττάρου της κοινωνίας (οικογένειας) καθώς οι απόγονοί τους θα κληρονομούσαν περιουσίες, ένα προετοιμασμένο και ευγενές πλαίσιο εργασίας, γνωρίζοντας πως αυτοί και οι αγέννητοι διάδοχοί τους, θα είχαν λυτρωθεί από την ανάλωση των πιο παραγωγικών τους χρόνων, στον εξουθενωτικό στίβο της πτυχιοκενρτικής και αβέβαιης επαγγελματικής αποκατάστασης. Ο περιορισμός των πτυχίων και της υπέρογκης φοίτησης σε ανώτατες σχολές, ρεαλιστικώς, είναι ζωτικής σημασίας για την εθνική μας επιβίωση πλέον. Για του λόγου το αληθές όμως, ο άνθρωπος είναι ον της συνήθειας που δύσκολα προθυμοποιείται να εγκαταλείψει ένα πλαίσιο ζωής ακόμα και εάν αυτό ενεργεί καταστροφικά εις βάρος του. Ως εκ τούτου δεν αρκεί αποκλειστικά η υλική διαφοροποίηση της κατάστασης αλλά πρωτίστως η πνευματική, καθότι η ποιότητα του πνεύματος κάθε χρονικής ενότητας καθορίζει και το υλικό μωσαϊκό. Εν κατακλείδι, είναι αδήριτη επιταγή να καταστήσουμε σαφές πως η οιαδήποτε εργασία λειτουργεί επωφελώς για τον άνθρωπο όταν γίνεται αντιληπτή ως εργαλείο για την ευδαιμονία και όχι όταν λογίζεται η ίδια ως πυρήνας της ευτυχίας. Διαφορετικά η ανθρώπινη οντότητα εκπέφτει σε ματαιοδοξία αρχικά και καταλήγει σε ακηδία. Εισέτι, αυτή είναι μία από τις αθεράπευτες νόσους του σύγχρονου ανθρώπου.
Κλείνοντας, θέλω να τονίσω μία αντίφαση τούτου του συστήματος της ανθρωποφαγίας η οποία θα κοστίσει την ίδια του την ύπαρξη στο μέλλον. Αφενός έχει ανάγκη από την ανανέωση του επαγγελματικού του προσωπικού και αφετέρου δεν του επιτρέπει να αναπαραχθεί με συνέπεια την έλλειψη ατόμων για την κάλυψη των θέσεων εργασίας και τη μείωση του αριθμού των ενεργών εκπαιδευτικών ιδρυμάτων ένεκα της ανυπαρξίας παιδιών. Εκ των υστέρων αποδεικνύεται καταφανώς πως η παροντική κοινωνική δομή είναι κλινικά νεκρή διότι στέκεται ανίκανη να αντιληφθεί πως έχει παγιδευτεί σε έναν λαβύρινθο αδηφαγίας.
https://www.naftemporiki.gr/society/2021712/i-ypogennitikotita-kai-i-ekpaideysi/


















































