Η πόλη, τα συναισθήματα και τα πάθη

[στην εικόνα, η Villa Foscari του 1559 στη Malcontenta της Βενετίας, έργο του Andrea Palladio.]

Γράφει ο Στέλιος Ιατρού.

Ο πολίτης και η πόλη βρίσκονται σε διαρκή διάλογο, απτό και συμβολικό. Το αστικό τοπίο που οργανώνει τον χώρο εγκατοίκησής μας:

(1) διαμορφώνει καί κάμποσες όψεις της ταυτότητάς μας, 

(2) συμβάλλει στη συγκρότηση των γνωστικών μας μηχανισμών, δηλαδή των μηχανισμών διά των οποίων αντιλαμβανόμαστε εμπειρικά κι αναπαριστούμε νοερά τον κόσμο γύρω μας και τη θέση μας μέσα σ’ αυτόν, 

(3) επιτρέπει ή αποτρέπει, ενθαρρύνει ή αποθαρρύνει, ανταμείβει ή τιμωρεί τις συμπεριφορές μας μέσα στον χώρο και τη συμμετοχή μας στον περίγυρο των ανθρώπων με τους οποίους μοιραζόμαστε τις λειτουργίες που συμβαίνουν στο αστικό πεδίο, οριοθετώντας έτσι τις δυνατότητές μας πάνω στα προσωπικά και συλλογικά μας μέτρα, και 

(4) τελικώς μας εκπαιδεύει στη διαχείριση της θέσης μας μέσα στον χώρο, είτε ευνοώντας και διευκολύνοντας, είτε παρεμποδίζοντας την αυτοπραγμάτωσή μας.

Η πλάνη μας είναι πως εμείς είμαστε που διαμορφώνουμε τον χώρο μας, γιατί είμαστε πλάσματα με αυτοεξυπηρετικές γνωσίες, δηλαδή με αντιλήψεις που διαμορφώνουμε και εξυπηρετούν τον εαυτό μας και την αντίληψη που χτίζουμε για το πόσο καταπληκτικοί ημίθεοι είμαστε, όμως τείνουμε ν’ αγνοήσουμε το πόσο εκτεταμένα και βαθιά είναι καί ο αστικός χώρος που μας διαμορφώνει ανατροφοδοτικά, αργόσυρτα, συχνά διαβρωτικά, μ’ ένα άδηλο πρόγραμμα εκπαίδευσης που τροποποιεί τη συμπεριφορά μας και την ίδια την αίσθηση του εαυτού μας.

Αυτό το κατορθώνει: 

(1) με την ίδια την πολεοδομική οργάνωση του χώρου, της οποίας αποκτούμε εμπειρία μεγαλώνοντας, κι εντός της οποίας εντάσσουμε στο εξής τον εαυτό μας ως par excellence χώρου κι εποχής της ακμής μας, και 

(2) με τη συμμετοχή που μας επιτρέπει μέσα στα δίκτυα των ανθρώπων που λειτουργούν εντός του ίδιου χώρου.

Είναι ο λόγος που όταν ετεροτοπιστούμε σε άλλη πόλη σβήνουμε και χάνουμε την ταυτότητά μας, δεν μας αναγνωρίζουμε γιατί δεν μας αναγνωρίζουν ακόμα οι πολίτες του νέου περιβάλλοντός μας, αλλά και διότι μέσα στο αυτοφαντασιακό μας δεν έχουμε εγγραφεί ακόμα εμπειρικά εντός των νέων πολεοδομικών συμφραζομένων: δεν έχουμε αναμνήσεις απ’ αυτόν τον δρόμο, δεν έχουμε περπατήσει σ’ αυτήν τη γέφυρα, δεν μας συνδέουν βιώματα με κείνο το πάρκο.

Είναι ο ίδιος λόγος που όταν πτωχεύουν και κλείνουν γειτονιές, όταν δρόμοι ερημώνουν από καταστήματα που γνωρίζαμε, όταν χάνεται η εμπειρική μας οικειότητα με τον χώρο, θλιβόμαστε και βιώνουμε το ψυχικό πάθος του πένθους σαν να χάσαμε κάποιον άνθρωπό μας, και μάλιστα εδώ πρόκειται για αίσθηση πένθους για τον εαυτό μας, διότι η τάση μας είναι να μεταφράζουμε τα γεγονότα της πραγματικότητας με μας στο κέντρο τους. 

Με την απώλεια ή την αλλοίωση του αστικού χώρου που γνωρίζαμε, χάνουν οι αναμνήσεις μας την απτική τους επαφή με τα πραγματικά αντικείμενα του χώρου και με τις νοερές τους αναπαραστάσεις, κι έτσι απαγκυρώνονται απ’ το μυαλό μας, κάτι που το αισθανόμαστε ως υπαρξιακή απειλή, δηλαδή ως απειλή για την δική μας ύπαρξη, πως σβήνουμε μαζί με τον χώρο που έσβησε, και πως η ταυτότητά μας, η ιστορία μας μέσα στον τόπο που άλλαξε εξασθενεί, πως απώλεσε τις συνδέσεις της, και βρισκόμαστε έτι περισσότερο κρεμασμένοι στο κενό.

Η απώλεια αυτή μας υπομνήσκει τη φθαρτότητα της δικής μας ύπαρξης, την παρωχησιμότητά μας, σκέψη απέναντι στην οποία στασιάζουμε, γιατί αυτή η γνωστική δυσαρμονία μας προκαλεί δυστυχία, όταν μας φέρνει με το στανιό τον καθρέφτη μπροστά στα μάτια μας, και μας πιέζει ν’ αποδεχθούμε πως ο κόσμος μεταβάλλεται πέραν από τις αυταπάτες που έχουμε πως τάχα διατηρούμε τον έλεγχο της ζωής μας. 

«Ε λοιπόν αλλάζουν οι πόλεις και αμέτρητες γειτονιές χάνονται, και δεν υπάρχει τίποτα που μπορείς να κάνεις γι’ αυτό», είναι σαν να σου λέει το θέαμα μιας γειτονιάς που πια δεν αναγνωρίζεις, όπου ακούγονται ξένες λαλιές άγνωστων προσώπων, κι αυτό σε γεμίζει οργή και επιθετικότητα, διότι κανείς δεν σε ρώτησε, όταν συνέβαινε η ζωή από μόνη της, όσο εσύ ήσουν απασχολημένος σχεδιάζοντάς την.

Οι πόλεις μας είναι ζωντανές γιατί μας θυμούνται όταν τις αντικρίζουμε, κι αυτό μας κάνει να τις αισθανόμαστε σαν οικογένειά μας. Αντιθέτως, όταν δεν τις αναγνωρίζουμε, διότι πρώτες εκείνες δεν μας αναγνωρίζουν πια ως γνήσια κι αυθεντικά τέκνα τους, τότε πενθούμε τον θάνατό τους, που είναι μια συγκλονιστική συνειδητοποίηση της δικής μας θνητότητας, βιώνουμε δηλαδή προ του θανάτου μας τον θάνατό μας, αισθανόμενοι τη λησμοσύνη που τον συνοδεύει, και αυτό μας συνταράσσει και μας κάνει να φοβούμαστε, όπως κάθε memento mori παρέχει την ευκαιρία είτε για σοφία είτε για παραλυτική ακηδία και παράδοση.

Δεν είναι αστεία πράγματα αυτά, και οι πόλεις δεν είναι μονάχα τα ντουβάρια τους. Είναι κόσμοι ολόκληροι χτισμένοι υποκειμενικά από μεταφορικούς χώρους εντός των οποίων περπατούμε προτού καν βαδίσουμε ένα βήμα πάνω στην άσφαλτο ή στο γρασίδι τους. Είναι τόποι ψυχικών αποστάσεων που διανύσαμε μέχρι να πάρουμε μιαν απόφαση, και είναι ηχηρά πρόσωπα που μας μιλούν ακόμα και σωπαίνοντας, σαν τον χορό στο αρχαίο δράμα, που παρακολουθεί τους πρωταγωνιστές και παρεμβαίνει με τη σοφία της μακράς πνοής, η οποία διαθέτει τη δική της υπερχρονία, τον χρόνο δηλαδή που υπερβαίνει τον χρόνο ζωής του μεμονωμένου προσώπου.

Τις πόλεις τις λογίζουμε για αιώνιες, επειδή τις βρήκαμε έτοιμες όταν ήλθαμε στον κόσμου τους, και γι’ αυτό πονάμε όταν βλέπουμε τους μικρούς τους καθημερινούς θανάτους, και θρηνούμε διερχόμενοι όλα τα πέντε στάδια του πένθους: άρνηση, θυμό, διαπραγμάτευση, κατάθλιψη, και αποδοχή.

Δεν ανεχόμαστε την αλλαγή τους, γιατί κάτι τέτοιο απειλεί τον βολικά στατικό μας κόσμο, επειδή κανείς δεν βρίσκει παρηγοριά στη ρευστή μεταβλητότητα, αλλά στην ασφάλεια της οικείας σταθερότητας. 

Αισθανόμαστε απειλή, όταν δεν μπορούμε πια να συμμετάσχουμε στις λειτουργίες τους, γιατί έτσι απονοηματοδοτειται η ύπαρξή μας, είναι σαν να μην έχουμε σημασία πια για μας και για κανέναν άλλον. 

Φουσκώνει μέσα μας ο θυμός και η αγανάκτηση, που εκδηλώνοντα σε εκρήξεις βίας, συνήθως συλλογικής, όταν μας απαγορεύεται ν’ αυτοπραγματωθούμε εντός του αστικού τοπίου που έχουμε εμπειρικά κατακτήσει και κάνει δικό μας. 

Γεμίζουμε χαρά όταν η ομάδα μας νικάει εντός έδρας, γιατί μας απορροφά και μας αφομειώνει εκείνη τη στιγμή η δόξα της πόλης μέσα της, και για λίγο γινόμαστε κάτι ανώτερο, καλύτερο, σπουδαιότερο απ’ τη μονάδα που είμαστε τις καθημερινές.

Αναρωτιόμαστε τί θ’ απογίνουμε οι ίδιοι όταν μια φυσική καταστροφή χτυπά την πόλη, και η αβεβαιότητά της για το μέλλον της βιώνεται ως δική μας.

Δεν φανταζόμαστε τον εαυτό μας έξω απ’ αυτήν, και κάθε μας εκδρομική απόδραση, που ανατρέπει εμπράκτως αυτήν την αδυναμία, συνοδεύεται από ανάμικτα συναισθήματα, γι’ αυτό και ενδιαφέρει, διότι ως εξαίρεση διαφέρει απ’ την ομαλότητα του καθημερινού βίου εντός της πόλεως.

Ο άνθρωπος μέσα στην πόλη του γίνεται ένα άλλο πλάσμα, πλουσιότερο ή φτωχότερο, υγιές ή άρρωστο, γνήσιο ή νόθο, αυτόχθον ή επείσακτο, περήφανο ή ηττημένο, κ.ο.κ., εσωτερικεύοντας τους κύκλους της ανόδου, της ακμής, της παρακμής, και της πτώσης της πόλης του ως δικούς του.

Γι’ αυτούς και γι’ άλλους λόγους που δεν χωράνε σε μια δημοσίευση, η εκδήλωση των φαινομένων της συλλογικής βία μέσα στο αστικό τοπίο είναι κάπως σαν τα αυτοάνοσα νοσήματα του ανθρώπινου οργανισμού, όταν ο οργανισμός επιτίθεται στον εαυτό του μέχρι θανάτου. Είναι πολύ σοβαρή υπόθεση ζωής και θανάτου, γιατί η πόλη μας πλάθει σ’ αυτό που είμαστε στον βαθμό που κι αυτή συμμετέχει στη διαμόρφωση του ιστορικού μας αποτυπώματος μέσα στον αιώνιο κόσμο μας.