Η γενιά που δυσκολεύεται να διαβάσει

195

Υπάρχουν ορισμένα στατιστικά στοιχεία που δεν χρειάζονται πολλές αναλύσεις. Αρκεί να τα κοιτάξεις για να καταλάβεις ότι κάτι δεν πηγαίνει καλά. Τα αποτελέσματα της PISA 2025, που δημοσιοποιήθηκαν πριν από λίγες ημέρες, είναι ένα από αυτά. Στην Ελλάδα μόλις το 56% των 15χρονων μαθητών διαθέτει το βασικό επίπεδο επάρκειας στην κατανόηση γραπτού λόγου, έναντι 69% στον μέσο όρο του ΟΟΣΑ. Ακόμη πιο αποκαλυπτικό είναι ότι μόλις 1% βρίσκεται στις υψηλότερες βαθμίδες επίδοσης στην ανάγνωση, έναντι 6% στον ΟΟΣΑ.

Δεν πρόκειται, λοιπόν, απλώς για μια κακή επίδοση σε έναν διεθνή διαγωνισμό. Πρόκειται για μια δεξιότητα που βρίσκεται στον πυρήνα κάθε εκπαιδευτικής διαδικασίας. Ένας μαθητής που δυσκολεύεται να κατανοήσει ένα κείμενο, να εντοπίσει το βασικό του νόημα, να συνδέσει πληροφορίες ή να ξεχωρίσει το γεγονός από την άποψη, θα αντιμετωπίσει προβλήματα σχεδόν σε κάθε γνωστικό αντικείμενο. Και το γεγονός ότι το ποσοστό των Ελλήνων μαθητών κάτω από το βασικό επίπεδο στην ανάγνωση αυξήθηκε κατά 17 ποσοστιαίες μονάδες από το 2015 θα έπρεπε να έχει σημάνει συναγερμό.

ΔΕΗ Fiber 1Gbps - Απόκτησέ το

Ως εκπαιδευτικός και φιλόλογος έρχομαι καθημερινά σε επαφή με μαθητές και βλέπω από κοντά μια πραγματικότητα που οι αριθμοί απλώς αποτυπώνουν. Μαθητές που δυσκολεύονται να συγκεντρωθούν σε ένα απαιτητικό κείμενο, που θεωρούν υπερβολικό κόπο να γράψουν μια παράγραφο και που συχνά αναζητούν την έτοιμη απάντηση αντί να επεξεργαστούν οι ίδιοι το ερώτημα. Δεν πρόκειται ασφαλώς για όλους. Είναι όμως μια τάση που δεν μπορούμε πλέον να αγνοούμε.

Ένα μέρος του προβλήματος βρίσκεται και στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε πλέον το σχολείο. Για πολλά χρόνια η εκπαίδευση συνδέθηκε με την ιδέα της προσπάθειας, της πειθαρχίας και της ευθύνης. Ο μαθητής γνώριζε ότι είχε δικαιώματα, αλλά και υποχρεώσεις. Ο εκπαιδευτικός μπορούσε να κάνει μια παρατήρηση χωρίς να φοβάται ότι θα βρεθεί ο ίδιος υπόλογος επειδή απαίτησε από έναν μαθητή να συμπεριφερθεί όπως πρέπει.

Σήμερα, σε αρκετές περιπτώσεις, η ισορροπία αυτή έχει διαταραχθεί. Η αυθεντία του εκπαιδευτικού έχει περιοριστεί, οι σχολικοί κανόνες αντιμετωπίζονται συχνά ως αντικείμενο διαπραγμάτευσης και ο γονέας μπορεί να σπεύσει να αμφισβητήσει μια παιδαγωγική απόφαση αντί να αναρωτηθεί πρώτα αν το παιδί του παραβίασε έναν κανόνα. Ας είμαστε ξεκάθαροι: χωρίς όρια δεν μπορεί να υπάρξει ουσιαστική εκπαίδευση. Η πειθαρχία είναι το πλαίσιο μέσα στο οποίο μια τάξη μπορεί να λειτουργήσει.

Το ελληνικό σχολείο έχει παράλληλα να διαχειριστεί έναν μαθητικό πληθυσμό πολύ διαφορετικό από εκείνον προηγούμενων δεκαετιών. Η παρουσία μαθητών με μεταναστευτικό υπόβαθρο αποτελεί πραγματικότητα και δημιουργεί πρόσθετες απαιτήσεις, καθώς δεν υπάρχει επαρκής γνώση της ελληνικής γλώσσας. Τα στοιχεία της PISA έχουν καταγράψει σημαντικές διαφορές στις επιδόσεις μεταξύ μαθητών με και χωρίς μεταναστευτικό υπόβαθρο.

Η γλωσσική επάρκεια είναι πολύ σημαντικό ζήτημα. Ένα παιδί που δεν κατανοεί με άνεση τη γλώσσα στην οποία διδάσκεται είναι αναμενόμενο να αντιμετωπίζει δυσκολίες όχι μόνο στη Γλώσσα αλλά και στην Ιστορία, τη Φυσική, τα Μαθηματικά ή οποιοδήποτε άλλο μάθημα απαιτεί κατανόηση σύνθετων οδηγιών και κειμένων. Συνεκδοχικά, αυτή η κατάσταση υποβαθμίζει το γενικότερο επίπεδο του τμήματος, «τραβώντας» μαθητές με αξιώσεις προς τα κάτω.

Υπάρχει όμως και ένας παράγοντας που δεν υπήρχε παλαιότερα, και δεν είναι άλλος από τη ψηφιακή καθημερινότητα. Το βιβλίο απαιτεί χρόνο και συγκέντρωση. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης λειτουργούν με διαρκή εναλλαγή εικόνων, σύντομων βίντεο και πληροφοριών. Το ένα καλλιεργεί την υπομονή, το άλλο επιβραβεύει την ταχύτητα.

Η PISA καταγράφει διεθνώς σημαντική υποχώρηση της αναγνωστικής επίδοσης και αύξηση των μαθητών που διαβάζουν γρήγορα αλλά επιφανειακά, χωρίς να κατανοούν ουσιαστικά το περιεχόμενο. Η πρόσβαση στην πληροφορία έγινε ευκολότερη από ποτέ, η επεξεργασία της όμως δεν έγινε αναγκαστικά βαθύτερη. Μπορεί ένας έφηβος να γνωρίζει μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα τι συνέβη στην άλλη άκρη του κόσμου και ταυτόχρονα να δυσκολεύεται να εξηγήσει τι υποστηρίζει ο συγγραφέας μιας σελίδας που μόλις διάβασε.

Σε αυτό το περιβάλλον διαμορφώνονται και τα πρότυπα των νέων. Η επιτυχία παρουσιάζεται συχνά ως κάτι γρήγορο, εύκολο και άμεσα μετρήσιμο σε χρήματα, προβολή και αριθμό ακολούθων. Τραπερ, influencers και διαδικτυακές προσωπικότητες καταλαμβάνουν τεράστιο χώρο στη νεανική κουλτούρα. Δεν σημαίνει ότι κάθε άνθρωπος που δραστηριοποιείται σε αυτούς τους χώρους είναι κακό πρότυπο. Όταν όμως η προβολή του αποτελέσματος αποσυνδέεται από τη διαδρομή που χρειάστηκε για να επιτευχθεί, δημιουργείται η επικίνδυνη ψευδαίσθηση ότι μπορεί κανείς να αποκτήσει τα πάντα χωρίς να κοπιάσει για τίποτα.

Κάποτε το παιδί έβλεπε μπροστά του τον γιατρό, τον επιστήμονα, τον εκπαιδευτικό, τον μηχανικό, τον τεχνίτη, τον άνθρωπο που έχτισε κάτι με τη δουλειά του. Σήμερα βλέπει πολύ συχνότερα τον άνθρωπο που έγινε γνωστός μέσα από μια οθόνη. Η κοινωνία δεν μπορεί να απαγορεύσει στα παιδιά να έχουν νέα πρότυπα. Μπορεί όμως να τους θυμίσει ότι η πραγματική πρόοδος εξακολουθεί να απαιτεί γνώσεις, δεξιότητες και επιμονή.

Και τώρα προστίθεται ένας ακόμη παράγοντας. Η τεχνητή νοημοσύνη. Η αξιοποίησή της στην εκπαίδευση μπορεί να είναι εξαιρετικά χρήσιμη, υπό την προϋπόθεση να αποτελεί εργαλείο και όχι υποκατάστατο της προσωπικής εργασίας. Ο μαθητής που χρησιμοποιεί την ΑΙ για να κατανοήσει ένα δύσκολο θέμα μπορεί να ωφεληθεί. Εκείνος που της αναθέτει να γράψει την εργασία του απλώς παρακάμπτει τη διαδικασία μέσω της οποίας θα μάθαινε να γράφει.

Η διαφορά είναι θεμελιώδης. Γιατί αν ο μαθητής δεν έχει μάθει να διατυπώνει σκέψεις, η τέλεια έκθεση που παράγει μια μηχανή δεν τον κάνει καλύτερο γνώστη. Απλώς κρύβει προσωρινά την αδυναμία του.

Το ίδιο προσεκτικά πρέπει να αντιμετωπίζουμε και το ζήτημα των μαθησιακών δυσκολιών. Οι πραγματικές δυσκολίες απαιτούν στήριξη και εξατομικευμένη αντιμετώπιση. Δεν πρέπει όμως κάθε αδυναμία συγκέντρωσης ή κάθε χαμηλή επίδοση να οδηγεί αυτόματα στην απαλλαγή από την απαίτηση. Υπάρχει διαφορά ανάμεσα σε έναν μαθητή που χρειάζεται ειδική βοήθεια και σε έναν μαθητή που δεν έχει μάθει να εργάζεται συστηματικά. Η εκπαίδευση οφείλει να μπορεί να διακρίνει τις δύο περιπτώσεις.

Και ασφαλώς το σχολείο δεν μπορεί να σηκώσει μόνο του όλο το βάρος. Η οικογένεια έχει καθοριστικό ρόλο. Η αγάπη προς το παιδί δεν σημαίνει ότι πρέπει να απομακρύνουμε κάθε δυσκολία από τον δρόμο του. Σημαίνει ότι το προετοιμάζουμε να αντιμετωπίζει τις δυσκολίες. Ένα σπίτι στο οποίο υπάρχει βιβλίο, συζήτηση, πρόγραμμα και όρια προσφέρει διαφορετικές βάσεις από ένα περιβάλλον όπου η οθόνη έχει γίνει μόνιμος σύντροφος και κάθε απαίτηση αντιμετωπίζεται ως υπερβολή.

Τι μπορούμε λοιπόν να κάνουμε; Πρώτα απ’ όλα, να σταματήσουμε να αναζητούμε μια μαγική λύση. Η απάντηση βρίσκεται σε πράγματα που γνωρίζουμε εδώ και αιώνες. Τα παιδιά πρέπει να διαβάζουν περισσότερο και να γράφουν περισσότερο. Να έρχονται σε επαφή με απαιτητικά κείμενα, να μαθαίνουν να επιχειρηματολογούν και να μπορούν να αποδώσουν με δικά τους λόγια όσα διάβασαν. Να αξιολογούνται πραγματικά για όσα γνωρίζουν και όχι απλώς να προχωρούν από τάξη σε τάξη.

Χρειάζεται επίσης να αποκατασταθεί το κύρος του εκπαιδευτικού. Ο δάσκαλος είναι ο άνθρωπος που μεταδίδει πληροφορίες. Αλλά πρέπει επιπλέον να έχει τη δυνατότητα να θέτει κανόνες, να απαιτεί σεβασμό και να παρεμβαίνει όταν η λειτουργία της τάξης διαταράσσεται. Αντίστοιχα και οι γονείς πρέπει να ξαναβρούν τον δικό τους ρόλο, όχι απέναντι στο σχολείο, αλλά δίπλα του.

Χρειαζόμαστε, τέλος, μια διαφορετική σχέση με την τεχνολογία. Όχι τεχνοφοβία, αλλά όρια. Το κινητό δεν μπορεί να είναι μόνιμος σύντροφος του μαθητή μέσα στην τάξη και η τεχνητή νοημοσύνη δεν μπορεί να γράφει τις εργασίες του. Η τεχνολογία πρέπει να υπηρετεί τη μάθηση. Να μην την αντικαθιστά.

Η κρίση που αποτυπώνει η PISA δεν είναι κρίση ευφυΐας. Τα παιδιά μας δεν έγιναν ξαφνικά λιγότερο ικανά από τις προηγούμενες γενιές. Είναι κρίση κουλτούρας. Για χρόνια δημιουργήσαμε ένα περιβάλλον στο οποίο η άμεση ικανοποίηση υπερίσχυσε της υπομονής, η πληροφορία της γνώσης, η εικόνα της ουσίας και η διευκόλυνση της προσπάθειας.

Αυτό όμως μπορεί να αλλάξει.

Χρειάζεται να ξαναδώσουμε αξία στο βιβλίο, στην ελληνική γλώσσα, στη γνώση και στην εργασία. Να αποκαταστήσουμε τον ρόλο της οικογένειας και το κύρος του εκπαιδευτικού. Να βάλουμε όρια στις οθόνες και κανόνες στη χρήση της τεχνητής νοημοσύνης. Και, κυρίως, να ξαναπιάσουμε μια ιδέα που δεν είναι ούτε παλιομοδίτικη ούτε συντηρητική, αλλά απολύτως διαχρονική: ότι τίποτα σημαντικό στη ζωή δεν χαρίζεται.

Το παιδί που σήμερα δυσκολεύεται να διαβάσει ένα κείμενο δεν χρειάζεται να του πούμε ότι φταίει. Χρειάζεται να του δώσουμε ξανά την ευκαιρία και το κίνητρο να μάθει. Γιατί ένα σχολείο που δεν μαθαίνει στα παιδιά να κατανοούν αυτά που διαβάζουν δεν αποτυγχάνει απλώς σε έναν δείκτη της PISA. Αποτυγχάνει στην ίδια του την αποστολή.