Οι άνθρωποι των προτεραιοτήτων

165

Αν τα στερνά τιμούν (και κρίνουν) τα πρώτα τότε αυτό που πρέπει να απαιτήσει  ο πιο υποψιασμένος είναι να του γνωστοποιηθεί ποιός και γιατί θέτει τις χρονικές μπάρες ανάμεσα στις οποίες θα διεξαχθεί η «τελική» αξιολόγηση του αξιολογούμενου, που είναι ακόμη ζωντανός. Η όλη (ταχύτατη) εκδίπλωση της Μαρίας Καρυστιανού που οδήγησε στην αναδίπλωση την επόμενη ημέρα, μετά το στα όρια του κουρδισμένου σοσιαλμιντιακό και τηλεοπτικό κόχλασμα, δείχνει (και στη θετική και στην αρνητική ανάγνωση) ότι η πολιτική είναι και πάλι η κοσμοπλαστική μάχη. Προθάλαμος της (θα) είναι οι προτεραιότητες και όσα δύσκολα αυτές συνδηλώνουν τόσο στο επιτόπιο όσο και στο ιστορικό βάθος εξέτασης. Στα ιριδίσματα τους θα δούμε την ανάδυση της αλήθειας ξεπερνώντας τις αυτοδημιουργούμενες, όπως αποδεικνύεται ξανά και ξανά, στρώσεις των παραγμένων από την εμμονή αντιφάσεων της προοδευτικής αντίληψης.

Η προτεραιότητα των συστημικών δημοσιογράφων ήταν ακριβώς να πλαγιοκοπήσουν τη δυναμική ενός όλο και πιο πραγματοποιημένου κόμματος Καρυστιανού τη στιγμή που αυτό πετύχαινε το πρωτόφαντο, το σκαρφάλωμά του μέχρι και στη δεύτερη θέση. Ξεπερνούσε λαϊκιστικές πυξίδες και αυταρχικά πανιά και πράσινους ήλιους δημοσκοπικά ενώ ακόμη δεν έχει κηρυχθεί ή σχηματοποιηθεί επίσημα ως φορέας. Πάτησαν φυσικά στην ήδη προβληματική ακολουθία κινήσεων που η Μάνα των Τεμπών εφάρμοσε,  με σημαντική υπαιτιότητα των (όποιων) συμβούλων και στρατηγικών καθοδηγητών της, από τα τέλη του Δεκέμβρη. Μουτζούρωσε αύτανδρες τις διαψεύσεις της για κομματικοποίηση του αγώνα υπέρ της δικαιοσύνης τις οποίες ξόρκιζε μέχρι την τελευταία ώρα ως «λάσπη». Δεν παραιτήθηκε καν εκείνη τη στιγμή από την προεδρία του Συλλόγου τον οποίο υπηρέτησε και μέσω του οποίου έβγαλε δύο εκατομμύρια Έλληνες στο δρόμο, σαν καλοσταθμισμένη επιλογή συνέπειας και θετικής αποπνοής προς τους υπόλοιπους γονείς.  Με αυτή την λανθασμένη εκτίμηση ναρκοθέτησε εν τη γεννέσει της και κάθε σχεδόν προσδοκία μέρους τους να την συνδράμει στελεχιακά στο κομματικό εγχείρημα, κάτι στο οποίο φάνηκε ότι πόνταρε η ίδια. Άφησε μέχρι και τον Τσίπρα να πάρει προβάδισμα εναντίον της στο πεδίο αυτό άνευ πραγματικού λόγου αφού ο τελευταίος παραιτήθηκε κατ’ αντιστοιχεία από τη βουλευτική έδρα του ΣΥΡΙΖΑ όταν το Ινστιτούτο του είχε ωριμάσει μαζί με τις παρεμβάσεις και οι φημολογιακές αναλύσεις φίλων και εχθρών για νέο κόμμα είχαν κατακλύσει τα πάντα.  Η ερώτηση για την άμβλωση ήταν η σπρωγμένη επαφή του φυτιλιού με το μαζεμένο μπαρούτι ώστε τα φερέφωνα να κερδίσουν αυτόν τον γύρο συνολικής, πολυεπίπεδης εκστρατείας φθοράς της Καρυστιανού χρησιμοποιώντας τη φορά αυτή και το αγαπημένο στρατιωτάκι του status quo, τον «αυτόματα» εκρηγνυόμενο όχλο (γραβατωμένων και ελευθερόβιων) προοδευτικών απανταχού του ελληνικού χώρου. Για τους νεοδημοκράτες απ’ τον Μαρινάκη ως τον Γεωργιάδη που έσπευσαν να φωνάξουν με το που μυρίστηκαν το αίμα της γκάφας ενώ το κόμμα τους είχε καταψηφίσει με επικριτικούς λιβέλους τον πασοκικό νόμο 1609/1986, προτεραιότητα είναι μόνο το πολιτικό και από κει το προσωπικό τους κέρδος δείχνοντας  ξανά την καρδιά ερπετού που διαθέτει από καταβολής του ο φιλελεύθερος.

Η προτεραιότητα του παραπάνω προοδευτικού όχλου είναι προφανώς να ρουφήξει και έπειτα να επιδείξει λίγη διατυπωτική πυγμή από το μεγάλο απόθεμα αυτοαναφορικότητας που διαθέτει και επιπλέον να φανεί νοητά ενωμένος κάτω από τη σημαία κάποιων εκ των «εργοστασιακών του ρυθμίσεων». Αυτή η παράμετρος μοιάζει ζωτική σε μια εποχή που το σκόρπισμα των διασπασμένων κομματιών είναι όχι μόνο τεράστιο (ελλείψει κυρίως του αντισταθμίσματος ενός δυνάμει κυβερνητικού πόλου, ακόμα και αν η «ριζοσπαστικότερη περιφέρεια» τον βρίζει ως συστημικό κατά το ήμισυ της πολιτικής της παρουσίας και λόγου) αλλά έχει λάβει κωμικά για αρκετούς μελαγχολικά για τους ίδιους χαρακτηριστικά στην εξωτερίκευσή της προς το πλατύ κοινό. Το κοινό αυτό αποφεύγει αναγουλιάζοντας την κάλπη και τρέμοντας το κατέβασμα στο πεζοδρόμιο ενώ πολλαπλασιάζεται πληθυσμιακά κάθε μήνα που περνάει. Ειρωνικά αυτή που πέτυχε με θεαματικό τρόπο το δεύτερο και τώρα απειλεί να επιτύχει και το πρώτο με επίδραση ανεμοστρόβιλου έναντι του συνόλου των υπαρκτών (και όχι μόνο) πολιτικών προσώπων και σχηματισμών είναι η «ακροδεξιά» Καρυστιανού.  Η επιστροφή στην ορολογία και στα ζητήματα του «αδιαπραγμάτευτου» είναι η αναγκαία πρόσληψη δύναμης  ώστε να βερνικωθεί το υπεραλαζονικό αίσθημα αλάθητου (λέγε με «ηθικό πλεονέκτημα») αυτού του χώρου. Η Καρυστιανού μας βγήκε «συντηρητικοθεούσα» άρα πρέπει το ολίσθημά της, από το οποίο  κρεμαστήκαμε ψυχή τε και σώματι για τουλάχιστον ένα έτος, να αναμιχθεί διαλυτικά με το «κεκτημένο» άσχετης αφετηρίας που είμαστε διατεθειμέν@ να υποστηρίξουμε με αφρούς (και) εναντίον της. Μόνο έτσι θα ξεπλυθεί η γοητεία των κινητοποιημένων πληθών που θέλουμε τόσο μα τόσο να κρατήσουμε στον κατάλογο με τα τικ των επιτυχιών που μας αφορούν. Παρότι η δυναμική προσωπικότητα της Καρυστιανού ήταν σε μεγάλο βαθμό η μαγιά για να φουσκώσει στο μοναδικό της τελικό αποτέλεσμα η 28η Φλεβάρη.

Στον μικρομεγαλόκοσμο του δικαιωματισμού το να θέσει ο πιστός αυτού «απέναντι» μια Καρυστιανού (συνήθως στην παντοκρατορία μονολόγου του Facebook ή του Χ) είναι η ανάσα ανάκτησης μιας «μεγαλειώδους» αυτονομίας συνείδησης (την οποία βέβαια μετά από δικά του λαβωτικά λάθη και με δικιά του προτίμηση «παρέδωσε» στα Τέμπη) με την ευλυγισία που θυμάται ότι κουνιόταν η κόκκινη σημαία των επαναστατών του 20ου αιώνα. Αυτή μάλιστα εκτίνεται στο σύνολο των διαφοροποιούμενων «δωμάτων», από τον υποστηρικτή του ΚΚΕ που πλέον πληκτρολογεί ότι «τα έλεγε» φτάνει στον αστραφτερό ανένταχτο που θεωρούσε ότι εκείνος και οι σταγονομετρημένοι όμοιοι του  ήταν που έδιναν τον αληθινό παλμό στη μάζα και τώρα αποκόβουν «αποφασιστικά» την πρότερη στήριξη και σημαντικότητα. Σπασμός αφυπνιστικής ντοπαμίνης ακόμα κι ενάντια στο χθεσινό είδωλο που στεκόταν κόντρα στην κυβέρνηση των σκανδάλων…

Κάπου εκεί  γίνεται η χρησιμοθηρική συνάντηση με τα κανάλια της λίστας Πέτσα. Στόχος ή έστω κοινός τόπος αποφόρτωσης είναι η εν ολίγοις βαυκαλιστική απομάκρυνση από τα μείζονα και συλλογικότερα θέματα έθνους, οικονομίας, γεωπολιτικής, ευρύτερης των σιδηροδρόμων διαφθοράς και οραματικής ανασυγκρότησης (για τα οποία πρέπει πράγματι η Καρυστιανού να καταρτίσει ευκρινές πρόγραμμα και βασικά έπρεπε να το είχε κάνει σε στοιχειώδες έστω επίπεδο πριν την ανακοίνωση για συμμετοχή «του κινήματος» στις εκλογές) προς τη βαρύτητα ενός ερωτήματος που παρά το βάθος και το πολυπαραγοντικό των παρεπομένων του κυριολεκτικά λύνεται (τουλάχιστον θεωρητικά) με το πόσο, πότε, πώς και από κοινού με ποιόν ανοίγει ο κάθε πολίτης και των δύο φύλων τα πόδια του. Τέλος οι «προοδευτικές δυνάμεις» θέλουν τα σχοινιά σύνδεσης να πριονιστούν άρον άρον και για το πιο πεζό μα εξίσου ζωτικό δεδομένο : η «δεύτερη μάνα όλων μας» είναι εκείνη που πλέον θέλει αυτόνομη πολιτική μετουσίωση του «Οξυγόνου» αντί πριμοδότισης των αριστερών κομμάτων, κομματιδίων και underground φαντασιώσεων όπως εκείνες ήλπισαν με ενθουσιασμό για μικρότερο είτε μεγαλύτερο διάστημα χρόνου.

Ποιά είναι η προτεραιότητα (της νίκης)  των αμβλώσεων και άρα και των αμβλωσόφιλων του σήμερα; Τα βασικά «επιχειρήματα» που αναπαρήχθησαν περισσότερο από τον ελληνικό πληθυσμό από το 1986 κατά το ψηφιακό εικοσιτετράωρο αφορούσαν αφενός τους καλούμενους φεμινιστικούς-κοινωνικούς αγώνες που οδήγησαν στην νομιμοποίηση της άμβλωσης και αφετέρου στο «τελειωμένο θέμα» ως ανταπάντηση στην όντως γενικόλογης υφής  θέση της Καρυστιανού ότι θα έπρεπε το θέμα να τεθεί σε δημόσια διαβούλευση. Η αναφορά στον «αγώνα» επέχει θέση πυροτεχνήματος, για το θαμπωτικό του οποίου δεν υπάρχουν συνήθως ερωτήσεις, αποφεύγοντας έτσι και την εξειδίκευση και το βάρος του συγκριτικού. Αγώνες λοιπόν είναι όλες οι συγκρούσεις με κίνδυνους ακεραιότητας του μετέχοντα και από μόνοι τους δεν τεκμηριώνουν τίποτα. Έχουν γίνει αγώνες τέτοιων κριτηρίων για ειδεχθείς και καταστροφικές επικρατήσεις ομάδων και συστημάτων καθώς και κατοχυρωτικοί αγώνες δεκάδες φορές πιο αιματηροί από την φεμινιστική προέλαση οι εδραιωμένοι καρποί των οποίων δεν γίνονται καθόλου σεβαστοί από προοδευτικούς. Τέτοια είναι η Εθνεγερσία του 1821 και η συνακόλουθη πορεία της Μεγάλης Ιδέας και της εθνικής διατήρησης εντός της οποίας παρεμπιπτόντως αποκτά υπόσταση και αναγνώριση και το οιοδήποτε ατομικής εμβέλειας δικαίωμα που χρυσώνουν με ανιστορική αφέλεια όσες μίσησαν σε ένα βράδυ την Καρυστιανού.  Και η αλήθεια είναι ότι πρέπει να ψάξεις με το κυάλι για να βρεις αμιγώς φεμινιστικό αιματοκύλισμα κινητοποίησης που η ιστορία του επιφύλαξε δική της σελίδα. Η 8η Μάρτη υπάγεται πρώτιστα στην εργατική διεκδίκιση, οι υποτιθέμενες δύο νεκρές της Black Friday δεν κατονομάστηκαν ποτέ  με βεβαιότητα ενώ η Emily Davison ποδοπατήθηκε από τις οπλές του τρομοκρατημένου ίππου του βασιλιά Καρόλου Έ όταν η ίδια εισέβαλλε αιφνιδιαστικά στο Epsom Derby. Ενδεχόμενη δηλαδή κατάληξη του ανορθόδοξου πολιτικού ρίσκου ατομικά και όχι κατάπνιξη δίκαιης διαδήλωσης από το γκλόπ ή την κάνη του οργάνου καταστολής ενός συντηρητικού κράτους.

Υπήρξαν μόνο μια σειρά φυλακίσεων σουφραζετών οι οποίες όχι μονάχα έλαβαν αμνηστία κατά το ξέσπασμα του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου αλλά πλείστες στρατολογήθηκαν από την ίδια εκείνη κυβέρνηση στην  «εκστρατεία του λευκού φτερού». Μάλλον οι νεκροί του Βερντέν και της Φλάνδρας συνάντησαν τα νεκρά έμβρυα του μετέπειτα και όχι  τις φαντασιακές φεμινιστικές εκατόμβες. Tο ίδιο το Fourth Reform Act για την επέκταση της ψήφου χώρεσε ως παραχώρηση (κανένα κοινοβούλιο δεν κατελήφθη από ριζοσπάστριες) στο διάκενο με τα χακιφορεμένα κουφάρια των συζύγων. Και φυσικά, για όποιους ζαλίστηκαν, μπορεί να γίνει «συσχετισμός» πτωμάτων εδώ αφού μέσω ενός πτώματος δια της λαβίδας σημαντικοποιείται η άνεση κάποιων ανεύθυνων έναντι της ευκαιρίας εκείνου να βγει ολόκληρο από τη μήτρα στη ζωή.  Η μακροσκοπική ουρά κυνισμού του «νοιάζεστε για το παιδί μόνο μέχρι να γεννηθεί» μπορεί να κολλούσε απευθυνόμενη σε κάποιους ηθικολόγους του άμβωνα ή σε νεοφιλελευθερίζοντες ευαγγελικούς που μισούν καταρχείν την κοινωνική πρόνοια στην άλλη άκρη του Ατλαντικού. Είναι όμως αυταπόδεικτο ότι δε μπορεί να ειπωθεί για μια Καρυστιανού και θα έπρεπε μόνο η υπονόηση απόδοσης να σε βυθίζει στην προχειροσκαμμένη τρύπα της αισχύνης. Aπορώ εάν οι κραυγάζοντες είχαν εκείνοι λάβει το παιδί τους αποτεφρωμένο σε σακούλα για να το θάψουν θα έβαζαν σε «εμφατική» προτεραιότητα, έναντι επιτηδευμένης επαναλαμβάνω ερώτησης και όχι σε ευθεία προγραμματική τοποθέτηση, την ερωτική αποχαλίνωση από την τεκνοποιητική ανύψωση του ανθρώπου.

Το backlash έναντι της «δημόσιας διαβούλευσης», τόσο χρωματιστό μα και τόσο ρομποτικό συνάμα, είναι όμως αυτό που αναδεικνύει τις υποκριτικές αβύσσους της δικαιωματιστικής αντιληπτικότητας. Αναχαιτίζεται με ολίγη οξυμένη (γενεο)λογική διάτρηση. Εάν το «δημόσιο» είναι μια πιο εγκλωβισμένη ονομασία του «κοινωνικού», τι θα λέγαμε πως είναι σε ιστορικό επίπεδο οι κατοχυρωμένες αμβλώσεις; Τίποτα διαφορετικό από την ορισμένης διάρκειας επικράτηση μιας ηθικοκοινωνικής δυναμικής απέναντι σε μια αντίθετη προγενέστερη. Το θέμα είναι «λυμένο 40 χρόνια» στα μυαλά ενός συγκεκριμένου ημισφαιρίου επειδή τότε ποντήθηκε νομικά ένα αίτημά του. Εξίσου «λυμένο» από την αντίθετη πλευρά ήταν για τους αιώνες που προηγήθηκαν του 1986. Για αυτό και το χρονολογικό σόφισμα ήταν, είναι και θα είναι ανόητη  και αυθαίρετη επίκληση.  Σε αυτό το κενό εμφυλοχωρεί σαν πανί μπαλώματος η έμμονη ιδέα του προοδευτισμού να θεωρεί εαυτόν κατόχο της έννοιας και μόνο της εξέλιξης που κάνουν τις ιδεολογικές του νίκες «ιστορικούς σταθμούς» και που αν τεθεί σε λογική αμφισβήτηση γίνεται το αφαιρούμενο τουβλάκι της βάσης που θρυψαλιάζει με τη μια τον πύργο.

Η άμβλωση δεν υπήρξε για τον εαυτό της, δεν κομίζει ξεχωριστή αξία ούτε φυσικά διενεργείται από χόμπι. Επήλθε ως κορωνίδα και επιστέγασμα μιας πλατύτερης νοοτροπιακής σμήλευσης… προτεραιοτήτων των ανδρών και των γυναικών της δύσης. Αυτή βασιζόταν στην «επαναστατική» αποπομπή της ευθύνης από τη σεξουαλική ζωή και την μετατροπή της οικογένειας από αποστολή παντοειδούς ολοκλήρωσης του έμφυλου δεσμού (και συνεπαγωγικά συνέχισης της κοινωνίας πατάσσοντας μερικώς το εγώ που αν κεντρικοποιηθεί είναι αναπόφευκτα αχόρταγο) σε προεκτασιακό στολίδι ημιαέρινων επιλογών. Η ευθεία γραμμή των «κατακτήσεων» όμως δεν κοιτά πίσω και μισεί το βάθος της επεξεργασίας. Εκεί ακριβώς σφάλει ανάποδα κι η ξερή πολιτική καταδίκη της άμβλωσης. Βλέπει μόνο αριθμητική αποτύπωση μιας όντως μαρασμικής αναντιστοιχείας γεννήσεων-θανάτων και σκέφτεται ότι η απαγόρευση θα έχει επίδραση διακόπτη πραγματοποιώντας με επίσης λάθος σειρά την διαδικασία προτεραιοποίησης αφού δεν συλλογίζεται το συνολικό πλαίσιο ή απλά του εκτοξεύει μισόλογα.

Το δε ενδοπροσωπικό στίγμα της γυναίκας που προχωρά σε άμβλωση παραμένει βαθιά τραγικής υφής στην συντριπτική πλειοψηφία των εκτελέσεων όση ριζοσπαστική αποδέσμευση και αν έχει  προεμποτίσει την θηλυκή συνείδηση. Η νομικο-ιατρική καθολικότητα αναισθητοποιεί (πάντα εν μέρει) την ρωγμή πριν αναισθητοποιήσει τον τράχηλο. Τούτο έγινε παραδεκτό μέχρι και από την πρωθιέρια της προοδευτικής ηθικολογίας αυτής της χώρας και υποστείσα άμβλωση κατά δήλωση της Έλενα Ακρίτα αφότου είχε συντελεστεί το πρώτο κόπασμα του θορύβου στον οποίο εννοείται πως μετείχε εκείνη  ξερνώντας φωτιά  από την πρώτη ώρα. Αυτό το στοιχείο δείχνει να παραβλέπεται πολλές φορές και από τις «δύο» πλευρές. Πώς όμως θα προστεθεί και θα εξεταστεί αν ο διάλογος εξοβελίζεται προληπτικά;

Το να επανενταχθούν στο διάλογο της δημοκρατίας οι αμβλώσεις δεν συνεπάγεται αυτόματο προσανατολισμό προς την απαγόρευση. Το να υπονοείται τσιριχτά κάτι τέτοιο είναι slippery slop fallacy του χειρίστου επιπέδου. Είναι καθόλα πιθανό το καλύτερο άνοιγμα υπέρ της πρόνοιας, της εκπαίδευσης, της κοινωνικής και νεανικής ενημέρωσης όσο και η πνευματική μάχη υπέρ της ηθικής παλιννόστησης. Αυτά άλλωστε επεσήμανε παράλληλα και η Καρυστιανού.  Δημόσια διαβούλευση γενικά δε σημαίνει κακέκτυπο εκκλησίας του Δήμου στην πλατεία για κάθε τι που προκύπτει  παρότι πλείστοι όσοι εκμαίνονται τώρα στο άκουσμα των δηλώσεων Καρυστιανού την θεώρησαν θερμά υλοποιήσιμο πλάνο πριν μια δεκαπενταετία. Σημαίνει να ξεκαθαριστεί η  πλειοψηφική μετάσταση, δηλαδή λάδωμα της δημοκρατικής λειτουργίας. Δικαιωματιστές πρόλαβαν φαίνεται να αποκτήσουν φουκουγιαμικά μάτια συμφέροντος ακόμα και αν είχαν άλλοτε φάει δακρυγόνα όταν διαδήλωναν κατά του «τέλους της Ιστορίας» και των προέδρων του. Η «μετασυλλογική» ατομική υπόσταση και ό,τι θεσμοθετείται και υψώνεται ως δικαίωμα στο όνομα της παύουν σε αυτό το πλαίσιο σκέψης να αποτελούν συμβάσεις εξουσίας-λαού (αρχής και πλειοψηφούντων) μέσα σε μια αποδεκτή γλώσσα νομικού θετικισμού που σαρκώνει η κρατική ισχύ. Γίνονται πλατωνικοί ήλιοι ανακαλυπτόμενης παντοτινότητας που επειδή «εθεάθησαν» μέσα στην κατά φαντασίαν ευθύγραμμη ροή των «απελευθερώσεων» και καταγράφηκαν σε κάποια χρονιά του ημερολογίου η δημοκρατική συζήτηση καθίσταται επιθετικά περιττή. Η ίδια όμως η υποκατάσταση της οικογενειακής αξίας και της εθνοβιολογικής συνέχειας προς όφελος του ηδονικά προσωρινού όσων απέμειναν δεν είναι και αυτό παρά ένα δευτερεύον κοινωνικό συμβόλαιο (μέσα στο μεγαλύτερο της μεταπολεμικής ευρωπαϊκής δημοκρατίας), με τον νόμο να το ακολουθεί, έστω με την έδρα του στο βασίλειο της υπονόησης.

Τα αντιπροσωπευτικά ρούχα που φορέθηκαν στην δημόσια διαβούλευση ήταν που συνύφαναν το ίδιο το ΠΑΣΟΚ και την πρώτη νίκη του το ’81 ενώνοντας την μεταβενιζελική βάση της ΕΚ, τους προσμένοντες κομμουνιστογενείς και την τροτσκιστική γυρορροή του αντιδικτατορικού εξωκοινοβουλίου υπό το λάβαρο των «μη προνομιούχων Ελλήνων».  Όπως βεβαίως και την εμπεδωτική νίκη του ’85 κάνοντας την Περράκη να αποποινικοποιήσει τις αμβλώσεις. Η τυπολαγνικού καλύμματος υστερία έναντι των επιχειρημάτων για αυτή την περίπτωση μπορεί, ακόμη,  να αποβεί ακωτηριαστική και για την εκστρατεία για δικαιοσύνη στα Τέμπη καθώς το ίδιο πνεύμα μπορεί να χρησιμοποιηθεί από κυβερνητικής πλευράς και για το περιβόητο άρθρο 86 περί ευθυνών των πολιτικών προσώπων. Θεωρητικά είναι φτιαγμένα από κοινή νομική «πάστα» και μάλιστα το άρθρο 86 είναι υψηλότερο καθώς είναι συνταγματικό ενώ οι αμβλώσεις εξακολουθούν να επαφίενται στον κοινό νομοθέτη. Ο «αγώνας» και η «κοινωνία» όπως τους ορίσαμε παραπάνω εντάσσονται στο διασταλτικό στομάχι της «δημόσιας διαβούλευσης». Η απάρνησή της συνεπάγεται την καταστατική αποφυγή της λαογέννητης δημιουργικής σύνθεσης μέσα σε μια ιστορία μεγαλύτερη από τον εαυτούλη μας στο όνομα της προσώρας έχουσας ισχύ πολιτικά πακτωμένης μεταφυσικής του απαρνητή. Η μεταφυσική έπεται (πολιτικά) της φυσικής ακριβώς διότι χρειάζεται το ρόπαλο της δεύτερης για να μετουσιώσει τις επιδραστικές όψεις της στον υλικοποιημένο κόσμο. Το κίβδηλο ατσάλι του «λυμένου» ως φωνακλάδικος βραχύονας λογοκρισίας της συντηρητικής άποψης θα μπορούσε όμως κάλλιστα να χρησιμοποιηθεί και αντίστροφα οπότε θα συνιστούσα μεγάλη προσοχή στις σίγουρες.

Η προοδευτική εισπνοή συνεχίζει, προς έκπληξη κανενός εκτός του στενού πεδίου της, να αντιβαίνει την εκπνοή της. Το κείμενο θα μπορούσε να τελείωνε απλά θυμίζοντας με έμφαση ότι αυτές που θέλησαν να κανιβαλίσουν την Καρυστιανού για τις επιφυλάξεις της περί των αμβλώσεων είναι εκείνες που δέχονται με ορθάνοιχτες αγκάλες και ερεθισμένες φωνητικές χορδές την άναρχη εισροή μη εχόντων μήτρα από κοινωνίες πολύ πιο επιθετικά και ασυζήτητα εχθρικές όχι μόνο στην άμβλωση αλλά και στο συνολικό πακέτο νοοτροπίας που, όπως είδαμε, αυτή κορυφώνει και διασφαλίζει. Μάλιστα δεν γίνεται να ψελλίσουν οτιδήποτε περί ευρωπαϊκών αξιών με υπονοούμενη πολιτισμική αντιπαραβολή (παρά την γραμμικότητα) αφού και πάλι εκείνες μας μιλούν στα πανεπιστήμια για οριενταλισμούς και λευκά προνόμοια μετατρέποντας μεθοδικά τον ρατσιστή σε ζελεδάκι δια πάσαν δυσκολίαν. Τα σχετικά πολιτικά κόμματα μέσα και έξω από τη βουλή επιδιώκουν δηλωμένα (μερικά άμεσα και άλλα με ένα κάποιο περίβλημα θεσμικότερης βραδύτητας) και την απόδοση πολιτικών δικαιωμάτων σε όλους αυτούς. Τι θα συμβεί αλήθεια στις γλώσσες των προοδευτικών εφόσον οι αφηχθέντες μουσουλμάνοι ιδρύσουν τελικά ένα διακριτό κόμμα όπου εμπεριέχονται όλες τους οι θέσεις για το «γυναικείο ζήτημα» οι οποίες και θα εκφραστούν στην καθιερωμένη διακαναλική συνέντευξη τύπου; Μάλλον οι αφρισμένες του σήμερα θα ασπαστούν την εκκωφαντική σιωπή. Ομοίως άλλωστε πράττουν επί χρόνια και για τα περιστατικά σε σοκάκια και στάσεις λεωφορείων με «συνηθισμένο» θύμα και «ασυνήθιστο» θύτη.

Δε μπορώ να πω αν η Μαρία Καρυστιανού θα φέρει τη «σωτηρία» ή αν (δεν) πρέπει να την κοιτάμε εξ αρχής υπό τέτοιο πρίσμα. Σίγουρα όμως η δυνατή της φωνή συγκεντρωποιεί την αγανάκτηση για τα ολότελα σαπισμένα στοιχεία του συστήματος μιας χώρας που ωθείται είτε να αποδεχτεί οσφυοκάμπτουσα είτε να εορτάσει αυτοακυρωτικά την ολόπλευρη παρακμή της. Ίσως το ταρακούνημα αυτής της συνέντευξης να έπρεπε να λάβει χώρα ούτως ώστε  να φραγούν κάποιες δίοδοι διπλής κατεύθυνσης που δε θα βεβαιωνόταν ποτέ ποιά θα ήταν η φορά τους κατά την Κυριακή των εκλογών. Σε κάθε περίπτωση οσ@ έχουν ως προτεραιότητα πολιτικοεκλογικής ύπαρξης την ελεύθερη άμβλωση (και μαλιστα αυταξιακά, έξω από συγκείμενα) δεν επιδιώκουν σίγουρα οποιαδήποτε συνολική σωτηρία της χώρας αφού δεν τους ενδιαφέρει η απίσχναση του προσδιοριστικού της υποκειμένου de facto. Για όποιον αριστερό δεν ανήκει σε αυτή την κατηγορία εγώ τουλάχιστον δηλώνω ότι δε θα στραβομουτσουνιάσω στη θέα της  συγκεκριμένης union sacrée. Η Μαρία Καρυστιανού πρέπει να σκεφτεί σε βάθος τη σύνθεση των συνεργατών που θα ολοκληρώσουν τους «σοφούς» της, να επικεντρωθεί στην διάπλαση σαφών θέσεων και όχι πια σε διασπορικές φυτιλιές κινητικότητας και να προσέχει προς όλες τις κατευθύνσεις τόσο τους μενώμενους ποικίλης αφετηρίας όσο και τους «Δαναούς» καθότι ένα τέτοιας στόχευσης εγχείρημα ελκύει απατεώνα και καιροσκόπο όπως το εκτυφλωτικό φως ελκύει τα έντομα.  Μέχρι τότε, η έκτρωση θα συνεχίσει να συγγενεύει με το έκτρωμα κι η άμβλωση με το εξάμβλωμα και οι γονείς όλων μας το γνωρίζουν καλύτερα από όλους μας.