Ο αντίκτυπος στην ελληνική οικονομία της απόφασης της ΕΚΤ να αντιμετωπίσει τον αυξανόμενο πληθωρισμό

Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ανακοίνωσε το τέλος μιας μακράς περιόδου αντισυμβατικής και υπερβολικά υποστηρικτικής νομισματικής πολιτικής. Η εποχή των καθαρών αγορών περιουσιακών στοιχείων θα τελειώσει σε τρεις εβδομάδες και η εποχή των αρνητικών επιτοκίων θα τελειώσει έως το φθινόπωρο, έπειτα από οκτώ χρόνια.

Επειτα από τη λήξη του έκτακτου προγράμματος PEPP τον περασμένο Μάρτιο, η ΕΚΤ ανακοίνωσε ότι την 1η Ιουλίου τερματίζει και το «κλασικό» πρόγραμμα αγοράς assets (APP), ενώ τον ίδιο μήνα –για πρώτη φορά ύστερα από έντεκα χρόνια– θα προχωρήσει σε αύξηση των επιτοκίων κατά 25 μονάδες βάσης, με δεύτερη και ίσως πιο επιθετική αύξηση –εάν οι προοπτικές του πληθωρισμού επιμείνουν ή επιδεινωθούν– να ακολουθεί τον Σεπτέμβριο, ενώ στη συνέχεια θα κινηθεί με σταδιακές αυξήσεις.

Η επικεφαλής της ΕΚΤ Κριστίν Λαγκάρντ κατά τη συνέντευξη Τύπου που ακολούθησε τη συνεδρίαση της κεντρικής τράπεζας δεν έδωσε καμία καινούργια λεπτομέρεια σχετικά με κάποιο νέο εργαλείο στήριξης της αγοράς ομολόγων, και περιορίστηκε στο να επαναλάβει ότι η τράπεζα ήδη διαθέτει το εργαλείο των επανεπενδύσεων του PEPP και πως εάν χρειαστεί, σε περίπτωση κατακερματισμού της αγοράς, θα σχεδιαστεί ένα νέο εργαλείο. Οι αγορές περίμεναν προφανώς περισσότερα στοιχεία σχετικά με το πώς σκοπεύει η ΕΚΤ να αντιμετωπίσει την ήδη σημαντική άνοδο των spreads, ενώ δεν ανέμεναν ότι θα ήταν τόσο «ξεκάθαρη» σε ό,τι αφορά την πιθανότητα μεγαλύτερης αύξησης των επιτοκίων προσεχώς, που σημαίνει αύξηση κατά 75 μ.β. συνολικά στις δύο επόμενες συνεδριάσεις. Ετσι «απάντησαν» χθες με ισχυρό sell-off στα ομόλογα της Ευρωζώνης και ειδικά της περιφέρειας, με τους επενδυτές να «τεστάρουν» την αποφασιστικότητα της ΕΚΤ, ωθώντας την απόδοση του ελληνικού 10ετούς πάνω από το 4% για πρώτη φορά από τον Μάρτιο του 2020.

Ανοδος αποδόσεων

Είναι συνεπώς ξεκάθαρο πως η ταχεία ομαλοποίηση της πολιτικής της EKT, την οποία και επιβάλλει το πληθωριστικό σοκ που βαθαίνει στην Ευρωζώνη, αναμένεται να αποδυναμώσει ακόμη περισσότερο τους όρους πρόσβασης της Ελλάδας στις αγορές και τις συνθήκες αναχρηματοδότησης του χρέους, με την αύξηση των επιτοκίων να οδηγεί σε όλο και υψηλότερες αποδόσεις στα κρατικά ομόλογα και να υπονομεύει τον ρυθμό μείωσης του ελληνικού χρέους, με το μέσο σταθμικό κόστος του ανεξόφλητου χρέους να αυξάνεται. Αυτό θα έχει αντίκτυπο και στο κόστος δανεισμού των ελληνικών επιχειρήσεων αλλά και στο πιστωτικό προφίλ της Ελλάδας. Οσο πιο μεγάλες και επιθετικές είναι οι αυξήσεις των επιτοκίων τόσο μεγαλύτερος και ο «πόνος» στην αγορά ομολόγων. Αλλωστε η ΕΚΤ διεμήνυσε πως η πορεία του πληθωρισμού είναι αυτή που ουσιαστικά θα καθορίσει και το μέγεθος των αυξήσεων, και έως τώρα έχει αποτύχει επανειλημμένως να προβλέψει την εκτόξευση του πληθωρισμού. Σύμφωνα με τις νέες προβλέψεις της πάντως, ο πληθωρισμός «αναμένεται να παραμείνει ανεπιθύμητα υψηλός για κάποιο χρονικό διάστημα» και εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί φέτος στο 6,8% από 5,1% που είχε προβλεφθεί τον Μάρτιο, το 2023 στο 3,5% από 2,1% πριν, και το 2024 στο 2,1% από 1,9%. Σε ό,τι αφορά την ανάπτυξη στην Ευρωζώνη, πλέον εκτιμά πως φέτος θα διαμορφωθεί στο 2,8% από 3,7% που προέβλεπε τον Μάρτιο, το 2023 στο 2,1% (αμετάβλητη) και το 2024 στο 2,1% (από 1,6%).

Το δίχτυ ασφαλείας

Η ελληνική οικονομία στηρίχθηκε σημαντικά από τη χαλάρωση της δημοσιονομικής πολιτικής και σε μεγάλο βαθμό από τη νομισματική πολιτική της ΕΚΤ καθώς συμπεριλήφθηκε στο πρόγραμμα PEPP, γεγονός που οδήγησε σε απότομη μείωση των αποδόσεων των ελληνικών ομολόγων από τον Μάρτιο του 2020 και έως τα τέλη του 2021, όταν και προαναγγέλθηκε η λήξη του, με την ΕΚΤ να αγοράζει συνολικά ελληνικά ομόλογα αξίας 38,677 δισ. ευρώ. Το τέλος του PEPP –με την Ελλάδα να μην περιλαμβάνεται στο κλασικό QE– και η «επιθετική» στροφή της νομισματικής πολιτικής της ΕΚΤ αφαίρεσαν το δίχτυ ασφαλείας που είχε η χώρα. Οπως σημείωσε σε πρόσφατη ανάλυσή του το Διεθνές Χρηματοπιστωτικό Ινστιτούτο, η ΕΚΤ κάλυψε το ρίσκο που φέρουν τα ελληνικά ομόλογα οδηγώντας σε παραπλανητικά επίπεδα τις αποδόσεις τους. «Κάτω από την επιφάνεια των καλών αποδόσεων ήταν η αυξανόμενη εξάρτηση της Ιταλίας και της Ελλάδας από την ΕΚΤ, κάτι που μόνο οι υψηλότερες αποδόσεις μπορούν να διορθώσουν. Δυστυχώς, η διεύρυνση των spreads είναι επομένως κάτι σαν αναγκαίο κακό», τόνισε.

Και το… αναγκαίο αυτό κακό έχει ήδη γίνει αισθητό. Η απόδοση του ελληνικού 10ετούς εκτινάχθηκε χθες και μετά τις ανακοινώσεις της ΕΚΤ στο 4,15%, για πρώτη φορά από τον Μάρτιο του 2020 πριν από την ανακοίνωση του PEPP. Ανάλογη αύξηση σημειώθηκε και στα υπόλοιπα ομόλογα της περιφέρειας, με το ιταλικό 10ετές να φθάνει το 3,6% (υψηλό 8ετίας). Σύμφωνα με υπολογισμούς της Société Générale, το επίπεδο του 4% είναι κρίσιμο για την Ελλάδα, καθώς πέραν αυτού το κόστος εξυπηρέτησης αρχίζει να αποσταθεροποιεί τον δείκτη χρέους. Οι πρόσφατες έξοδοι της Ελλάδας στις αγορές ήταν επίσης πολύ ακριβότερες από τις αντίστοιχες του 2020-2021, με τις επόμενες να αναμένεται να είναι ακόμα πιο ακριβές, τη στιγμή που ήδη αυτή την εβδομάδα το επιτόκιο στη δημοπρασία των εντόκων 52 εβδομάδων του ελληνικού Δημοσίου ήταν θετικό (+0,83%) για πρώτη φορά από τον Ιούνιο του 2020, όταν στα τέλη του 2021 είχε φθάσει το ιστορικό χαμηλό του -0,4%. Είναι χαρακτηριστικό πως η αξία των ομολόγων διεθνώς που έχουν αρνητικές αποδόσεις διαμορφώνεται πλέον αρκετά κάτω από τα 2 τρισ. δολάρια, έναντι 18,5 τρισ. δολ. όπου είχαν κορυφωθεί στα τέλη του 2020, ενώ κανένα 10ετές ομόλογο διεθνώς δεν έχει αρνητική απόδοση. Πλέον, στην Ευρωζώνη αρνητικά επιτόκια φέρουν τα ομόλογα διάρκειας έως έξι μηνών μόλις, και αυτά σε Γερμανία, Γαλλία, Βέλγιο, Ιταλία, Ολλανδία, Πορτογαλία, Ισπανία και Ιρλανδία.

Πηγή: kathimerini.gr