Ο Χαλίφης στη Λιβύη

Γράφει ο Στέλιος Ιατρού.

Στη Λιβύη τις τελευταίες εβδομάδες το σκηνικό έχει μεταβληθεί άρδην υπέρ του άλλοτε αδύναμου στρατιωτικά Πρωθυπουργού Σάραζ (Fayez Mustafa al-Sarraj, επικεφαλής της Κυβέρνησης Εθνικής Συνεννόησης, Government of National Accord, GNA, απ’ τον Δεκέμβρη του 2015) με την ανακατάληψη όλων των περιοχών της Τρίπολης και, κρίσιμα, του αεροδρομίου της, τις οποίες ο ανταγωνιστής του, ο 76χρονος πολέμαρχος τέως Συνταγματάρχης Χάφταρ (Khalifa Belqasim Haftar, «στρατάρχης» του Εθνικού Λιβυκού Στρατού, Libyan National Army, LNA) είχε με την υποστήριξη των Ρώσων και των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων κυριέψει, αλλά δεν κατέστη δυνατό να κρατήσει έναντι της κυβερνητικής αντεπίθεσης

Τον Σάραζ (Τρίπολη) υποστηρίζουν ανοιχτά η Τουρκία του Προέδρου Ταΐπ Έρντοαν (που θα τον λέω στο εξής «Ερντογάν») και το Κατάρ, που απ’ τον Ιούνιο του 2017 θα θυμάστε πως έχει απομονωθεί απ’ τις χώρες του Αραβικού Συνδέσμου, με πρωτοβουλία της Σαουδικής Αραβίας, ως κράτος που υποστηρίζει τη διεθνή ισλαμιστική τρομοκρατία, κυρίως όμως γιατί με το Al Jazeera που εδρεύει σ’ αυτό ασκεί κριτική στον Οίκο των Σαούντ και στους συμμάχους τους. Εμμέσως στο πλευρό του βρίσκονται ή ανέχονται τη δράση του οι κυβερνήσεις της Τυνησίας (υποχείριο της Ιταλίας), του Μαρόκου, της Αλγερίας, ενώ ο Σάραζ διαθέτει επισήμως και την αναγνώριση του ΟΗΕ, της ΕΕ, των ΗΠΑ, και έτσι της Ελλάδας. Ειδικά για τις ΗΠΑ, παρά τη ρητορική υποστήριξη των ΗΠΑ υπέρ της Ελλάδας στα ζητήματα της Λιβύης και της Τουρκίας, η ΗΠΑ στην περιοχή διαθέτουν τον έμπειρο Πρέσβη Νόρλαντ στην Τυνησία, γεγονός που φανερώνει τη σημασία που αποδίδει το «βαθύ κράτος» της Ουάσιγκτον στην υπόθεση.

Τον Χάφταρ (Τομπρούκ) υποστηρίζουν ο επικεφαλής της Λιβυκής Εθνοσυνέλευσης, Αγκίλα Σάλεχ (Aguila Saleh Issa, Πρόεδρος της Βουλής απ’ τον Αύγουστο του 2014), η Αίγυπτος, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, κι έτσι εμμέσως η Σαουδική Αραβία, η Ρωσία του Βλαντίμιρ Πούτιν, και ανοιχτά στο πλευρό του έχει ποντάρει όλα της λεφτά η Ελλάδα, από τότε που ο Υπουργός Εξωτερικών, Νίκος Δένδιας, συναντήθηκε μαζί του στην Αθήνα, αμέσως μετά την υπογραφή του παράνομου τουρκολιβυκού Μνημονίου Συνεργασίας (στο εξής «τουρκολιβυκού συμφώνου»), που όμως γέννησε ήδη πραγματικότητες στο παρόν και στο μέλλον. Το υπογραμμίζω αυτό, διότι η μαξιμαλιστική προς τη Λιβύη μοιρασιά των μεταξύ τους θαλασσίων εκτάσεων που πρότεινε σ’ αυτό ο Ερντογάν ενδέχεται να σταθεί εμπόδιο μελλοντικής δικής μας προσέγγισης των διαδόχων Σάραζ και Χάφταρ, αφού οτιδήποτε εμείς έχουμε να προτείνουμε υποχρεωτικά θα είναι μικρότερο και κατώτερο, κι έτσι θα τους εκθέσει στη μομφή της μειοδοσίας. Συνάμα, δυνάμει αυτού του συμφώνου, η Τουρκία ανακοίνωσε πως θα προχωρήσει μέσα στο καλοκαίρι σε αδειοδότηση της κρατικής τουρκικής εταιρείας γαιανθράκων να προβεί σε υδρογραφικές έρευνες εντός θαλασσίων περιοχών ελληνικών συμφερόντων, πράξη που για την Αθήνα θα συνιστά υπέρβαση κόκκινης γραμμής, όπως έχουμε δηλώσει.

Ο Σάραζ κατέχει τις βορειοδυτικές κυρίως περιοχές της χώρας, και έτσι τις πλουσιότερες πετρελαιοπηγές, ενώ ο Χάφταρ τις ανατολικές και λιγότερο πλούσιες σε μαύρο χρυσό, ενώ το νότιο τμήμα της χώρας βρίσκεται έξω απ’ τον έλεγχό τους, και στη διαχείριση φυλάρχων, διότι ας μην λησμονούμε πως η Λιβύη παραμένει μια αραβική χώρα όπου η κατεξοχήν οργάνωση είναι η φυλετική. Δυνάστες όπως ο Σάνταμ Χουσέιν στο Ιράκ, Άσαντ στη Συρία, και ο Μουαμάρ Καντάφι στη Λιβύη είχαν εξασφαλίσει με δώρα και προνόμια στους φυλάρχους μιαν εύθραυστη ενότητα στα κράτη τους, που θρυμματίστηκε όταν η καταστροφική διακυβέρνηση Ομπάμα επέτρεψε, υπέθαλψε, παρότρυνε, και ενίσχυσε την λεγόμενη Αραβική Άνοιξη (8 Δεκεμβρίου 2010 – Δεκέμβρης 2012), στέλνοντας στην άβυσσο του χάους πολλές αραβικές χώρες, και ανοίγοντας τις θύρες της προσφυγιάς και της μετανάστευσης προς την Ευρώπη και γενικότερα τον Δυτικό κόσμο για δεκάδες εκατομμύρια πληγέντες απ’ τους εμφυλίους και μη. Υπενθυμίζω πως η αμερικανική διπλωματία και εξωτερική πολιτική, τον ίδιο καιρό που επετράπη η επέκταση της ισχύος του Πούτιν στην Ανατολική Ευρώπη (προσάρτηση Κριμαίας, εισβολή και κατοχή ανατολικής Ουκρανίας), βρισκόταν στα χέρια ή στην επιρροή των τεσσάρων ισχυρών κυριών, Χίλαρυ Κλίντον, Σαμάνθα Πάουερ (πρέσβειρα ΗΠΑ στον ΟΗΕ), Βικτώρια Νούλαντ (υφυπουργός για Ανατολική Ευρώπη και Μέση Ανατολή), και Σούζαν Ράις (Σύμβουλος Εθνικής Ασφάλειας στον Λευκό Οίκο των Ομπάμα-Μπάιντεν). 

Το Σάββατο που μας πέρασε, ο Αιγύπτιος Πρόεδρος Άμπντελ Φατά ες-Σίσι (Abdel Fattah Saeed Hussein Khalil el-Sisi, Πρόεδρος απ’ το 2014, επανεκλεγείς στις «εκλογές» του 2018, τέως Διοικητής των Μυστικών Υπηρεσιών του Στρατού, Στρατηγός, και Υπουργός Άμυνας της Κυβέρνησης Μόρσι, καθώς και πρωτεργάτης πραξικοπηματίας στην ανατροπή Μόρσι τον Ιούλιο του 2013) ανακοίνωσε μονομερώς μιαν ανακωχή και αξίωσε να γίνει σεβαστή από όλες τις πλευρές που εμπλέκονται στον Β΄ Λιβυκό Εμφύλιο που ξεκίνησε το 2014 και διαμέρισε τη Λιβύη σε τρία τμήματα. Ακούστηκε δε τη νύχτα της Κυριακής προς Δευτέρα πως ο Σίσι έστειλε και καμιά εικοσαριά άρματα μάχης Abrams, υποθέτει κανείς για να εφαρμόσει με την ισχύ των όπλων την ανακωχή που μονομερώς στηρίζοντας τον «στρατάρχη» Χάφταρ. Στους πολέμους, βέβαια, πρώτο θύμα είναι η αλήθεια, και ας μην βιαστούμε να δεχτούμε αψήφιστα οποιαδήποτε πληροφόρηση, ειδικά για υβριδικούς πολέμους πέμπτης γενιάς σαν κι αυτόν, με δράση ατάκτων, μισθοφόρων, τζιχαντιστών, πρακτόρων, προσωπικού ξένων δυνάμεων, drones, και κάθε λογής άλλες διαστάσεις που καθιστούν το τοπίο ρευστό και θολό.

Αυτά όλα εκτυλίσσονται, ενώ εξακολουθούν να εισρέουν τουρκικές και ρωσικές δυνάμεις (το Κρεμλίνο διαψεύδει) στη Λιβύη, κοντά σε τζιχαντιστές απ’ τη Συρία και μισθοφόρους, κατά παραβίαση της Επιχείρησης Ειρήνης που αυτό το διάστημα εποπτεύει το εμπάργκο όπλων προς κάθε πλευρά στη Λιβύη. Πρόκειται, ασφαλώς, για μιαν επιχείρηση παρωδία αφού και η ίδια η Γερμανία που συγκάλεσε τη Σύνοδο του Βερολίνου για την ειρήνευση στη Λιβύη — απ’ την οποία θα θυμάστε πως η Καγκελάριος Μέρκελ είχε απολύτως επιδεικτικά αποκλείσει την Κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη — πούλησε όπλα στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα (υποστηρίζουν Χάφταρ) και στην Τουρκία (υποστηρίζει Σάραζ), υπογραμμίζοντας έτσι άλλην μία όψη του υβριδικού αυτού πολέμου, όταν δεν επιτρέπεται μεν ο άμεσος εξοπλισμός των εμπλεκόμενων, αλλά επιτρέπεται και αποφέρει κέρδη ο εξοπλισμός των συμμάχων των εμπλεκομένων που γνωρίζουμε πως θα καταλήξει στα χέρια των εμπλεκομένων. Εάν δεν είπα αρκετές φορές τη λέξη «εμπλεκομένων» ας την πω άλλη μια φορά γιατί οι έμμεσα εμπλεκόμενοι είναι αριθμητικά και ποιοτικά ανώτεροι και ισχυρότεροι απ’ τα πιόνια τους, Σάραζ και Χάφταρ. 

Η Τουρκία έχει εσχάτως στείλει αεροπορικώς — με αερογέφυρες πάνω απ’ τα κατά τ’ άλλα ΝΑΤΟϊκά Βαλκάνια που περιφρουρούν τη σταθερότητα και αποστρέφονται τη γενίκευση των συρράξεων — δικό της στρατιωτικό προσωπικό, ελαφρύ και βαρύ εξοπλισμό, κατεξοχήν δε drones δικής της παραγωγής μέχρι και άρματα μάχης, και ατάκτους τζιχαντιστές απ’ τη Συρία. Η δε Ρωσία επίσης έχει στείλει προσωπικό, εξοπλισμό, και οκτώ με δέκα πολεμικά αεροσκάφη, παρέχοντας στον Χάφταρ μέχρι πρότινος υπεροπλία κατ’ αέραν, αλλά η κυβερνητική αντεπίθεση των δυνάμεων της GNA τις τελευταίες εβδομάδες φαίνεται να αιφνιδίασε της δυνάμεις LNA-Ρωσίας και τις έστειλε σε υποχώρηση, ώστε ν’ αναζητούν πλέον πολιτική λύση, όπως και το σχέδιο ανακωχής Σίσι παροτρύνει να καθίσουν άπαντες σε πολιτική διαπραγμάτευση και να μην επιτραπεί σε κανέναν από τους…εμπλεκόμενους να εξακολουθήσει τις πολεμικές επιχειρήσεις. Σε απάντηση του σχεδίου Σίσι, η Τρίπολη διατράνωσε τη βούλησή της να συνεχίσει την προέλασή της, την ανακατάληψη των εδαφών που ελέγχει ο LNA, και την διάλυσή τους, αψηφώντας τις προειδοποιήσεις Σίσι.

Η Ελλάδα έχει στείλει στην περιοχή για την Επιχείρηση Ειρήνη τη φρεγάτα Σπέτσες που αντικατέστησε τη φρεγάτα Ύδρα, η οποία υπέστη βλάβη καθ’ οδόν και υποχρεώθηκε να επιστρέψει. Έχουμε ποντάρει, όπως είπα, όλα τα λεφτά μας στο «lame horse» Χάφταρ, έναν γηραιό τέως συνταγματάρχη του Καντάφι με ανεπαρκές βιογραφικό, που είτε διά της εξωθήσεως στο περιθώριο προκειμένου να εξασφαλιστεί η ειρήνευση, είτε διά της φυσικής οδού στα χρόνια του γεροντοκτόνου SARS-CoV-II, σύντομα θα εγκαταλείψει τον κόσμο τούτο χωρίς διάδοχο. Σκοπός μας φαίνεται πως ήταν να συμβάλλουμε στην ανατροπή του Σάραζ, με την ελπίδα πως αυτό θα σημάνει και την εκ των πραγμάτων ανατροπή του τουρκολιβυκού συμφώνου (πώς και γιατί;), όμως επρόκειτο για κοντόφθαλμη, πρόχειρη, knee-jerk, και άνευ οράματος αντίδραση, που αντιπαρατέθηκε στο ευρύτερο όραμα του Ερντογάν για ανάδειξη της Τουρκίας ως περιφερειακής δύναμης στη γεωπολιτική και ενεργειακή σκακιέρα. 

Για άλλη μια φορά, τρέξαμε πίσω από τις εξελίξεις, αφήνοντας τον Τούρκο πρόεδρο να επιλέξει  πεδίο, χρόνο, μέσα, τρόπους, σκοπούς, συμφραζόμενα, συμμάχους, αντικείμενο διεκδίκησης, παρά την προειδοποίηση Ερντογάν το φθινόπωρο του 2019, όταν συναντήθηκε με τον Έλληνα πρωθυπουργό στο πλαίσιο της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ, πως σχεδίαζε να προχωρήσει στην υπογραφή του εν λόγω συμφώνου με τη Λιβύη, και κλωτσήσαμε έτσι την ευκαιρία να καθίσουμε μαζί με όλες τις δυνάμεις της περιοχής σ’ ένα τραπέζι διαπραγμάτευσης για την οριοθέτηση ΑΟΖ, μα μήτε καν δεν ανακοινώσαμε μονομερώς έναν χάρτη με συντεταγμένες που θα όριζαν της ελληνικές αξιώσεις, εργαλείο που επίσης θα έφερνε στο τραπέζι της διαπραγμάτευσης τους ενδιαφερόμενους. Σ’ αυτές τις ενέργειες θα προβαίναμε εν ειρήνη, όμως ο κίνδυνος σήμερα είναι να κληθούμε να τα πράξουμε έπειτα από ένα θερμό επεισόδιο κι απ’ τις επιπτώσεις αυτού στο πεδίο της αναμέτρησης ή της μάχης. Επιλήσμονες πως το διεθνές δίκαιο δεν προστατεύει έτσι μεταφυσικά και αυτόματα κανέναν που δεν διαθέτει μήτε ισχύ, μήτε βούληση, μήτε όραμα στην εξωτερική του πολιτική, αφήσαμε τους μήνες να περάσουν, ενώ εξακολουθήσαμε να εκλαμβάνουμε τις προειδοποιήσεις της Τουρκίας απλά ως προκλήσεις, απαντώντας με γαλλικά και πιάνο σ’ έναν αντίπαλο που κατανοεί μονάχα τη σταθερή κι αμετακίνητη παράθεση πίεσης κι ισχύος έναντί του.

Στα ίδια συμφραζόμενα, η ρημαγμένη απ’ την πανδημία CoCiD19 Ιταλία επιχειρεί να εγκαταστήσει και να εμπεδώσει την επιρροή της σε Τυνησία, Λιβύη, και Αλβανία (η οποία έχει παραχωρήσει δύο ναυτικές βάσεις στην Τουρκία, που, ασφαλώς, θα της επιτρέψουν έτσι να μας περικυκλώσει, χτυπώντας πρώτα την Κέρκυρα του Υπουργού Νίκου Δένδια), βαλκανική χώρα που επιθυμεί να εισέλθει σε ΕΕ και ΝΑΤΟ, αλλά εμείς αυτό ποτέ δεν το χρησιμοποιήσαμε ως μοχλό πίεσης για να την υποχρεώσουμε να μην διευκολύνει τα σχέδια της Τουρκίας. Συνάμα, η Ρώμη κοιτάζει να προωθήσει δικούς της σχεδιασμούς στην πώληση όπλων και στην ενέργεια, παρεμποδίζοντας τον EastMed.

Οι ΗΠΑ, απ’ την άλλη, αποχωρούν από παντού, αφήνοντας το περιθώριο στον Πούτιν να γεμίσει το κενό ισχύος, και ομφαλοσκοπούν με τις εκλογές τους φέτος τον Νοέμβρη. Σε αποδρομή καί η Καγκελαρία της Άνγκελας Μέρκελ, που παγίως υποστηρίζει την Τουρκία έχοντας στο νου της μονάχα το Μεταναστευτικό και αντιμετωπίζει με περιφρόνηση την ελληνική παρουσία στην περιοχή, καθώς και προσωπικά τον Κυριάκο Μητσοτάκη, ήδη απ’ τα χρόνια που ο τελευταίος είχε μεταβεί στο Βερολίνο για συναντήσεις με Σόυμπλε και την ίδια, όταν ήταν πρόεδρος της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης και προετοίμαζε τις επαφές του με τους ηγέτες του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος ως βέβαιος μελλοντικός πρωθυπουργός. Αναιμική εμφανίζεται η εμπλοκή της Γαλλίας του αντιπαθούς στο εσωτερικό Προέδρου Μακρόν, ο οποίος αντιμετωπίζει κριτική για τον χειρισμό της πανδημίας. Η βούλησή του να πλήξει το κύρος του τουρκολιβυκού συμφώνου στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ θα σκοντάψει πάνω στην αμερικάνική δυσαρέσκεια, η οποία δεν επιθυμεί ν’ αποξενώσει άλλο την Τουρκία, το πρόεδρο της οποίας ο Τραμπ θαυμάζει, όπως πολλούς τυράννους, ενώ θα πέσει στο κενό όταν η Κίνα, στενή σύμμαχος του Κατάρ, θα μπλοκάρει τη διαδικασία, μάλλον με παθητικό τρόπο, λογουχάρη με μιαν αποχή.

Η πρόσφατη συντριβή των τιμών του πετρελαίου έστειλε πίσω στις πατρίδες τους τις αμερικανικές, γαλλικές, και ιταλικές εταιρείες εξόρυξης πετρελαίου που ερευνούσαν στα κυπριακά θαλάσσια οικόπεδα, αφήνοντας ανοιχτό το πεδίο της Ανατολικής Μεσογείου στην τουρκική κρατική επιχείρηση εξορύξεων, ενώ η Κυβέρνηση Νετανιάχου στο Ισραήλ κλυδωνίζεται απ’ το ενδεχόμενο να καταδικαστεί για διαφθορά ο επικεφαλής της, και έτσι η λίστα των ενδεχόμενων συμμάχων μας ολοένα και μικραίνει.

Η υπόθεση των τουρκολιβυκών σχέσεων γύρω απ’ το πετρέλαιο συνδέεται στενά με την βούληση του Ερντογάν να προβάλει την ισχύ και ν’ αυξήσει τη σφαίρα της επιρροής της Τουρκίας στη Μεσόγειο και στη Μέση Ανατολή. Για να το πετύχει αυτό, ο Ερντογάν αναζητά ερείσματα καί στην δημόσια ενίσχυση της ταυτότητάς του ως θρησκευτικού ηγέτη του Σουνιτικού κόσμου. Σε τούτο επιχειρεί να ξαναπιάσει το νήμα των Οθωμανών Σουλτάνων, οι οποίοι ήδη απ’ τα χρόνια του Μουράτ Α΄ (1362-1389) ενδύθηκαν τον μανδύα του Χαλίφη του Ισλάμ, και δεν αναγνώριζαν τον Αββασίδη Χαλίφη του Καΐρου στο Μαμελουκικό Σουλτανάτο της Αιγύπτου.

Για το Ισλάμ, ο Χαλίφης είναι ο πολιτικοθρησκευτικός διάδοχος του Προφήτη Μωάμεθ. Όταν πέθανε ο Προφήτης, ακολούθησαν οι τέσσερις πρώτοι «Ορθόδοξοι» Χαλίφες του Ρασιντούν  Χαλιφάτου, που αναγνωρίζονται ως τέτοιοι μονάχα απ’ τους Σουνίτες, μιας και οι Σιίτες δεν αναγνωρίζουν τους τρεις πρώτους (Αμπού Μπακρ, Ουμάρ, Ουθμάν) ως νόμιμους Χαλίφες και Ιμάμηδες, παρά μονάχα τον Άλι, τον τέταρτο, που όμως ανετράπη απ’ τον Μωαβία των Ομεϋαδών και ιδρυτή του Β΄ Χαλιφάτου, της Δαμασκού του 661. Τους Ουμαγιάδες ή Ομαϋάδες ή Ομεϋάδες της Δαμασκού ανέτρεψαν οι Αββασίδες το 750, που μετέφεραν την έδρα του κράτους στην Περσία μακριά απ’ την αραβική επιρροή, και ίδρυσαν τη Βαγδάτη το 762 επί Αλ-Μανσούρ κοντά στη παλαιά Σασσανική πρωτεύουσα Κτησιφώντα. Σταδιακά η διοίκηση και ο πολιτισμός απέκτησαν κατεξοχήν περσική φυσιογνωμία, αλλά το Γ’  Χαλιφάτο γνώρισε διαιρέσεις: παραχώρησαν τον έλεγχο της Ανδαλουσίας στην Ιβηρική στους Ομεϋάδες το 751, το Μαρόκο στους Ιδρισίδες (768), την Ιφρικίγια (Κυρηναϊκή, Τριπολιτανή, Τυνησία, και Ανατολική Αλγερία) και τη Σικελία στους Αγλαβίδες (800), το Χορασάν και την Υπερωξιανή στους Σαμανίδες και την Περσία στους Σαφαρίδες (δεκαετία του 870), την Αίγυπτο στους Φατιμίδες, που έλεγχαν και τη Χετζάζη με τις δύο ιερές πόλεις, Μέκκα και Μεδίνα. Τους τελευταίους διαδέχθηκαν στην Αίγυπτο οι Κουρδικής καταγωγής Αγιουβίδες του Σαλαντίν, του θριαμβευτή επί των Σταυροφόρων, που ανέλαβε βεζύρης των Φατιμιδών το 1169 αλλά τους ανέτρεψε το 1171.

Το 1258, οι Μόγγολοι του Χουλαγκού Χαν κυριεύουν και λεηλατούν τη Βαγδάτη των Αββασιδών, και εκτελούν τον Χαλίφη Αλ-Μούστασιμ. Οι Αββασίδες καταφεύγουν στο Κάιρο, που είχε στο μεταξύ περάσει στον έλεγχο των Μεμελούκων, Κουμάνων απ’ την Κριμαία, αρχοντικών δούλων πολεμιστών και μισθοφόρων που το 1250 ανέτρεψαν τους Αγιουβίδες, και είχαν ιδρύσει το δικό τους Σουλτανάτο, το οποίο σταδιακά πήρε τον έλεγχο της απωλεσθείσας Χετζάζης, Συρίας, και Μεσοποταμίας. Ο Αββασίδης Χαλίφης παρείχε θρησκευτική νομιμοποίηση και γόητρο στον Μαμελούκο Σουλτάνο, ενώ διατηρούσε το πνευματικό του κύρος επί των Σουνιτών. Ο Μουράτ Α΄ των Οθωμανών ήταν ο πρώτος που αμφισβήτησε ανοιχτά το κύρος του Χαλίφη του Καΐρου, όπως είπα νωρίτερα, διεκδικώντας για τον ίδιο όχι μονάχα τον τίτλο του Σουλτάνου αλλά του Χαλίφη και Ιμάμη. 

Ο Οθωμανός Σουλτάνος Σελίμ Α΄ (1512-1520) κατέκτησε με τους Γενιτσάρους του, που χειρίζονταν αρκεβούζια, τη Μέση Ανατολή, τη Μεσοποταμία και Συρία, την Αίγυπτο, και τη Χετζάζη, καταλύοντας το Σουλτανάτο των Μαμελούκων ιππέων, που κατέρχονταν στη μάχη οπλισμένοι με γιαταγάνια και τόξα, έπειτα απ’ τον νικηφόρο Οθωμανομαμελουκικό Πόλεμο του 1516-’17. Εκτέλεσε στη Γκίζα τον τελευταίο Μαμελούκο δυνάστη, τον Τουμάν Μπέι, και αιχμαλώτισε τον τελευταίο Αββασίδη Χαλίφη του Καΐρου, Αλ-Μούταουακιλ Γ΄, μονοπωλώντας πλέον τον τίτλο του Χαλίφη. Αργότερα, στα χρόνια μετά την υπογραφή της Συνθήκης του Κιουτσούκ Καϊναρτζή (1774), πλάστηκε ο μύθος πως ο Αλ-Μούταουακιλ οδηγήθηκε με την οικογένειά του στην Κωνσταντινούπολη, κι εκεί, πολύ ευλαβικά, παρέδωσε στον Σελίμ Α΄ τον τίτλο του καθώς και τα διάσημά του, το ξίφος και τον μανδύα του Προφήτη. Ο μύθος πλάστηκε για να δώσει κύρος στο περιεχόμενο της Συνθήκης, η οποία αναγνώριζε στους μεν Ρώσους την προστασία όλων των Χριστιανών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, στους δε Οθωμανούς Σουλτάνους την προστασία ως Χαλιφών πλέον όλων των μουσουλμάνων που βρίσκονταν εκτός της Οθωμανικής επικράτειας.

Τον Ερντογάν κακώς τον περιπαίζουν τα ημιμαθή ελληνικά μέσα ενημέρωσης ως Σουλτάνο, όταν προσευχόμενος τις προάλλες στην Αγιασοφιά επιδίωξε ν’ αυτοπροβληθεί ως κάτι περισσότερο, ως Χαλίφης εφ’ όλου του Σουνιτικού κόσμου, ως πολιτικός δηλαδή μα και θρησκευτικός ηγέτης. Ο Ερντογάν επιχειρεί να ξεθεμελιώσει την Κεμαλική κοσμική παράδοση που ξεκίνησε με την ίδρυση της Τουρκικής Δημοκρατίας το 1923 και έξι μήνες μετά, τον Μάρτη του 1924, με την καθαίρεση κι εκδίωξη του τελευταίου Οθωμανού Χαλίφη, Αμπντούλ Μετζίτ Β΄. Ο Αμπντούλ Μετζίτ ήταν ξάδερφος του έκπτωτου 36ου Οθωμανού Σουλτάνου, Μεχμέτ Στ΄ (1918-1922), και ο ίδιος εξελέγη Χαλίφης απ’ την Τουρκική Εθνοσυνέλευση της Άγκυρας (19 Νοεμβρίου 1922), κι εγκαταστάθηκε ως τέτοιος στην Κωνσταντινούπολη στις 24 Νοέμβρη του ίδιου έτους. Με την εκδίωξή του στις 3 Μαρτίου 1924, κηρύχτηκε έκπτωτη η Οθωμανική Δυναστεία. Αναδείχθηκε σε έναν απ’ τους σπουδαιότερους ζωγράφους της Ύστερης Οθωμανικής τέχνης, σύλλεγε πεταλούδες, και πέθανε στο Παρίσι το 1944, τη μέρα της απελευθέρωσης απ’ τους Γερμανούς Ναζί. Πολύ συμβολικά, ο Βασιλιάς Σαούντ μπιν Αμπντουλαζίζ αλ Σαούντ της Σαουδικής Αραβίας μερίμνησε αργότερα να ταφεί ο τελευταίος Οθωμανός αυτός Χαλίφης στη Μεδίνα, επενδύοντας με κύρος τη δυναστεία του. Για να πετύχει τον αντικεμαλικό του σχεδιασμό, ο Ερντογάν επιχειρεί να ενδυθεί τον μανδύα του Χαλίφη, του συνεχιστή των Σουλτάνων αλλά και των Καισάρων της Νέας Ρώμης, γι’ αυτό είναι τόσο σημαντική για τον ίδιο η σύνδεσή του με την Αγιασοφιά όσο και με την Αίγυπτο.

Όπως είδαμε, η υπόθεση αυτή είναι στενά συνδεδεμένη με την Αίγυπτο και το Κάιρο. Τούτο δεν έχει διαλάθει στον Σίσι, που βρίσκεται αντιμέτωπος στο εσωτερικό της χώρας του με μια ισλαμιστική τρομοκρατική οργάνωση γνωστή ως Wilayat Sinai, δηλαδή το Βιλαέτι του Σινά, οργάνωση-παρακλάδι του Ισλαμικού Κράτους. 

Ο Σίσι ανήκει μεν στην παράδοση που εγκαινίασε στον 20ό αιώνα ο Γκαμάλ Αμπντέλ Νάσερ των προέδρων που προήλθαν απ’ τις τάξεις του στρατεύματος, αλλ’ αντίθετα με τον Νάσερ που προωθούσε μια κοσμική παναραβική ταυτότητα ως ανάχωμα στη γαλλοβρετανική μετα-αποικιοκρατία και στην ισχύ του Ισραήλ, ο Σίσι προωθεί την ανάπτυξη ενός εθνικού, αιγυπτιακού φρονήματος για να εμπεδώσει τη δική του εξουσία, ανταγωνιστικής προς την υπερεθνική μουσουλμανική ταυτότητα, αν και παράλληλα προβάλλει ένα ευλαβές, μουσουλμανικό προσώπο για τον ίδιο. 

Όπως ο Νάσερ, έτσι και ο ίδιος διατηρεί καλές σχέσεις με το Al-Azhar, δηλαδή την ιεραρχία του μουσουλμανικού κατεστημένου στη χώρα. Ο Νάσερ έβαζε το Al-Azhar να εκδίδει φετφάδες υπέρ του, ασκώντας έτσι επιρροή πάνω στον λαό, και ο Σίσι σε γενικές γραμμές διαθέτει σήμερα τη στήριξη της μετριοπαθούς ιεραρχίας και των πολιτικών δυνάμεων με τις οποίες εκείνη συνδέεται, όμως έχει ανταγωνισμό στο ποιός είναι ευλαβέστερος, κι αυτός ο ανταγωνισμός προέρχεται απ’ την Μουσουλμανική Αδελφότητα (Μ.Α.). Όταν ο Νάσερ ανέλαβε την εξουσία, κατέστησε εκτός νόμου όλα τα κόμματα, εκτός απ’ τη Μ.Α. για τη διετία 1952-’54, πιθανώς κρίνοντας πως παραήταν ισχυρή μέσα στον λαό για να συγκρουστεί μαζί της αμέσως. Μετά την δολοφονική απόπειρα εναντίον του στην Αλεξάνδρεια τον Γενάρη του 1954, ο Νάσερ διέλυσε την Αδελφότητα και δίωξε τα μέλη της, ειδικά απ’ το 1967 κι εξής. Παρόμοιες διώξεις επέβαλε και ο Σίσι, αναγνωρίζοντας το μέγεθος της απειλής που το κίνημα αυτό συνιστά για την εξουσία του, και δυσφορεί με την υποστήριξη που παρέχει στη Μ.Α. ο Ερντογάν, ο οποίος, όπως βλέπετε, δεν ασχολείται μονάχα με τα ενεργειακά της περιοχής, αλλά συνολικά με τα πολλά και διάφορά του agenda.

Επιβάλλοντας την ανακωχή του — εφήμερα υπέρ του Χάφταρ — ο Σίσι κοιτάζει να εδραιώσει τη δική του εξουσία στην Αίγυπτο, γιατί η ανεξέλεγκτη παρουσία των τζιχαντιστών της Συρίας στη Λιβύη που έχουν τη στήριξη του Ερντογάν αποτελεί καρφί μέσα στο πλευρό του, ενώ ενθαρρύνει την ισλαμιστική τρομοκρατία στο εσωτερικό του, και κρατά ζωντανές τις προσδοκίες της Μ.Α. για επάνοδο στα πράγματα. Συνάμα, ενώ ο Σίσι έχει το βλέμμα στραμμένο στην εμπέδωση ενός εθνικού αιγυπτιακού φρονήματος, ο Ερντογάν το έχει στραμμένο στην εμπέδωση μιας υπερεθνικής, μουσουλμανικής ταυτότητας που θα του επιτρέψει ν’ αποκτήσει επιρροή στο εσωτερικό των σουνιτικών κρατών της περιοχής, προοπτική που καθόλου δεν καλοβλέπουν χώρες όπως η πάντοτε επιφυλακτική Σαουδική Αραβία, τα Εμιράτα, και ασφαλώς η Αίγυπτος. 

Η θέαση εκ μέρους μας κι εκ μέρους του Ελληνικού Υπουργείου των Εξωτερικών της τουρκολιβυκής εμπλοκής με την Αίγυπτο — η οποία διαθέτει παράδοση ηγεσίας μέσα στον Αραβικό κόσμο, βλ. Πόλεμος των Έξι Ημερών (5-10 Ιουνίου 1967) και Πόλεμος του Γιομ Κιππούρ (6-25 Οκτωβρίου 1973), την οποία εδώ και δεκαετίες επιζητεί ν’ ανταγωνιστεί η Τουρκία — δεν επιτρέπεται ν’ αγνοεί τα συμφραζόμενα αυτά, που ενδεικνύουν τον ευρύτερο ακόμα σχεδιασμό του Ερντογάν, κι έτσι φανερώνουν πως οι αποσπασματικές, ασχεδίαστες και πρόχειρες αντιδράσεις κανένα ωφέλιμο αποτέλεσμα δεν μπορούν να έχουν στην παρεμπόδιση των σχεδίων του Τούρκου προέδρου παράλληλα με την προώθηση των ελληνικών μας συμφερόντων. 

Ο αυτόματος πιλότος πέθανε μαζί με τις αεροπορικές μεταφορές και συγκοινωνίες, οι μεσσιανικές δημοσκοπήσεις του ΣΚΑΪ θα λήξουν μπροστά στην έκπληξη των όσων θα συμβούν, οι εύκολες ερωτήσεις των τηλεοπτικών δημοσιογράφων προκαλούν θυμηδία, και όσο η Πολιτική Προστασία αγωνίζεται αόκνα να τιθασεύσει την πανδημία, όσο το Υπουργείο Μετανάστευσης καλείται επιτέλους να παράξει έργο και να πραγματοποιήσει χωρίς χρονοτριβή όσα υποσχέθηκε στον ελληνικό λαό που έστειλε την Κυβέρνηση Μητσοτάκη στο Μαξίμου διώχνοντας τον Σύριζα, το Υπουργείο των Εξωτερικών οφείλει να εργαστεί 25 ώρες το 24ωρο για ν’ ανατρέψει και να παρεμποδίσει τους τουρκικούς σχεδιασμούς που είναι κάτι παραπάνω από απλώς προκλητικοί: είναι ριζωμένοι σε διαχρονικές και προαιώνιες πραγματικότητες και πλάθουν πραγματικότητες που αποσκοπούν να καταστούν μόνιμες, ακόμα κι όταν κυνικά αντιβαίνουν στο διεθνές δίκαιο, γιατί έτσι είναι η Ιστορία: κυνική, και προχωράει είτε με πρωτοβουλίες είτε με αδράνεια και παραλείψεις. Η επιλογή της αδράνειας ποτέ δεν μένει αδρανής, αλλά ανοίγει τον χώρο στον εχθρό να προελάσει. 

Το Ανατολικό Ζήτημα δεν έληξε με την πτώση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, και τούτο φανερώνεται απ’ τη ρευστότητα και τα συγκρουσιακά συμφραζόμενα της περιοχής που εξακολουθούν αμείωτα έκτοτε. Ιδού, η Αυτοκρατορία αντεπιτίθεται αναζητώντας τη σύνδεσή της με το χαλιφικό, υπερεθνικό παρελθόν της. Είναι επικίνδυνη η αφέλεια και η μακαριότητα, και προκαλεί απορία στον καλόπιστο. 

Οφείλουμε να δημοσιεύσουμε επιτέλους έναν χάρτη με συντεταγμένες όπου θα καταγράφονται οι ελληνικές θέσεις για την ΑΟΖ, να οργανώσουμε την αποτρεπτική ισχύ των Ενόπλων μας Δυνάμεων με τα τόσα λεφτά που επιτέλους υπάρχουν, ν’ αναζητήσουμε συμμάχους σε κείνους που έχουν υπαρξιακούς λόγους ν’ αντιστρατεύονται και για το δικό τους συμφέρον τον Ερντογάν, και να μην έχουμε αυταπάτες για το ποιοί *δεν* είναι πραγματικοί μας σύμμαχοι. Έχουν μιλήσει, αυτοί οι τελευταίοι, με τις πράξεις τους, και καμία άυλη, παρωχημένη συνθήκη δεν θα τους στείλει στο πλευρό μας τέλη του θέρους με αρχές του φθινοπώρου να μας υπερασπιστούν.