
Διανύοντας ήδη το δεύτερο μισό της κοινοβουλευτικής περιόδου, είναι φανερό ότι μπαίνουμε σε μία άτυπη προεκλογική εκστρατεία, ασχέτως αν οι εκλογές πραγματοποιηθούν το 2027 –όπως διαβεβαιώνει ο Πρωθυπουργός– ή νωρίτερα. Τα κομματικά επιτελεία έχουν αρχίσει να ξεδιπλώνουν το αφήγημά τους, με το οποίο επιδιώκουν να πείσουν τον ελληνικό λαό να τους εμπιστευθεί ξανά.
- του Αναστάσιου Πουλόπουλου, φιλολόγου
Από πλευράς κυβέρνησης, το βασικό σύνθημα φαίνεται να είναι: «να μην γίνουμε Γαλλία». Ο Πρωθυπουργός, τόσο στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης όσο και σε άλλες παρεμβάσεις του, χρησιμοποίησε τη Γαλλία ως παράδειγμα κυβερνητικής αστάθειας, προσπαθώντας να προσεγγίσει όσους πολίτες ανησυχούν για τη σταθερότητα.
Και μπορεί όντως στη Γαλλία να υπάρχει σοβαρό ζήτημα κυβερνητικής αστάθειας, αφού κανένα κόμμα δεν διαθέτει πλειοψηφία και οι μακρονιστές αναγκάζονται να σχηματίζουν εύθραυστες πλειοψηφίες, πότε με την κεντροδεξιά και πότε με την κεντροαριστερά, ωστόσο το σύνθημα «να μην γίνουμε Γαλλία» βρίσκει ενδιαφέρουσα αντανάκλαση στα τεκταινόμενα της Δεξιάς.
Στη Γαλλία, οι βουλευτικές εκλογές του 2024 ανέδειξαν για άλλη μια φορά την αδυναμία των δεξιών και εθνοκεντρικών κομμάτων να συνεννοηθούν και να βαδίσουν ενωμένα. Οι ευρωεκλογές που προηγήθηκαν, έδειξαν ότι ο μεγάλος πατριωτικός πόλος είναι Εθνική Συσπείρωση (Rassemblement national) της Μαρίν Λεπέν και του Ζορντάν Μπαρντελά, η οποία κέρδισε τις εκλογές, και ακολούθως η Ανακατάληψη (Reconquête) του Ερίκ Ζεμούρ, η εκλογική δύναμη της οποίας κυμαινόταν μεταξύ 5% και 7%, συγκεντρώνοντας αξιόλογες προσωπικότητες της δεξιάς, όπως η Μαριόν Μαρεσάλ, ο Νικολά Μπε και άλλοι.
Αυτομάτως τέθηκε το ζήτημα της εκλογικής συνεργασίας, προκειμένου το εθνικό στρατόπεδο να αποκομίσει τα περισσότερα δυνατά οφέλη. Σε αυτό το πλαίσιο, ένα μέρος των κεντροδεξιών Ρεπουμπλικανών συντάχθηκαν με την Μαρίν Λεπέν. Αντίθετα, ο Ζεμούρ επέλεξε τη διάσπαση, κατέβασε ανταγωνιστικούς υποψηφίους, και φυσικά καταποντίστηκε εκλογικά, χάνοντας τα περισσότερα αναγνωρίσιμα στελέχη του (Μαρεσάλ κλπ) τα οποία συνασπίστηκαν με τον κυρίαρχο πόλο της Λεπέν.
Εκ του αποτελέσματος μπορούμε να συμπεράνουμε ότι η διασπαστική τακτική του Ερίκ Ζεμούρ, ελάχιστα επηρέασε την Εθνική Συσπείρωση και τους συμμάχους της. Οι ψηφοφόροι, αντιλαμβανόμενοι το διακύβευμα των εκλογών, έδειξαν ότι επιθυμούν ενότητα και προοπτική νίκης. Δεν σπατάλησαν την ψήφο τους σε αδύναμους σχηματισμούς και συντάχθηκαν με τον ισχυρό.
Στην Ελλάδα, το αντίστοιχο παράδειγμα είναι η Ελληνική Λύση, η οποία αναδείχθηκε κυρίαρχη δύναμη του πατριωτικού χώρου μετά τις ευρωεκλογές, αφήνοντας πίσω της όμορα κόμματα περιορισμένης απήχησης. Το σημαντικότερο απ’ όλα όμως είναι, ότι παρά τον ισχυρό ανταγωνισμό, το κόμμα του Κυριάκου Βελόπουλου έχει καταφέρει όχι μόνο να διατηρήσει την πολιτική του επιρροή, αλλά και να την αυξήσει, κινούμενο πλέον σταθερά πέριξ του 12%. Έτσι, δημιουργούνται όλες οι προϋποθέσεις ώστε το εθνοσυντηρητικό κύμα που σαρώνει ΗΠΑ και Ευρώπη να φτάσει και στη χώρα μας.
Η εποχή απαιτεί σοβαρότητα, ενότητα και αποφασιστικότητα. Αν πραγματικά δεν θέλουμε να «γίνουμε Γαλλία», οφείλουμε να οικοδομήσουμε τη μέγιστη δυνατή συσπείρωση γύρω από το μεγαλύτερο πατριωτικό κόμμα της πατρίδας μας. Όλα τα άλλα μικρά σχήματα απλώς ανακυκλώνουν τη διάσπαση και, τελικά, ενισχύουν το σύστημα που υποτίθεται ότι αντιμάχονται. Δεν υπάρχει χώρος για προσωπικές φιλοδοξίες, μικροπολιτικά παιχνίδια και ρητορείες χωρίς αντίκρισμα.
Η Ελλάδα διέρχεται δύσκολους καιρούς. Τα σκάνδαλα, οι θεσμικοί ακροβατισμοί και το ξεπούλημα της εθνικής κυριαρχίας δεν αφήνουν περιθώρια εφησυχασμού. Η πραγματική σταθερότητα για την Ελλάδα δεν βρίσκεται στις ελίτ που μας οδήγησαν στη σημερινή παρακμή, αλλά στη δύναμη ενός ισχυρού και ενωμένου πατριωτικού κινήματος, ικανού να υπερασπιστεί την Πατρίδα, την Κοινωνία και τους Θεσμούς.
Η επιλογή είναι στα χέρια μας. Ο λαός μας χρειάζεται καθαρή πατριωτική φωνή που θα δώσει στην Ελλάδα το μέλλον που της αξίζει. Και αυτή η φωνή υπάρχει ήδη. Το ζητούμενο είναι να την ενισχύσουμε.



















































