Κιβωτός του κόσμου: Ξεκινούν οι καταθέσεις – Καλούνται παιδιά και εργαζόμενοι

Διαστάσεις χιονοστιβάδας έχουν πάρει οι καταγγελίες για όσα συνέβαιναν στην Κιβωτό του Κόσμου. Δύο πρώην φιλοξενούμενοι της δομής είναι πλέον στη διάθεση της δικαιοσύνης και οι καταγγελίες τους αναμένεται να οδηγήσουν σε ραγδαίες εξελίξεις για τουλάχιστον τέσσερα πρόσωπα, τα οποία κατονομάζουν για παράνομες συμπεριφορές. Οι δύο εισαγγελείς ανηλίκων που διερευνούν τις καταγγελίες εξετάζουν από σήμερα νέους μάρτυρες.

Αρχίζουν με πρώην εργαζόμενους στην Κιβωτό του Κόσμου και σύμφωνα με πληροφορίες έχουν στη διάθεσή τους, τα στοιχεία τουλάχιστον πέντε νέων προσώπων, μεταξύ αυτών και ενός νεαρού που σήμερα ζει στο εξωτερικό, όμως φέρεται να έχει δηλώσει ότι θα εμφανιστεί ενώπιόν τους και θα καταγγείλει ενόρκως όσα ισχυρίζεται ότι έζησε στη δομή που φιλοξενήθηκε.

Στη διάθεση των Αρχών βρίσκονται σύμφωνα με πληροφορίες επτά μαρτυρίες. Τρία παιδιά και τέσσερις εργαζόμενοι για κατάχρηση ανηλίκου σε ασέλγεια, για ψυχολογική και σωματική βία, για καταναγκαστική εργασία και αποκλεισμό από το σχολείο.

Το «ΘΕΜΑ» αποκάλυψε όλη την καταγγελία του 19χρονου που δόθηκε το πρωί της περασμένης Τετάρτης στον 8ο όροφο της ΓΑΔΑ. Σύμφωνα με τα όσα είπε, ο άνθρωπος που τον εκβίαζε για να εκτονώνει πάνω του αρρωστημένα ένστικτα και όσα ερεβώδη φώλιαζαν στο μυαλό του, εκμεταλλευόταν τον φόβο του και την ανάγκη για να ζήσουν ο ίδιος, η άρρωστη μητέρα και ο αδερφός του.

Οι καταγγελίες του, που πλέον έχουν μπει στο μικροσκόπιο των αναλυτών της Ασφάλειας για να πέσει φως στην υπόθεση, δεν περιορίζονται μόνο στον πατέρα Αντώνιο,αλλά περιλαμβάνουν τρία ακόμη άτομα που τους αποκαλεί «υπηρέτες» του, για τους οποίους λέει ότι υπάρχουν μαρτυρίες ότι ξυλοκοπούσαν άγρια και βασάνιζαν τέσσερα ακόμη παιδιά.

«Είχε κοντά του τρία άτομα, τους οποίους γενικά τους αποκαλούσε “βλάκα” και “ηλίθιε”, ενώ ποτέ δεν έβγαζε και έβαζε μόνος του τα παπούτσια και τις κάλτσες του. Ηθελε να τον υπηρετούν. Κι εγώ απ’ όταν ξεκίνησα να είμαι κοντά του θεωρούσα δεδομένο να του βάζω τα παπούτσια, να του βάζω το ράσο και είχα συνηθίσει να τον ακούω να με λέει “βλάκα, ηλίθιο, άχρηστο”. Και αυτή τη συμπεριφορά είχε σε όσα παιδιά άρχισαν να είναι κοντά του»

«Οταν ήμουν στην ηλικία των 6 με 7 ετών φιλοξενήθηκα στην Κιβωτό του Κόσμου απ’ όπου έφυγα οριστικά λίγο μετά τα Χριστούγεννα που μας πέρασαν. Από όταν πήγαινα στην Α’ Δημοτικού μέχρι και την πέμπτη τάξη έμενα στη δομή της Κιβωτού στην Αθήνα. Τότε μας πήρε πάλι η μαμά, αλλά επειδή δυσκολευόταν, την επόμενη χρονιά γυρίσαμε πάλι στη δομή. Μιλάω στον πληθυντικό γιατί ήμασταν μαζί με τον μεγαλύτερο αδερφό μου. Στη Β’ Γυμνασίου επειδή το σπίτι στην Αθήνα έκλεισε, μας πήγαν στο σπίτι στην Άνοιξη Αττικής», ξεκινάει η επτασέλιδη κατάθεσή του.

Στη συνέχεια, ο 19χρονος σήμερα αναφέρεται στην πρώτη γνωριμία με τον πατέρα Αντώνιο. «Οταν πήγαινα στην Γ’ Γυμνασίου μας ξαναπήρε η μητέρα μας, αλλά συνέχισα να πηγαίνω στο Κέντρο Ημέρας στον Κολωνό και τα Σαββατοκύριακα παίζαμε και μπάσκετ. Εκεί ερχόταν και ο πατήρ Αντώνιος και έπαιζε μαζί μας μπάσκετ. Το καλοκαίρι, αφού τελείωσε η σχολική χρονιά επέστρεψα πάλι στην Κιβωτό όπου και πήγα να μείνω στο παράρτημα του Βόλου. Εναν χρόνο μετά μεταφέρθηκα στο παράρτημα της Καλαμάτας, όπου έκατσα ενάμιση χρόνο και ήταν η τελευταία δομή που φιλοξενήθηκα. Στη Γ’ Γυμνασίου, κάπου μετά το Πάσχα ο πατήρ Αντώνιος μου έλεγε ότι η Αθήνα δεν είναι για μένα και ότι θα με βοηθούσε να βρω δουλειά και να φτιάξω το μέλλον μου. Μου έλεγε ότι γενικά θα με βοηθάει, θα βοηθούσε παραπάνω τη μητέρα μου, δίνοντάς της κάποιο επίδομα αλλά και τον αδελφό μου, βρίσκοντάς του δουλειά, ο οποίος και τελικά δούλεψε στο υπόγειο της Κιβωτού. Κάπως έτσι με έπεισε να ξαναγυρίσω στην Κιβωτό.

Δηλαδή η επιστροφή μου ήταν κάπως σαν δική μου συμφωνία με τον πατέρα και την επιμέλειά μου την είχε κανονικά η μητέρα μου. Τον πρώτο χρόνο στον Βόλο έκανα αγροτικές δουλειές και το βράδυ πήγαινα Νυχτερινό Σχολείο. Τους δύο πρώτους μήνες στον Βόλο ήμουν απομονωμένος από τα υπόλοιπα παιδιά και έκανα το πρόγραμμά μου, δηλαδή δουλειά και σχολείο. Τότε άρχισα να έρχομαι πιο κοντά με τον πατέρα Αντώνιο. Οταν ερχόταν στον Βόλο με έπαιρνε στις βόλτες μαζί του και περνούσαμε πολύ χρόνο μαζί. Το καλοκαίρι με πήρε μαζί του στο παράρτημα της Πωγωνιανής για ενάμιση μήνα κι εκεί του είπα τα οικογενειακά μου προβλήματα και μας βοηθούσε. Εβαλε τη μαμά μου να μείνει σε σπίτι της Κιβωτού μαζί με τον αδελφό μου όπου μένουν μέχρι και σήμερα. Μετά μου πρότεινε να αλλάξω δομή και να πάω στην Καλαμάτα, γιατί η δομή εκεί ήταν καινούρια. Γενικά ήμουν πολύ καλός στη δουλειά και με ξεχώρισε ο πατήρ καθώς ήθελε να έχει εκεί άτομα που εμπιστευόταν.

«Του έβαζα και του έβγαζα τα παπούτσια και τις κάλτσες»

Αρχές Σεπτεμβρίου του 2020 πήγα στην Καλαμάτα και τα πράγματα πήγαιναν μια χαρά, όπως μου είχε πει, και βοηθούσε και οικονομικά τη μαμά μου. Αυτό που δεν μου άρεσε, όμως, ήταν ότι όσο τον πλησίαζα και δενόμουν μαζί του, είχα αρχίσει στην ουσία να τον υπηρετώ δηλαδή του έβαζα και του έβγαζα τα παπούτσια και του έβαζα τις κάλτσες. Αυτά ήταν τα πρώτα περίεργα πράγματα.
kivotos_ekso_arthro

«Χτυπούσε τον ποπό μου με το χέρι του»

Ο πατήρ Αντώνιος μένει μόνιμα στην Αθήνα, αλλά συνεχώς έκανε επισκέψεις στις άλλες δομές. Για παράδειγμα, στην Καλαμάτα που ήταν και καινούρια η δομή ήρθε κι έμεινε εκεί τον πρώτο ενάμιση μήνα. Μετά πηγαινοερχόταν συνέχεια. Εκεί λοιπόν στην Καλαμάτα άρχισε να μου κάνει περίεργα πράγματα. Ας πούμε, όταν μιλάγαμε ή οποιαδήποτε άλλη στιγμή ήμασταν μαζί και σηκωνόμουν να φύγω, καθώς έφευγα μου χτυπούσε τον ποπό με το χέρι.

«Αρχισε να βάζει το χέρι του μέσα στο μαγιό μου»

Αν και δεν μου άρεσε αυτή η κίνηση, προσπαθούσα να τη δικαιολογήσω γιατί και στο μπάσκετ το έκανε αυτό. Αυτό γινόταν 2 με 3 φορές τη βδομάδα στην αρχή, μετά 5 φορές τη βδομάδα, μετά αρκετές φορές την ημέρα, μέχρι που έφτασε στο σημείο να γίνεται περίπου 15 φορές την ημέρα. Επίσης στην Καλαμάτα από το καλοκαίρι μέχρι και τον Νοέμβριο, που κάναμε μπάνιο στη θάλασσα, στα παιχνίδια που κάναμε στο νερό, πνιξίματα – πατητές, κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού, καθώς έκανε πως με έπνιγε στο νερό άρχισε να βάζει το χέρι του μέσα στο μαγιό μου. Στην αρχή προσπάθησα να το δικαιολογήσω με την αγάπη που του είχα και δεν έλεγα τίποτα.

Στην πορεία φοβόμουν και δεν ήξερα πώς να το αντιμετωπίσω. Κι αυτό στη θάλασσα όσο περνούσε ο καιρός το έκανε με μεγαλύτερη συχνότητα μέχρι που έφτασε να μου το κάνει σε μία μέρα στη θάλασσα 10 φορές. Εξαιτίας αυτού δεν ήθελα να μπαίνω στη θάλασσα. Αυτός εκμεταλλευόταν το γεγονός ότι δεν μπορούσα να αντιδράσω. Επίσης, εκείνο το διάστημα στην Καλαμάτα μας πήγαινε εκδρομές.

«Έβαζε τα δάχτυλά του μέσα στα ρουθούνια μου»

Σε μια από αυτές στη Μονεμβασιά, πριν τα Χριστούγεννα του 2020 τα βράδια πήγαινα στο δωμάτιό του να του κάνω παρέα. Καθώς βλέπαμε τηλεόραση ενώ αυτός ήταν ξαπλωμένος, μου χάιδευε το κεφάλι και κάποια στιγμή έβαλε τα δάχτυλά του μέσα στα ρουθούνια μου. Φρίκαρα και τραβήχτηκα αμέσως και λέγοντας ότι νυστάζω έφυγα από το δωμάτιό του».

Η επιστροφή στην Αθήνα

«Μετά τα Χριστούγεννα του 2020 έκανε ένα χειρουργείο και επειδή ήθελε ένα παιδί να τον βοηθάει, είπε να έρθω εγώ από την Καλαμάτα. Ετσι, ήρθα στην Αθήνα όπου κυριολεκτικά 24 ώρες το 24ωρο ήμουν μαζί του. Μόνο 2 ώρες έβγαινα έξω για να πάω το σκυλί που είχα τότε βόλτα. Ούτε η μαμά μου δεν ήξερε ότι είχα γυρίσει στην Αθήνα, δεν της το είχα πει, γιατί ο πατήρ μου είχε πει ότι θα ήμουν συνέχεια μαζί του, οπότε δεν θα μπορούσα να πάω να τη δω και θα ερχόμουν σε δύσκολη θέση. Αν και έμενα σε ξεχωριστό δωμάτιο, σχεδόν όλη τη μέρα ήμουν μαζί του για να τον φροντίζω (σ.σ.: αναφέρεται σε πράξεις και περιγραφές που δεν είναι δυνατόν να αναπαραχθούν).

«Με έβριζε, μου συμπεριφερόταν υποτιμητικά»

Με τραβούσε κοντά του συνέχεια κι εγώ τραβιόμουν χωρίς να του πω κάτι και μου είπε “σήκω φύγε”. Την επόμενη μέρα που πήγα στο δωμάτιό του, άλλαξε η συμπεριφορά του, με έβριζε,μου συμπεριφερόταν υποτιμητικά, με αγριοκοιτούσε λέγοντάς με συνεχώς «βλάκα» και «ηλίθιε» ενώ με έστελνε για δουλειές στο υπόγειο. Να διευκρινίσω ότι όλο αυτό το διάστημα που ήρθαμε πιο κοντά είχα παρατηρήσει ότι η συμπεριφορά του δεν ήταν σωστή.

Είχε κοντά του τρία άτομα (σ.σ.: αναφέρει τα ονόματά τους) τους οποίους γενικά τους αποκαλούσε “βλάκα” και “ηλίθιε”, ενώ ποτέ δεν έβγαζε και έβαζε μόνος του τα παππούτσια και τις κάλτσες του. Ήθελε να τον υπηρετούν. Κι εγώ απ’ όταν ξεκίνησα να είμαι κοντά του θεωρούσα δεδομένο να του βάζω τα παπούτσια, να του βάζω το ράσο και είχα συνηθίσει να τον ακούω να με λέει “βλάκα, ηλίθιο, άχρηστο”. Κι αυτή τη συμπεριφορά είχε σε όσα παιδιά άρχισαν να είναι κοντά του.

Εκείνη την ημέρα, λοιπόν, η συμπεριφορά του έγινε πολύ πιο έντονη. Μετά άρχισε να μου λέει ότι “επειδή εσύ είσαι φιλότιμος, η μαμά σου έχει σπίτι, παίρνει επίδομα και ο αδερφός σου έχει δουλειά” και το ένιωθα απειλή, ότι αν μιλήσω ή φύγω ή κάνω κάτι, αυτόματα η μαμά μου δεν θα είχε σπίτι και ο αδερφός μου δουλειά. Ηταν σαν μια υπενθύμιση αρκετά συχνά πως χωρίς την Κιβωτό, δεν θα μπορούσα να ζήσω. Οταν ο πατήρ Αντώνιος ανάρρωσε, το Πάσχα του 2021, πήγαμε στον Βόλο για έναν μήνα. Εκεί συνέχεια τα ίδια σκηνικά (σ.σ.: αναφέρει λεπτομέρειες που δεν μπορεί να γραφτούν). Αυτό γινόταν το πρωί που του πήγαινα το πρωινό στο δωμάτιο, το μεσημέρι που πήγαινε για ξεκούραση και πήγαινα να τον βοηθήσω και το βράδυ που πήγαινε για ύπνο.
kiv99

«Με άγγιζε στο πρόσωπο και προσπαθούσε να βάλει τα δάχτυλά του στα ρουθούνια μου»

Ο πατέρας στο δωμάτιό του και στο σπίτι του έβγαζε το ράσο και ήταν με τις πιζάμες. Δεν τον είχα δει ποτέ γυμνό. Οπως επίσης αντιδρούσα αμέσως όποτε με άγγιζε στο πρόσωπο και προσπαθούσε να βάλει τα δάχτυλά του στα ρουθούνια μου. Ηταν κάτι που το σιχαίνομαι. Μια φορά είχε βάλει τα δάχτυλά του στα ρουθούνια μου και τα είχε εκεί ένα πεντάλεπτο, μέχρι που είχα γεμίσει μύξες. Οταν γυρίσαμε από τον Βόλο στην Αθήνα, κάθε φορά που μέναμε μόνοι μας, δεν κρατιόταν.

Δηλαδή μπορεί να το έκανε ασανσέρ, στον διάδρομο ή στο αμάξι όταν έβγαινε έξω ο οδηγός του. Οταν τα έκανε αυτά δεν μου έλεγε κάτι, ούτε άλλαζε το ύφος του. Είχα φτάσει σε σημείο να φοβάμαι να περνάω δίπλα του και να μιλάω γιατί θα το γυρνούσε σε σημείο που τον συνέφερε αυτόν (σ.σ.: αναφέρεται σε νέες κακοποιητικές πράξεις). Εν τω μεταξύ αυτό ποτέ μα ποτέ δεν συζητήθηκε μεταξύ μας, ούτε ένα νόημα δεν μου είχε κάνει. Απλά το έκανε. Και γι’ αυτό κι εγώ δεν είχα πάτημα να πω κάτι. Απλά το έκανε, εκμεταλλευόταν την αμηχανία μου. Εγώ έφτασα σε σημείο να τον σιχαίνομαι, αλλά ένιωθα ότι δεν μπορούσα να το αλλάξω αυτό.

Οταν έφυγα από τον Βόλο και γύρισα στην Καλαμάτα, μετά το Πάσχα του 2021, αφού πρώτα είχαμε μείνει για λίγο στην Αθήνα, κατάφερα να μείνω μόνος μου, το περισσότερο, για δύο βδομάδες. Συνεχώς έβρισκε δικαιολογίες και ερχόμουν συνέχεια στην Αθήνα να είμαι δίπλα του. Κατάλαβα ότι δεν μπορούσε χωρίς εμένα, ήταν εξαρτημένος. Οσο ήμουν στην Καλαμάτα, με έπαιρνε κάθε μέρα τηλέφωνο και μιλούσαμε καμιά ώρα. Αν δεν τον έπαιρνα τηλέφωνο μια μέρα, την επομένη με έβριζε.

Με έπαιρνε τηλέφωνο με τη δικαιολογία να τον ενημερώνω για το τι γίνεται στη δομή στην Καλαμάτα, αλλά στην κλήση που διαρκούσε, για παράδειγμα, 45 λεπτά, τα πρώτα 10 λεπτά τον ενημέρωνα και την υπόλοιπη ώρα αυτός μου έλεγε το όνομά μου και εγώ έπρεπε να του απαντάω “πάτερ μας” και αυτό το είχε επιβάλει μέσα από τη συμπεριφορά του και αν δεν απαντούσα έτσι αυτός με έβριζε και μου φώναζε το όνομά μου μέχρι να απαντήσω “πάτερ μας”. Ηθελε να το ακούει».

Στη Χίο

Σε αυτό το σημείο της κατάθεσής του ο 19χρονος αναφέρει ότι ακόμη ένα παιδί, φίλος του, είδε τη σκηνή της κακοποίησής του. «Το καλοκαίρι του 2021 πήγαμε με τον πατέρα στο παράρτημα της Χίου, όπως και συνηθίζαμε τα καλοκαίρια. Τα παιδιά που ήμουνα εκεί μαζί και μιλούσαμε δεν με αναγνώρισαν γιατί είχα αλλάξει τελείως συμπεριφορά.

Με είδαν πιο μαζεμένο και φοβισμένο, ενώ ήμουν συνήθως αντιδραστικό παιδί. Επίσης δεν φρόντιζα τον εαυτό μου, ήμουν αξύριστος και ακούρευτος και αυτό γιατί έτσι με ήθελε ο πατήρ. Αυτά τα παιδιά με βοήθησαν να καταφέρω να βρω τη δύναμη και το θάρρος να περιορίσω κατά πολύ όλα αυτά, αλλά και να αποφασίσω να φύγω από την Κιβωτό. Στα παιδιά αυτά, που είναι πολύ καλοί μου φίλοι, αποφάσισα και είπα κάποια πράγματα, αλλά όχι όλα γιατί ντρεπόμουν. Τους είπα ότι ο πατήρ με παρενοχλούσε σεξουαλικά με αγγίγματα χωρίς λεπτομέρειες.

Τα παιδιά αυτά (σ.σ.: αναφέρει τα ονόματά τους) τώρα είναι στον Στρατό και ένας που μένει ακόμα στη δομή της Χίου, καθώς ενηλικιώνεται το Μάρτιο του 2023. Μάλιστα ο ένας, μια φορά που μπήκε στο δωμάτιο του πατέρα να αφήσει το φαγητό του, πρόλαβε και είδε για δευτερόλεπτα λεπτά τον πατέρα που με παρενοχλούσε. Δεν ξέρω τι ακριβώς είδε, δεν το συζητήσαμε γιατί ντρεπόμουν. Το μόνο που του είπα είναι “εγώ σ’ τα έλεγα”. Το παιδί ίσα που πρόλαβε να ανοίξει την πόρτα και ο πατήρ του φώναξε “φύγε φύγε!” και έφυγε μετά και δεν ξαναμπήκε μέσα».

Το περιστατικό σεξουαλικής κακοποίησης που περιγράφει ο 19χρονος επιβεβαιώνει σε κατάθεση που έχει ήδη δώσει και ο αυτόπτης μάρτυρας, που εκείνη τη στιγμή εισήλθε στο δωμάτιο μεταφέροντας το φαγητό του πατέρα Αντωνίου.

Συνεχίζοντας την κατάθεσή του για την περίοδο των όσων έγιναν στη Χίο, ο 19χρονος περιγράφει: «Τον Σεπτέμβριο που επιστρέψαμε στην Αθήνα ο πατήρ Αντώνιος με ρώτησε “τι συμπεριφορά ήταν αυτή στη Χίο;”, καθώς είχα απομακρυνθεί λίγο από κοντά του. Εγώ, έχοντας αποφασίσει να περιορίσω τη συμπεριφορά του πατέρα, απαίτησα να πάω σχολείο γιατί μου το είχε σταματήσει για να με έχει συνεχώς μαζί του και γύρισα στη δομή της Καλαμάτας.

Εκεί όμως, πάλι ο πατήρ με καλούσε στην Αθήνα κάθε Παρασκευή, Σάββατο και Κυριακή, με αποτέλεσμα να κάνω πολλές απουσίες. Τα Χριστούγεννα του 2021 ήρθα στην Αθήνα και πήγα και έμεινα στη μαμά μου, ενώ ο πατήρ Αντώνιος είχε COVID. Μια μέρα με πήρε τηλέφωνο ένας από τη δομή και μου ζήτησε τον λόγο που δεν πήγαινα στην Κιβωτό και ενώ του εξήγησα ότι ο πατήρ είναι άρρωστος και η μάνα μου έχει αναπνευστικά προβλήματα μου είπε “κι εμένα τι με νοιάζει;”.

Δύο μέρες πριν την Πρωτοχρονιά, πήγα στην Κιβωτό και ο πατήρ με ανάγκασε από τις 7 η ώρα το πρωί να του πηγαίνω πρωινό και με απασχολούσε όλη την ημέρα μέχρι τις επτά με οκτώ το απόγευμα που πήγαινα στη μαμά μου. Ακόμα και την Πρωτοχρονιά μου έκανε το ίδιο. Εγώ εν τω μεταξύ αυτό το διάστημα ξεκίνησα να βγαίνω τα βράδια με τους φίλους μου και να ξενυχτάω, έχοντας ήδη ενηλικιωθεί. Eτσι, τα πρωινά που πήγαινα στον πάτερα, εκεί που καθόμασταν στο σαλόνι του τρίτου ορόφου, με παίρνει ο ύπνος στον καναπέ, ο οποίος είναι γωνιακός και εκεί καθόταν και ο πατήρ. Μια μέρα, ενώ ξύπνησα, είχα το κεφάλι μου στο μπούτι του πατέρα και τραβήχτηκα αμέσως.

Πηγή: protothema.gr