Ο ρόλος του νότιου ειρηνικού στην σύγκρουση ΗΠΑ – Κίνας

Γράφει ο Λευτέρης Λαδάς,
Διεθνολόγος

 

Όσο σιγά σιγά πληθαίνουν οι φωνές που καλούν για διπλωματική λύση στον πόλεμο της Ουκρανίας, ο νέος παγκόσμιος ανταγωνισμός προχωράει όλο και ανατολικότερα. Καθίσταται πλέον σαφές, ότι ο τελικός στόχος των ΗΠΑ ήταν και είναι η ανάσχεση της Κίνας, με το κέντρο βάρους του νέου παγκόσμιου ανταγωνισμού, να μεταφέρεται σε Κεντρική Ασία, Ινδικό και Ειρηνικό Ωκεανό.

​Τις τελευταίες εβδομάδες, η Κίνα έχει υπογράψει οικονομικές και αμυντικές συνεργασίες με τις Νήσους του Σολομώντα και με την Σαμόα, απλώνοντας την επιρροή της στον Νότιο Ειρηνικό Ωκεανό και εγείροντας έντονες ανησυχίες σε ΗΠΑ, Αυστραλία, Ιαπωνία ακόμη και Γαλλία. Η Κίνα με προμετωπίδα την οικονομική συνεργασία και με αφήγημα μία αντιαποικιακή ατζέντα, προσπαθεί να εντάξει στην σφαίρα επιρροής της πρώην Γαλλικές και Αμερικανικές κτήσεις στον Ειρηνικό, καθώς και το σύνολο των κρατών της Ινδοκινεζικής χερσονήσου, ώστε να έχει τον πλήρη έλεγχο της Νότιας Σινικής Θάλασσας και του Κόλπου της Βεγγάλης, εξισορροπώντας Αυστραλία – Ιαπωνία και Ινδία αντίστοιχα.

Στόχος της Κίνας δεν είναι άλλος από την προσάρτηση της Ταϊβάν και την αναθεώρηση του υπάρχοντος εδαφικού καθεστώτος με την Ρωσία στην περιοχή της Μαντζουρίας και στην Ευρύτερη Ανατολική Σιβηρία. Με την δημογραφική κρίση που βιώνει η Ρωσία, και με μόλις το 10% του πληθυσμού της να κατοικεί στην Ανατολική Σιβηρία (14 εκατ.), είναι θέμα χρόνου η Κίνα να εποικήσει την εν λόγω περιφέρεια, καθώς στις βόρειες περιφέρειες της τελευταίας, που συνορεύουν με την Ανατολική Σιβηρία, κατοικούν άνω των 120 εκατομμυρίων Κινέζων. Ενδεικτικό είναι άλλωστε και το γεγονός ότι η Κίνα έχει επενδύσει άνω των 2 διςδολαρίων στο λιμάνι του Βλαδιβοστόκ, σε πάνω από 58 projects, μονοπωλώντας πρακτικά, την οικονομική δραστηριότητα στην περιοχή.

​Η Κινεζική απάντηση με την οικοδόμηση συμμαχικών σχέσεων με τις νήσους του Ειρηνικού, στοχεύει επίσης στον έλεγχο των θαλάσσιων διαδρόμων, μέσω των οποίων η Ιαπωνία εισάγει πετρέλαιο από την Μέση Ανατολή και άνθρακα και σίδερο από την Αυστραλία, ενώ η κατασκευή μεγάλου λιμένος στο Βανουάτου, αποτελεί ευθεία απειλή για την εθνική ασφάλεια της Αυστραλίας. Επιπλέον, προσέγγιση της Κίνας με τα Σαμόα και το Κιριμπάτι εγείρουν ανησυχίες στις ΗΠΑ, λόγω της γεωγραφική τους εγγύτητας με το σύμπλεγμα της Μικρονησίας και την Χαβάη αντίστοιχα, γεγονός που προβληματίζει και την Γαλλία λόγω της εγγύτητάς τους, με την πρώην αποικία της Ταϊτής. Οι Ηνωμένες Πολιτείες αντιλαμβανόμενες τα σχέδια της Κίνας, – πέραν της αναβίωσης του δρόμου του μεταξιού -, επί Διοικήσεως Τράμπ το 2017, ίδρυσαν τον Τετραμερή Διάλογο Ασφαλείας γνωστό και ως QUAD (Quadrilateral Security Dialogue), μέλη του οποίου είναι η Ιαπωνία, η Αυστραλία και η Ινδία και επι διοικήσεως Μπάιντεν, την AUKUS, με Ηνωμένο Βασίλειο και Αυστραλία. Κοινός στόχος, η ανάσχεση της Κίνας μέσω της στρατηγικής περικύκλωσής της στην ευρύτερη περιφέρεια της Κεντρικής, Νότιας και Ανατολικής Ασίας.
​Στην Ινδοκινεζική χερσόνησο επίσης, συγκρούονται τα συμφέροντα Κίνας και ΗΠΑ / Γαλλίας. Στις πρώην Γαλλικές αποικίες Λάος, Καμπότζη και Βιετνάμ κυριάρχησαν κομμουνιστικά καθεστώτα στηριζόμενα από την Κίνα μετά το τέλος του πολέμου στο Βιετνάμ και την αποχώρηση αρχικά των Γάλλων και έπειτα των Αμερικανών. Στην Μεταψυχροπολεμική εποχή, τόσο το Βιετνάμ όσο και η Ταϊλάνδη έχουν ενισχύσει τις σχέσεις τους με τις ΗΠΑ, την στιγμή που η Μιανμάρ – πρώην Βρετανική Βιρμανία – βρίσκεται στην παγίδα χρέους του Πεκίνου, ενώ Λάος και Καμπότζη αποτελούν μέρος του Belt Road Initiative.

​Σε ότι αφορά την Κεντρική Ασία, η σύσφιξη – με αφορμή τα ενεργειακά – των σχέσεων Κίνας – Ιράν και Κίνας – Ρωσίας, δημιουργούσε ένα επικίνδυνο σχήμα για την ισορροπία στην περιοχή, με βάση τον ιδεολογικοπολιτικό αντιδυτικισμό τους, σε μία μάλλον ευκαιριακή βάση, καθώς αλληλοεξισορροπούνται. Η αύξηση των τιμών ενέργειας και το αποκορύφωμα αυτής κατά τον πόλεμο στην Ουκρανία, οδήγησαν τις ΗΠΑ σε σταδιακή άρση των κυρώσεων προς το Ιράν, με υποσχέσεις για επιστροφή στην συμφωνία για το πυρηνικό του πρόγραμμα του 2016, στοχεύοντας σε μία ενεργειακή εναλλακτική για την Ευρώπη, λόγω των κυρώσεων στην Ρωσία. Επιπλέον, οι αναταραχές στο Καζακστάν, η αποχώρηση των ΗΠΑ από το Αφγανιστάν αφήνοντας πίσω αμυντικό υλικό αξίας 7 δις δολαρίων και οι πρόσφατες εντάσεις στην αυτόνομη επαρχία του Τατζικιστάν, που συνορεύει με την Σινγιάνγκ, ανατροφοδοτούν το δίλημμα ασφαλείας που καλείται να διαχειριστεί το Πεκίνο.

Βλέποντας το εγγύς εξωτερικό του, είτε να συσπειρώνεται εναντίον του, είτε να αποσταθεροποιείται, το Πεκίνο καλείται να λάβει μία απόφαση σχετικά με το αν θα αναλάβει στρατιωτική δράση ή όχι. Η Κίνα παραδοσιακά προπαγάνδιζε μία αντι-επεμβατική πολιτική εντός της αντιαποικιακής της – κομμουνιστικής ή όχι – ρητορικής. Η οικονομική μεγέθυνση της Κίνας ωστόσο βασίζεται πρωτίστως σε Δυτικά κεφάλαια. Οι εχθροπραξίες που έχουν λάβει χώρα σε όλες τις χώρες – κλειδιά του One Belt One Road, καθιστώντας το ήδη φιλόδοξο αυτό εγχείρημα μη επιτεύξιμο, η αύξηση των τιμών της ενέργειας σε συνδυασμό με την εκτόξευση του πληθωρισμού στις ΗΠΑ, και η σταδιακή στροφή της Ευρώπης, δια μέσω Γαλλίας, στην Αφρική για ενέργεια (μεταξύ άλλων), σφίγγουν ασφυκτικά τον κλοιό στο Πεκίνο, το οποίο εάν υποπέσει στα στρατηγικά λάθη της Μόσχας και εγκλωβιστεί σε έναν πόλεμο κατατριβής, δεν θα εξέλθει αυτού, με την μορφή που έχει από το 2001 έως και σήμερα.