Pin It

Ήταν 8 το πρωί της 8ης Οκτωβρίου, όταν οι αξιωματούχοι στη Downing Street βρέθηκαν μπροστά σε μια διπλωματική καταστροφή.

Ο πρωθυπουργός της Βρετανίας Μπόρις Τζόνσον είχε κλονιστεί από την εκτίμηση της Γερμανίδας καγκελαρίου Άγκελα Μέρκελ για το πόσο δύσκολο θα ήταν να επιτευχθεί μια συμφωνία για το Brexit και ο απότομος τηλεφωνικός διάλογος που ακολούθησε, προκάλεσε αληθινό σοκ στους συμβούλους και των δυο ηγετών.

Είτε ήταν η ενέδρα της Μέρκελ, όπως την περιέγραψαν οι Βρετανοί, είτε απλώς η στιγμή που ο Τζόνσον είδε κατάματα την πραγματικότητα, όπως υποστηρίζουν οι Γερμανοί, το ανάλγητο «blame game» των δυο, φαινόταν ότι ήταν αυτό που θα οδηγούσε στο τέλος των διαπραγματεύσεων.

Μόλις εννέα ημέρες μετά την επισήμανση εκ μέρους του βρετανικού επιτελείου ότι η συμφωνία είναι «ουσιαστικά αδύνατη», τα ίδια άτομα συζητούσαν με τον Μπόρις Τζόνσον πάνω από ένα «βασιλικό» πρωινό με λουκάνικα και μπέικον, μέσα στο αεροπλάνο που τους μετέφερε από το Λονδίνο στις Βρυξέλλες. Ο Τζόνσον πήγαινε να επικυρώσει μια συμφωνία για την έξοδο της Βρετανίας από την ΕΕ.

Ήταν αυτή η τραυματική ανταλλαγή επιχειρημάτων με τη Γερμανίδα καγκελάριο που ξεκλείδωσε τη συμφωνία. Και οι παραχωρήσεις που προκάλεσε θα μπορούσαν ακόμη και να οδηγήσουν στη ματαίωση της συμφωνίας.

Καθώς το επιτελείο της Μέρκελ επικέντρωνε στην αγριότητα των βρετανικών επιθέσεων και οι μαχητές υπέρ του brexit αναρτούσαν στο twitter μια προσβλητική εικόνα της Μέρκελ, ο Τζόνσον επικοινώνησε με έναν άλλο ηγέτη, η θέση του οποίου επίσης κινδύνευε εξίσου, ανάλογα με τν πορεία των συνομιλιών για το Brexit: τον Ιρλανδό ομόλογό του, Λίο Βαραντκάρ.

Συνομιλώντας τηλεφωνικά, μόλις λίγες ώρες μετά την θυελλώδη συνομιλία του Τζόνσον με τη Μέρκελ, οι δύο άνδρες αποφάσισαν να πάρουν τα πράγματα στα χέρια τους. Να συναντηθούν κάπου σε ουδέτερο έδαφος σε μια προσπάθεια να σπάσουν το αδιέξοδο.

Επί τρία ολόκληρα χρόνια, η ΕΕ υπήρξε αμετακίνητη στην απόφαση ότι κανένας Βρετανός πρωθυπουργός δεν θα μπορούσε να διαπραγματευτεί άμεσα με οποιονδήποτε άλλον Ευρωπαίο ηγέτη. Όλες οι συνομιλίες διεξήχθησαν μέσω της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στις Βρυξέλλες.

Αλλά οι Τζόνσον και Βαραντκάρ αποφάσισαν ότι ήρθε η ώρα να παραβιάσουν τους κανόνες. Και αυτή η απόφαση, ήρε το αδιέξοδο.

Το Thornton Manor είναι μια εξοχική κατοικία του 19ου αιώνα που περιβάλλεται από ένα ήσυχο πάρκο και πολλούς κήπους. Βρίσκεται 225 μίλια μακριά από τη Downing Street. Ένας χώρος τέλεσης γάμων για τους πλούσιους και διάσημους, ήταν ο τόπος όπου την Πέμπτη 10 Οκτωβρίου ο Τζόνσον έπεισε τον Βαραντκάρ να φτάσουν σε μια συμφωνία.

Οι δύο άνδρες και οι ομάδες τους μίλησαν για σχεδόν τρεις ώρες. Σε ένα σημείο οι ηγέτες πήγαν μια βόλτα γύρω από το κτήμα, μόνοι τους. Βασικά, πίστευαν ότι μπορούσαν να εμπιστευτούν ο ένας τον άλλον.

Στη βόλτα αυτή, ο Τζόνσον είπε στον Βαραντκάρ ότι δέχτηκε την ανάγκη να αποφευχθούν οι τελωνειακοί έλεγχοι οπουδήποτε κοντά στα χερσαία σύνορα του Ηνωμένου Βασιλείου με την Ιρλανδία και αυτό θα σήμαινε ελέγχους εντός του Ηνωμένου Βασιλείου – μεταξύ της Βόρειας Ιρλανδίας και της βρετανικής ηπειρωτικής χώρας.

Αυτό ήταν ένα κεντρικό ζήτημα για τη βρετανική πλευρά: Ο Τζόνσον στάθηκε απέναντι σε όσους διαμαρτύρονταν επί δύο χρόνια. Η προκάτοχος του, η Τερέζα Μέι, είχε πει ότι κανένας πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου δεν θα μπορούσε ποτέ να υπογράψει κάτι τέτοιο.

Σε αντάλλαγμα, ο Βαραντκάρ είχε να παίξει το δικό του παιxνίδι.

Είχε αρνηθεί να εξετάσει ο,τιδήποτε λιγότερο από μια μόνιμη εγγύηση ότι τα ιρλανδικά σύνορα θα ήταν απαλλαγμένα από ελέγχους αγαθών. Τώρα, είπε στον Τζόνσον, ήταν πρόθυμος να μετακινηθεί από αυτή την πάγια θέση του.

Έτσι, προέκυψε η ιδέα ενός τελωνειακού καθεστώτος κομμένου και ραμμένου στα μέτρα της Βόρειας Ιρλανδίας, από το οποίο οι κάτοικοι της περιοχής θα μπορούσαν να αποχωρήσουν μετά από τέσσερα χρόνια, αν το κοινοβούλιό τους πάρει μια τέτοια απόφαση.