Όταν πρίγκιπες και ιππότες κονταροχτυπήθηκαν στη Μανωλάδα: η πραγματική επέτειος της 5ης Ιουλίου

Στέλιος Ιατρού

Τις προάλλες, 5 Ιουλίου, πολλοί θυμήθηκαν το αμφιλεγόμενο δημοψήφισμα του θέρους του 2015, όμως εγώ διατείνομαι πως πολύ πιο συναρπαστικό ήταν το γεγονός μιας άλλης 5ης Ιουλίου, και γι’ αυτό θα σας πάω πίσω στη Φραγκοκρατία και στον Μορέα.

Τελευταίος Βιλλεαρδουίνος Πρίγκιπας της Αχαΐας ήταν ο Γουλιέλμος Β΄ (Guillaume de Villehardouin, γιος του Γοδεφρείδου Α΄ Βιλλεαρδουίνου, Geoffrοy, 1209-1229/30) που κυβέρνησε το Πριγκιπάτο στα χρόνια της ακμής και της παρακμής του (1246-1278).

Προτού καν διαδεχθεί τον αδερφό του, Γοδεφρείδο Β΄ Βιλλεαρδουίνο (1229/30-1246), όταν εκείνος πέθανε το 1246, ο Γουλιέλμος είχε ήδη αναδειχθεί σε πολύ σημαντική φυσιογνωμία ανάμεσα στους άρχοντες της Λατινικής Ανατολής, όπως φανερώνει ο γάμος του το 1239 με μία απ’ τις δύο θυγατέρες του Ναρζό της Τουσύ (Narjot III de Toucy, πέθανε το 1241), της οποίας τ’ όνομα δεν μας είναι γνωστό.

Ερχόμενος να βρει την τύχη του στη μυθική Ανατολή όπως τόσοι άλλοι Σταυροφόροι, ο Ναρζό είχε ξεκινήσει ως ένας απλός αυθέντης της ασήμαντης κωμόπολης Μπαζάρν (Bazarnes) στη Βουργουνδία της Γαλλίας, βρέθηκε όμως—μετά τον θάνατο του τροβαδούρου Κόνωνος της Βηθυνίας (Conon de Béthune)—να είναι μέλος της τριανδρίας στην Αντιβασιλεία της Λατινικής Αυτοκρατορίας της Κωνσταντινούπολης (1204-1261) σε διάφορες περιόδους μαζί με τον Γοδεφρείδο του Μερρύ (Geoffrοy de Merry) και τον Βυζαντινό Στρατηγό Θεόδωρο Βρανά, που ήταν πεθερός του Ναρζό, και το αξιοποίησε. 

Ο Ναρζό της Τουσύ είχε κρατήσει ουσιαστικά ο ίδιος το βραχύβιο Λατινικό Στέμμα απ’ τον Δεκέμβρη του 1219 μέχρι τον ερχομό του Ροβέρτου Α΄ του Κουρτεναί (Robert I de Courtenay, 1221-1228) γιου του Πέτρου του Κουρτεναί και της Γιολάνδας της Φλάνδρας· εκ νέου μεταξύ 1228-1231 κατά την ανηλικιότητα του Βαλδουίνου Β΄ του Κουρτεναί (Baudouin de Courtenay, 1228-1261, και in exilio 1261-1273) μικρότερου αδελφού του Ροβέρτου Α΄· και, τέλος, μόνος του, 1238-1239, κατά τη ζητεία του Βαλδουίνου Β΄ στη Δύση.

Ο προρρηθείς πεθερός του Ναρζό και παππούς της αγνώστου ονόματος νύφης του Γουλιέλμου Β΄ Βιλλεαρδουίνου της Αχαΐας, επίσης μέλος της Λατινικής Αντιβασιλείας, ο Βυζαντινός Στρατηγός Θεόδωρος Βρανάς, που ενίοτε τον βρίσκουμε και ως Θεόδωρο Κομνηνό Βρανά, δεν ήταν μήτε κι εκείνος κανείς τυχαίος: ήταν ο γ΄ σύζυγος της Βυζαντινής Αυτοκράτειρας Αγνής-Άννας Κομνηνής, η οποία ήταν η πριγκίπισσα Agnes της Γαλλίας, θυγατέρα του Γάλλου Βασιλιά Λουδοβίκου Ζ΄ (1137-1180) και της Αδελαΐδας ή Αλίκης της Καμπανίας (Adèle de Champagne, ή Adela de Bloix, ή Alix, ή Adelaide).

Ελθούσα σε ηλικία μόλις 8 ετών στη Βασιλίδα το 1179 για να παντρευτεί τον Αλέξιο Β΄ Κομνηνό (1180-1183)—μοναχογιό του Μανουήλ Α΄ Κομνηνού του Πορφυρογέννητου και της β΄ συζύγου του, Μαρίας της Αντιόχειας, που ήταν θυγατέρα του παμπόνηρου Ραϋμόνδου του Πουατιέ (Raymond de Poitiers, νυμφεύθηκε περίπου με τέχνασμα την Κωνσταντία της Αντιόχειας, θυγατέρα του προγόνου μου, Βοημούνδου Β΄ της Αντιόχειας και της Αλίκης της Ιερουσαλήμ και έτσι υφάρπαξε το πριγκιπικό στέμμα της Αντιόχειας iure uxoris, 1136-1149), και προγονή του β΄ συζύγου της Κωνσταντίας, του άλλου τυχοδιώκτη Ρεϋνάλδου της Σατιγιόν (Renaud de Châtillon, Πρίγκιπας της Αντιόχειας 1153-1160/1)—η γαλλίδα πριγκιποπούλα Αγνή μετονομάστηκε σε Άννα και, όταν χήρεψε, την νυμφεύθηκε ο Ανδρόνικος Α΄ Κομνηνός (1183-1185), γιος του Ισαάκιου Κομνηνού και της Ειρήνης απ’ τον Αρμενικό Οίκο των Βαγρατιδών, εγγονός του μεγάλου Ρωμαίου Αυτοκράτορα Αλεξίου Α΄ Κομνηνού (1081-1118). Αυτός ο Ανδρόνικος Κομνηνός δεν ήταν καθόλου ικανός αυτοκράτορας, αλλά τυραννικός και μισητός στον λαό και τους ευγενείς, και μάλιστα στα χρόνια του, στις 15 Αυγούστου του 1185, ο πρόγονός μου, Γουλιέλμος Β΄ ο Καλός, βασιλιάς της Σικελίας και Πρίγκιπας του Τάραντα, κυρίεψε την Θεσσαλονίκη με τον Νορμανδικό του στρατό. Η Νορμανδική προέλαση συνέχισε και απείλησε μέχρι και την Πόλη, εξέλιξη που επιτάχυνε την πτώση του Ανδρονίκου.

Ο Ανδρόνικος είχε, λοιπόν, νυμφευθεί τη δωδεκάχρονη χήρα-Αυτοκράτειρα Αγνή-Άννα προκειμένου να ενισχύσει το δικαίωμά του στον θρόνο των Ρωμαίων Καισάρων, μιας και είχε ανατρέψει τον ανεψιό του, Αλέξιο Β΄, όμως μήτε κι αυτός ο γάμος μακροημέρευσε, γιατί ο Ισαάκιος Β΄ Άγγελος (1185-1195) ανέτρεψε τον ίδιο, τον παρέδωσε στον όχλο, και στα χέρια του εξαγριωμένου πλήθους ο τύραννος βρήκε φριχτό θάνατο, διότι sic simper tyrannis. 

Έτσι, όμως, η δεκατετράχρονη δις χήρα Αυτοκράτειρα Αγνή-Άννα, που είχε στο μεταξύ ξεχάσει τα γαλλικά της μεγαλώνοντας στην Αυλή της Κωνσταντινούπολης, βρέθηκε πάλι μόνη μέχρ που ερωτεύθηκε τον ευσταλή Βυζαντινό στρατηλάτη Θεόδωρο Βρανά, τον οποίο παντρεύτηκε μάλλον το 1204, χρονιά της α΄ Άλωσης της Κωνσταντινούπολης κατά την Δ΄ Σταυροφορία. Οι Βυζαντινοί Αυτοκράτορες των προηγούμενων δεκαετιών, οι γιοι, οι ανηψιοί, κι εγγονοί τους, και λοιποί αριστοκράτες νυμφεύονταν συστηματικά λατίνες πριγκίπισσες είτε της Δύσης είτε των Σταυροφορικών κρατών των Αγίων Τόπων, ώστε όταν έπεσε η Κωνσταντινούπολη στους Λατίνους το 1204 και διαμελίστηκε η επικράτειά της, πολλοί Λατίνοι ευγενείς να μοιράζονται δικαιώματα με τους Βυζαντινούς άρχοντες μέσω επιγαμιών. Τεχνικά μιλώντας, στην Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία δεν ίσχυε η δυτική δυναστική αρχή και η αντίληψη περί οικογενειακού δικαιώματος στον Θρόνο, όμωςοι μόδες της Δύσης ειχαν γίνει μόδα καί στην Ανατολή, και άλλωστε όταν μια οικογένεια βρεθεί στην εξουσία γλυκαίνεται και δεν βλέπει λόγο να την απαρνηθεί.

Επιστρέφοντας στους Βιλλεαρδουίνους του Πριγκιπάτου της Αχαΐας, δεν γνωρίζουμε τ’ όνομα της νύφης του Γουλιέλμου Β΄, όμως η αδερφή της, η Μαργαρίτα, παντρεύτηκε το 1252 επίσης έναν Λατίνο της Αχαΐας, τον Ιταλό Λεονάρδο του Βέρολι (Leonardo da Veroli, πέθανε το 1281), καγκελάριο και ασηκρήτις (a secretis, ο εξ απορρήτων) του Γουλιέλμου Β΄. Μαζί με τον Πέτρο της Βω (Pierre de Vaux), o Λεονάρδος ήταν ένας απ’ τους μόλις δύο ανώτερους αξιωματούχους της Αχαΐας που δεν αιχμαλωτίστηκαν ή φονεύθηκαν στην αποφασιστική ήττα των Λατίνων στη Μάχη της Πελαγονίας (1259) απ’ τις δυνάμεις της Αυτοκρατορίας της Νικαίας (1204-1261). Ο Λεονάρδος ήταν μάλιστα εκείνος που επικύρωσε το 1267 τη Συνθήκη του Βιτέρμπο εκ μέρους του Γουλιέλμου, με την οποία αναγνωρίστηκε η επικυριαρχία του Καρόλου Α΄ Ανδεγαυού (Charles d’ Anjou, Βασιλιάς της Σικελίας 1266-1285) στο Πριγκιπάτο της Αχαΐας, συνθήκη που επισφραγίστηκε με τον αρραβώνα της Ισαβέλλας και του Φιλίππου, τέκνων των δύο ηγεμόνων αντίστοιχα. Όπως γίνεται φανερό από τους γάμους των θυγατέρων του Αντιβασιλέα Ναρζό της Τουσύ, η θνήσκουσα και πάντοτε σε ανάγκη χρημάτων και ιπποτών Λατινική Αυτοκρατορία της Κωνσταντινούπολης είχε θέσει ως υψηλή της προτεραιότητα τη διατήρηση των καλών σχέσεων και της στήριξης που έφτανε σ’ αυτήν απ’ το Πριγκιπάτο της Αχαΐας.

 

Το Στέμμα της Σικελίας, που απ’ τους προγόνους μου, Νορμανδούς Hauteville/Altavilla, είχε περάσει στους Γερμανούς Αυτοκράτορες Hohenstaufen, και από κείνους στους Ανδεγαυούς (1266), απευθείας κλάδο των Καπετών Βασιλέων της Γαλλίας, δεν θα έμενε για πολύ στα χέρια του Καρόλου Α΄ γιατί θα τον ανέτρεπε ο Σικελικός Εσπερινός της Κυριακής του Πάσχα, 30ής Μαρτίου 1282, όταν κατέφθασε στο νησί ο Πέτρος Γ΄ της Αραγονίας (1282-1285, iure uxoris Βασιλεύς της Σικελίας) με πολύ πιθανή την χρηματική και πρακτορική υποστήριξη του Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγου (Νίκαια 1259, Κωνσταντινούπολη 1261-1282) που ήταν μεγάλη αλεπού και απάλλαξε την Αυτοκρατορία απ’ την Ανδεγαυική απειλή. 

Εντούτοις, ακολούθησε μακρός αγώνας για τον έλεγχο του χαμένου βασιλείου και οι Ανδεγαυοί δεν το έβαλαν κάτω, επιθυμώντας να επανέλθουν στα δικαιώματά τους στην τέως Βυζαντινή και νυν Λατινική Δυτική Ελλάδα, κυρίως μέσα απ’ το Πριγκιπάτο της Αχαΐας που κατά τα χρόνια του Γουλιέλμου Β΄ είχε αρχικά γνωρίσει την ακμή της επιρροής του. 

Πράγματι, ο Γουλιέλμος είχε κατακτήσει όλον τον Μορέα (ιδρύοντας μάλιστα και τον Μυστρά), την Μονεμβασιά (1249), και τη Μάνη, άσκησε δε επικυριαρχία πάνω στο Βενετσιάνικο Δουκάτο του Αρχιπελάγους και σ’ άλλα νησιά του Αιγαίου, στο Δουκάτο των Αθηνών, στη Λομβαρδική Τριαρχία της Ευβοίας, και δια του γάμου του με την Άννα Κομνηνή Δούκαινα, θυγατέρα του Δεσπότη Μιχαήλ Β΄ Δούκα Κομνηνού της Ηπείρου (1230-1266/8), είχε εξασφαλίσει τη συμμαχία της Ηπείρου εναντίον της Αυτοκρατορίας της Νικαίας—έτσι νόμιζε, τουλάχιστον.

Στην κρίσιμη Μάχη της Πελαγονίας, όμως, τα συμμαχικά στρατεύματα του Δεσποτάτου της Ηπείρου τον εγκατέλειψαν, και αφού έχασε τους τετρακόσιους ιππότες του και τους ακολούθους τους, ο Πρίγκιπας Γουλιέλμος συνελήφθη απ’ τους Βυζαντινούς κρυπτόμενος σ’ έναν αχυρώνα, ή μάλλον, σε μέσα σ’ έναν σωρό από άχυρα, και μεταφέρθηκε αιχμάλωτος στη Νίκαια, όπου παρέμεινε όμηρος μέχρι να δοθούν τα λύτρα, μεταξύ των οποίων ήταν και η παραχώρηση στους Βυζαντινούς του Μυστρά, της Μονεμβασιάς, και του κάστρου της Grande Maigne στη Μάνη.

Μετά την ήττα στην Πελαγονία και την αιχμαλωσία στη Νίκαια, η ισχύς και η επιρροή του Γουλιέλμου είχε εξανεμιστεί, αντιθέτως ανερχόταν η ισχύς του Δουκάτου των Αθηνών, ενώ στο μεταξύ, το 1261, ο Βαλδουΐνος Β΄ της Κωνσταντινούπολης είχε απολέσει τη Λατινική Αυτοκρατορία, όταν ο Αλέξιος Στρατηγόπουλος εισήλθε στη Βασιλίδα με το μικρό απόσπασμα που τον συνόδευε, κα την παρέδωσε στον Αυτοκράτορα Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγος της Νικαίας. Αυτός επανέφερε την έδρα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας πίσω στην Κωνσταντινούπολη, που βέβαια ήταν ήδη σκιά του εαυτού της, έχοντας υποστεί λεηλασίες έξι δεκαετιών από τους Δυτικούς, αλλά χαιρετίστηκε ως ανακαινιστής του Ρωμαϊκού imperium και ως νέος Κωνσταντίνος ο Μέγας. 

Σύντομα, το 1266, ο Κάρολος Α΄ Ανδεγαυός ανέτρεψε και σκότωσε τον Μανφρέδο Χόχενστάουφεν της Σικελίας, και νυμφευόμενος την πριγκίπισσα Κωνσταντία ανέλαβε το στέμμα iure uxoris. O Μανφρέδος ήταν ο τελευταίος σύμμαχος και φεουδαλικός επικυρίαρχος του Γουλιέλμου, και με την υπογραφή της Συνθήκης του Βιτέρμπο (1267) που ακολούθησε, το Πριγκιπάτο της Αχαΐας συμφωνήθηκε να περάσει στην επικυριαρχία του Ανδεγαυικού Βασιλείου της Σικελίας μετά τον θάνατο του Γουλιέλμου, που τον βρήκε το 1278 δίχως άρρενα διάδοχο. 

Αρχικά, οι Ανδεγαυοί σκόπευαν να επιτρέψουν στην Ισαβέλλα, πρωτότοκη θυγατέρα του Γουλιέλμου, και στον σύζυγό της, πρίγκιπα Φιλίππο Ανδεγαυό της Σικελίας, να κυβερνήσουν την Αχαΐα, όμως ο Φίλιππος απεβίωσε νωρίτερα του πατέρα του, Καρόλου Α΄, κι έτσι ο τελευταίος κατέστησε το Πριγκιπάτο επαρχία του Βασιλείου της Νάπολης, το οποίο είχε εμπιστευθεί στον γιο του Κάρολο Β΄ τον Χωλό απ’ το 1285 έως το 1289. Μετά το 1289, οι Ανδεγαυοί επέτρεψαν ξανά στην Ισαβέλλα και στα τέκνα της να κυβερνούν το Πριγκιπάτο, πάντοτε ως φεουδαλικά υποτελές στους ίδιους.

Τον Φεβρουάριο του 1301, η Ισαβέλλα παντρεύτηκε στη Ρώμη με την ευλογία του Πάπα τον Φίλιππο του Πεδεμοντίου (1282-1334) γνωστό και ως Φίλιππο της Σαβοΐας, γιο του Θωμά Γ΄ του Πεδεμοντίου και διεκδικητή του στέμματος της Σαβοΐας. Ο Φίλιππος του Πεδεμοντίου κυβέρνησε στο πλευρό της Ισαβέλλας το Πριγκιπάτο της Αχαΐας ώς το 1307, όμως οι υποτελείς του βαρόνοι και Βυζαντινοί άρχοντες του Μορέα στασίασαν ήδη απ’ το 1302 με αφορμή την αυταρχική του συμπεριφορά και γενικότερη ανικανότητα και κακοδιαχείριση, στους οποίους υποχρεώθηκε να παραχωρήσει τη συγκρότηση ενός είδους βουλετηρίου, το 1304, κατά τα δυτικά πρότυπα των βουλευτηρίων των βαρόνων ενός δυνάστη.

Το 1307, ο Ανδεγαυός Βασιλιάς Κάρολος Β΄ ο Χωλός της Νάπολης (1285-1309) αφαίρεσε για λόγους φεουδαλικής απείθειας το Πριγκιπάτο απ’ το τέως πριγκιπικό ζεύγος, και το απέδωσε στον γιο του, Πρίγκιπα Φίλιππο Α΄ του Τάραντα, τιτουλάριο Λατίνο Αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης (ως Φίλιππος Β΄). Αυτός επισκέφτηκε άπαξ την Αχαΐα, απέτυχε σε μιαν εκστρατεία του εναντίον του Δεσποτάτου της Ηπείρου, και αναχωρώντας παρέδωσε την προσωρινή διοίκησή του στον Γουίδο Β΄ του Δουκάτου των Αθηνών (Guy II de la Roche, Δούκας των Αθηνών 1287-1308), τον οποίον νύμφευσε με τη Ματθίλδη των Βιλλεαρδουίνων, θυγατέρα της Ισαβέλλας απ’ τον πρώτο γάμο της με τον Φλωρέντιο του Ενό (Florent d’ Hainaut) που έτσι έγινε Φλωρέντιος της Αχαΐας. Οι δε Ισαβέλλα και Φίλιππος του Πεδεμοντίου παραιτήθηκαν των δικαιωμάτων τους, ανταλλάσσοντάς τα με την Κομητεία της Άλμπας.

Όταν πέθανε η Ισαβέλλα, το 1312, η μικρότερη αδελφή της, η Μαργαρίτα, διεκδίκησε το Πριγκιπάτο ή έστω μέρος αυτού προβάλλουσα τη διαθήκη του πατέρα της, Γουλιέλμου Β΄ Βιλλεαρδουίνου, το περιεχόμενο της οποίας προσέκρουε, όμως, στους όρους της Συνθήκης του Βιτέρμπο. Εάν σας φάνηκε ήδη μπερδεμένη η υπόθεση, το κουβάρι της μπλέκεται ακόμα περισσότερο. Οι Ανδεγαυοί της Νάπολης είχαν στο μεταξύ κανονίσει τον γάμο της μεγαλύτερης θυγατέρας της Ισαβέλλας, Ματθίλδης που είχε στο μεταξύ χηρέψει—γιατί οι άνθρωποι δεν ζούσαν πολύ τον Μεσαίωνα—με τον Λουδοβίκο της Βουργουνδίας, τιτουλάριο Λατίνο Αυτοκράτορα της Θεσσαλονίκης, και με τον γάμο το 1313 μεταφέρθηκαν σ’ αυτόν τα δικαιώματα του Στέμματος της Αχαΐας. Στην ανήλικη ακόμα Ματθίλδη του Ενό, που ήταν και τέως μνηστή του Πρίγκιπα Καρόλου, γιου του Φιλίππου του Τάραντα, παραχώρησε τα δικά του δικαιώματα επί της Αχαΐας ο Φίλιππος.

Απ’ την πλευρά της, η Μαργαρίτα των Βιλλεαρδουίνων τέλεσε στη Μεσσήνη της Αραγονέζικης πλέον Σικελίας τον Φεβρουάριο του 1314 τον πολύκροτο γάμο της δικής της μονάκριβης θυγατέρας, Ισαβέλλας του Σαμπράν, με τον ινφάντη Φερδινάνδο, τρίτο και ακτήμονα γιο του Βασιλέα Ιακώβου Β΄της Μαγιόρκας, που ήταν μέλος του Οίκου της Αραγονίας και έτσι αντίπαλος των Ανδεγαυών ήδη απ’ τα χρόνια του Σικελικού Εσπερινού που τους είχε στερήσει το Στέμμα της Σικελίας, καθώς εκείνο είχε περάσει, όπως είπα, στα χέρια του Πέτρου της Αραγονίας, Αραγονέζους που ο Φίλιππος Β΄ ο Χωλός της Νάπολης είχε αποτύχει με σειρά αγώνων να διώξει. Με την τέλεση του γάμου, η Μαργαρίτα μετέδωσε στους νεόνυμφους τα δικά της δικαιώματα, και επέστρεψε στην Αχαΐα, όπου όμως συνελήφθη απ’ τον bailli των Ανδεγαυών, δηλαδή τον στρατιωτικό τοποτηρητή τους, Νικόλαο τον Μαυριτανό (Nicholas le Maure), Γάλλο ιππότη στην υπηρεσία των Ανδεγαυών και αυθέντη του Αγίου Σώστη της Κυπαρισσίας (Seigneur de Saint-Sauveur), και φυλακίστηκε στο κάστρο του Χλεμουτσίου, όπου και πέθανε τον Μάρτιο του 1315.

Στα τέλη του Ιουνίου του 1315, ο Φερδινάνδος κατέφθασε στην Αχαΐα κοντά στον οχυρό λιμένα της Γλαρέντζας, τον όρκο πίστης της οποίας είχε λάβει παλαιότερα ο Φίλιππος του Τάραντα. Σχετικά εύκολα ο νεαρός πρίγκιπας της Μαγιόρκας την κατέλαβε, και μέσα στις επόμενες βδομάδες απέκτησε τον έλεγχο της Ηλίδας και στις 17 του Αυγούστου της ίδιας της Ανδραβίδας, που ήταν η πρωτεύουσα του Πριγκιπάτου, αποσπώντας συνάμα τους όρκους πίστης διαφόρων αρχόντων, μεταξύ των οποίων και ο Νικόλαος ο Μαυριτανός, στα χέρια του οποίου είχε πεθάνει η πεθερά του Φερδινάνδου.

Η δράση του σφετεριστή Φερδινάνδου, κίνησε τον Λουδοβίκο που πέρασε πρώτα απ’τη Βενετία προκειμένου να εξασφαλίσει είτε βοήθεια είτε την ευμενή της ουδετερότητα στη διαμάχη που είχε ξεσπάσει, αλλά κυρίως το πρώτο. Παράλληλα, η Ματθίλδη κατέφθασε στην Αχαΐα, στο Port-de-Jonc, με χίλιους Βουργουνδούς πολεμιστές, όπου την υποδέχτηκαν διάφοροι αυθέντες που της ορκίστηκαν πίστη, όπως ο Κόμης της Κεφαλλονιάς Ιωάννης Α΄ Ορσίνι, ο Βαρόνος της Χαλανδρίτσας Νικόλαος της Ντραμελαί (Nicholas de Dramelay, κώμη στη Franche-Comté της ανατολικής Γαλλίας), και ο ανανήψας Νικόλαος ο Μαυριτανός, πατώντας τους πρότερους όρκους τους στον Φερδινάνδο.

Σε αντίποινα, ο τελευταίος κυρίεψε την Χαλανδρίτσα, αλλ’ απέτυχε ν’ αλώσει την Πάτρα, που υπερασπίστηκε ο Λατίνος Αρχιεπίσκοπος Ρενιέ, και υπέστη πανωλεθρία στη Μάχη του Πικοτέν (22 Φεβρουαρίου 1316), τοποθεσία εκείνων των χρόνων κοντά στην Παλαιόπολη της Ηλίδος.

Περίπου τότε κατέφθασε και ο Λουδοβίκος στον Μορέα, με την κυρίως δύναμή του, που όμως απέτυχε να κυριέψει το κάστρο της Χαλανδρίτσας, όπου ο Φερδινάνδος είχε αφήσει μια φρουρά 1500 Καταλανών, της γνωστής μισθοφορικής Καταλανικής Εταιρείας, η οποία είχε εγκαταλείψει απλήρωτη την υπηρεσία του Βυζαντινού Αυτοκράτορα Ανδόνικου Β΄ Παλαιολόγου (1282-1328) και κατεβαίνοντας στην Ελλάδα είχε κυριέψει και κυβερνούσε πλέον το Δουκάτο των Αθηνών.

Ο Λουδοβίκος δεν πτοήθηκε και κατευθύνθηκε στην Πάτρα, δεχόμενος ενισχύσεις απ’ τον Βυζαντινό διοικητή του Μυστρά, Μιχαήλ Καντακουζηνό. Απ’ την πλευρά του, ο Φερδινάνδος προσδοκούσε να λάβει ενισχύσεις απ’ τους Καταλανούς του Δουκάτου των Αθηνών και νέες δυνάμεις απ’ τη Μαγιόρκα. Η συνετή κίνηση θα ήταν να υποχωρήσει στο οχυρό της Γλαρέντζας αναμένοντας τις από θαλάσσης ερχόμενες ενισχύσεις, όμως αποφάσισε παρά τις απώλειές του ν’ αντιπαρατεθεί με τις δυνάμεις του Λουδοβίκου και της Ματθίλδης στο πεδίο της μάχης.

Η σύγκρουση των ιπποτών και των πριγκίπων έλαβε χώρα στις 5 Ιουλίου του 1316, στη Μανωλάδα της Ηλίδος. Αρχικά, οι δυνάμεις του Φερδινάνδου έσπασαν την πρώτη γραμμή των Βουργουνδών που διοικούσε ο Κόμης Ιωάννης Ορσίνι της Κεφαλλονιάς, σταμάτησαν όμως πάνω στη δεύτερη γραμμή, που διοικούσε ο ίδιος ο Λουδοβίκος. Ο Φερδινάνδος έπεσε κατά την επέλαση απ’ τ’ άλογό του και ποδοπατήθηκε προτού συλληφθεί αιχμάλωτος. Οι δυνάμεις του σκόρπισαν και πολλοί βρήκαν καταφύγιο στη Γλαρέντζα. Ο Λουδοβίκος έβαλε να βρουν το πτώμα του ανταπαιτητή, το αποκεφάλισε, και ύψωσε παλουκωμένο το κεφάλι του την επόμενη μέρα μπροστά στα τείχη της Γλαρέντζας. Οι Καταλανοί των Αθηνών πληροφορήθηκαν τα νέα της ήττας καθ’ οδόν και επέστρεψαν στη βάση τους, ενώ στρατεύματα απ’ τη Μαγιόρκα που αφίχθησαν στη Γλαρέντζα δέκα μέρες αργότερα σκέφτηκαν αρχικά να κρατήσουν την πόλη στ’ όνομα του ανήλικου διαδόχου του Φερδινάνδου, Ιακώβου, όμως τελικά την παρέδωσαν στον Λουδοβίκο έπειτα από δωροδοκία.

Ο νικητής δεν χάρηκε τον θρίαμβό του, καθώς πέθανε και ο ίδιος τέσσερις βδομάδες αργότερα από δηλητήριο, αφήνοντας πίσω του την 23χρονη δις χήρα του, Ματθίλδη να κυβερνήσει ένα Πριγκιπάτο υπό διάλυση. Πολύ σύντομα, η Ματθίλδη απώλεσε τον έλεγχο, το 1318, και τότε, ο Ανδεγαυός Δούκας Ιωάννης του Δυρραχίου, Κόμης της Γκραβίνας και αυτοαποκαλούμενος Βασιλιάς της Αλβανίας, την απήγαγε, και την υποχρέωσε να τον παντρευτεί. Απ’ τον γάμο τους δεν προέκυψαν τέκνα, και έτσι ο Ιωάννης την απέπεμψε ακυρώνοντας τον γάμο τους, το 1321. Η Ματθίλδη παντρεύτηκε αργότερα, τριτοτέταρτη φορά, τον Ούγο της Παλίς (Hugh de la Palice), και απεσύρθη στην Αβέρσα της ιταλικής Καμπανίας, περίπου 25 χλμ βόρεια της Νάπολης, όπου και πέθανε το 1331.

Συμπέρασμα: εάν τα γεγονότα του α΄ εξαμήνου του 2015 γίναν ταινία—for God’s sake—δεν εκτιμάτε πως όλα τα παραπάνω θα μπορούσαν να γυριστούν ως ωραιότατο σήριαλ του HBO μετά το Game of Thrones, στην εξωτική Μανωλάδα Ηλείας;