«Καμπάνα» άνω των 70.000 ευρώ σε influencer – Πώς η ΑΑΔΕ εντόπισε τις αδήλωτες αναρτήσεις

133
Seajets Amorgos

Η Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών (ΔΕΔ) επικύρωσε βαρύ φορολογικό καταλογισμό σε influencer, επιβεβαιώνοντας την απόφαση της ΑΑΔΕ για υπόθεση αναρτήσεων στο Instagram με εμπορικό χαρακτήρα, για τις οποίες δεν είχαν εκδοθεί τα προβλεπόμενα φορολογικά παραστατικά.

Η υπόθεση αφορά το φορολογικό έτος 2019 και εταιρεία που δραστηριοποιούνταν στον τομέα των διαφημιστικών υπηρεσιών, μέσω της οποίας η influencer διαχειριζόταν επαγγελματικό λογαριασμό στο Instagram.

Όπως προκύπτει από την απόφαση της ΔΕΔ, ο φορολογικός έλεγχος εντάχθηκε σε ευρύτερη δράση της ΑΑΔΕ για τον έλεγχο Ελλήνων influencers στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Για τις ανάγκες της έρευνας αξιοποιήθηκαν στοιχεία από τις αναρτήσεις του λογαριασμού, τα λογιστικά βιβλία της εταιρείας, ιδιωτικά συμφωνητικά και φορολογικά παραστατικά.

Από τον έλεγχο διαπιστώθηκε ότι κατά τη διάρκεια του 2019 δημοσιεύθηκαν συνολικά 322 αναρτήσεις στον επαγγελματικό λογαριασμό, τον οποίο διαχειριζόταν η μοναδική εταίρος και διαχειρίστρια της εταιρείας. Αν και μέρος αυτών είχε τιμολογηθεί κανονικά, για 54 αναρτήσεις οι ελεγκτικές αρχές έκριναν ότι αφορούσαν διαφημιστικές συνεργασίες και επιχειρηματικές συναλλαγές, χωρίς όμως να έχουν εκδοθεί τα αντίστοιχα φορολογικά στοιχεία.

Η συνολική καθαρή αξία των συγκεκριμένων αναρτήσεων υπολογίστηκε στις 81.500 ευρώ, ενώ ο αναλογών ΦΠΑ ανήλθε σε 19.560 ευρώ. Με βάση τα ευρήματα του ελέγχου επιβλήθηκε πρόστιμο 9.780 ευρώ για τη μη έκδοση φορολογικών στοιχείων. Επιπλέον, με την πράξη διορθωτικού προσδιορισμού φόρου εισοδήματος καταλογίστηκε επιπλέον φόρος ύψους 28.083,52 ευρώ, μαζί με πρόστιμο 14.041,76 ευρώ, ενώ για τον ΦΠΑ καταλογίστηκε ποσό 19.560 ευρώ.

Στο σκεπτικό της απόφασης επισημαίνεται ότι ο φορολογικός έλεγχος δεν βασίστηκε απλώς στην ύπαρξη των αναρτήσεων στο Instagram, αλλά κυρίως στο περιεχόμενο και τα χαρακτηριστικά τους, καθώς και στη σύγκρισή τους με δημοσιεύσεις που είχαν ήδη τιμολογηθεί στο πλαίσιο εμπορικών συνεργασιών. Καθοριστικό ρόλο έπαιξε το γεγονός ότι οι επίμαχες αναρτήσεις περιείχαν hashtags και tags εταιρειών, όπως ακριβώς συνέβαινε και στις αναρτήσεις για τις οποίες είχαν εκδοθεί τα αντίστοιχα φορολογικά παραστατικά.

Από την πλευρά της, η εταιρεία υποστήριξε ότι σημαντικός αριθμός των επίμαχων δημοσιεύσεων δεν αφορούσε φορολογητέες συναλλαγές. Ειδικότερα, έκανε λόγο για εννέα περιπτώσεις barter, δηλαδή ανταλλαγής προϊόντων ή υπηρεσιών με διαφημιστική προβολή, έντεκα περιπτώσεις giveaways και 46 αναρτήσεις που, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, απεικόνιζαν προσωπικές στιγμές της διαχειρίστριας και δεν είχαν εμπορικό χαρακτήρα.

Η Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών δεν έκανε δεκτούς τους ισχυρισμούς αυτούς. Για τις συνεργασίες τύπου barter έκρινε ότι η ανταλλαγή προϊόντων ή υπηρεσιών έναντι προβολής συνιστά οικονομική συναλλαγή και όχι δωρεάν παροχή. Αντίστοιχα, για τις αναρτήσεις που χαρακτηρίστηκαν ως προσωπικές, υιοθέτησε την εκτίμηση του ελέγχου ότι αποτελούσαν οργανωμένη προώθηση προϊόντων και υπηρεσιών, καθώς συνδέονταν άμεσα με τη δραστηριότητα της εταιρείας και τον επαγγελματικό χαρακτήρα του λογαριασμού.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η μεθοδολογία που ακολουθήθηκε για τον προσδιορισμό της αξίας των συναλλαγών. Οι ελεγκτικές αρχές βασίστηκαν στις ελάχιστες αμοιβές που προέκυπταν από ιδιωτικά συμφωνητικά και φορολογικά στοιχεία της ίδιας της εταιρείας, χρησιμοποιώντας ως σημείο αναφοράς πραγματικές χρεώσεις. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονταν αμοιβή 1.000 ευρώ πλέον ΦΠΑ για μια ανάρτηση τύπου post και 2.500 ευρώ πλέον ΦΠΑ για μια ανάρτηση τύπου giveaway.

Παράλληλα, η ΔΕΔ έκρινε ότι, από τη στιγμή που διαπιστώθηκε μη έκδοση φορολογικών στοιχείων, η φορολογική διοίκηση είχε τη δυνατότητα να προσδιορίσει τα ακαθάριστα έσοδα αξιοποιώντας κάθε διαθέσιμο αποδεικτικό στοιχείο. Όπως αναφέρεται στην απόφαση, η ύπαρξη αδήλωτης φορολογητέας ύλης μπορεί να τεκμηριωθεί όχι μόνο με άμεσες αποδείξεις, αλλά και μέσω αντικειμενικών και συγκλινουσών ενδείξεων.

Με την υπ’ αριθμ. 1966/2026 απόφασή της, η ΔΕΔ απέρριψε την ενδικοφανή προσφυγή της εταιρείας, επικυρώνοντας τις πράξεις του 3ου ΕΛΚΕ Αττικής τόσο για το πρόστιμο λόγω μη έκδοσης φορολογικών στοιχείων όσο και για τον διορθωτικό προσδιορισμό φόρου εισοδήματος και ΦΠΑ.