Το Εμπάργκο ως Όχημα Προπαγάνδας

Γράφτηκε στις .

* Του Κωνσταντίνου Σακάρα.

Στις 25/07/2018, λίγα εικοσιτετράωρα μετά την Εθνική Τραγωδία στο Μάτι με τον πρωτοφανή αριθμό νεκρών και ενώ θλίψη είχε πλημμυρίσει κάθε γωνιά της χώρας, το γραφείο Τύπου ΣΥΡΙΖΑ ανακοινώνει την απόφαση του κόμματος να επιβάλει εμπάργκο στην τηλεόραση και το ραδιόφωνο του ΣΚΑΪ.

Λίγες ώρες αργότερα ακολουθεί ένα tweet του συγκυβερνήτη Καμμένου που επικροτούσε την απόφαση και μιλούσε για «ΣΤΑΥΛΟ ΤΟΥ ΣΚΑΪ», επεκτείνοντας το εμπάργκο και στους ΑΝΕΛ, με αποτέλεσμα να μείνει χωρίς εκπροσώπηση η κυβέρνηση στις εκπομπές του καναλιού.

Αφορμή δεν είχε σταθεί κάποιου είδους ακραία κριτική στην κυβέρνηση για την καταστροφή που είχε συγκλονίσει τους πάντες. Απλώς, είχε προηγηθεί ένα ρεπορτάζ που αποκάλυπτε ότι ο πρωθυπουργός σκόπευε να αποπέμψει τους αρχηγούς της Αστυνομίας και της Πυροσβεστικής και μία ανακοίνωση – διάψευση του γραφείου του πρωθυπουργού κατά του σταθμού. Για την ιστορία, το ρεπορτάζ λίγες ημέρες μετά επιβεβαιώθηκε πανηγυρικά. Το εμπάργκο ωστόσο παρέμεινε. Τα στελέχη δε της κυβέρνησης έκτοτε αρκούνται να επαναλαμβάνουν, με τον ίδιο μονότονο τρόπο, ότι ο «ΣΚΑΪ αποτελεί εργοστάσιο παραγωγής ψευδών ειδήσεων», προσπαθώντας να δικαιολογήσουν τα αδικαιολόγητα, παρά την επιβεβαίωση του ρεπορτάζ που στάθηκε η αφορμή αλλά όχι η αιτία της κίνησης αυτής.

Από την επιβολή του εμπάργκο, έως και σήμερα, εκτυλίσσεται, όλο και πιο αραιά, αφού με τον καιρό εμπεδώνεται αυτό το ιδιότυπο status quo, το φαινόμενο οι δημοσιογράφοι του καναλιού να αναφέρονται στο εμπάργκο και να ακολουθεί μία επωδός του τύπου «πόσο κρίμα που δεν υπάρχει κάποιος εκπρόσωπος του ΣΥΡΙΖΑ και των ΑΝΕΛ να τοποθετηθεί» στα εκάστοτε ζητήματα επικαιρότητας, τονίζοντας συχνά πυκνά ότι απευθύνονται προσκλήσεις στα στελέχη των δύο κομμάτων, οι οποίες απορρίπτονται.

Εντούτοις, το παραπάνω φαινόμενο δεν είναι το πιο ενδιαφέρον.

Αναμενόμενο είναι οι δημοσιογράφοι του σταθμού να επιθυμούν να δείξουν ότι τηρούν τη δεοντολογία και πως η αποκλειστική ευθύνη για αυτό που συμβαίνει ανήκει στη κυβέρνηση. Το πραγματικά εντυπωσιακό είναι το ότι -ήδη- από τις πρώτες ημέρες επιβολής του εμπάργκο, στα πάνελ των ενημερωτικών εκπομπών πύκνωσαν οι παρουσίες δημοσιογράφων και σχολιαστών των εφημερίδων «ΑΥΓΗ» (επίσημο κομματικό όργανο του ΣΥΡΙΖΑ) και «Εφημερίδα των Συντακτών» (φίλα προσκείμενη στη κυβέρνηση εφημερίδα).

Όταν μιλάω για πυκνότητα στην παρουσία των δημοσιογράφων των εντύπων αυτών δεν αναφέρομαι στην πολύ συχνή πρακτική όλων των καναλιών, τα οποία παρά τ' ότι φιλοξενούν στις εκπομπές τους κομματικά στελέχη επιλέγουν να προσκαλούν και ως «καθρέπτη» δύο δημοσιογράφους, εκ των οποίων ένας να εργάζεται σε μέσο που στηρίζει άμεσα (ΑΥΓΗ) ή έμμεσα (ΕφΣυν) την κυβέρνηση και ενός άλλου που είναι σχετικά γνωστός για την οξεία κριτική που ασκεί στους ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ. Είναι σαφές και στον πιο αδαή περί των τηλεοπτικών ότι η συγκρότηση ενός πάνελ με αυτή την σύνθεση θα φέρει έντονους διαλόγους, ενίοτε καυγάδες, και αυτά με τη σειρά τους θα φέρουν «καλά» νούμερα για το κανάλι, ανεξάρτητα αν ο τηλεθεατής έβγαλε κάποιο συμπέρασμα από την κοκορομαχία. Στον βωμό δε της προσδοκώμενης υψηλής τηλεθέασης, δεν χωρά και δεν ανοίγει καν η συζήτηση αν είναι δικαιολογημένη η παρουσία εκπροσώπων εντύπων με κυκλοφορίες που με δυσκολία φτάνουν σε τετραψήφιο αριθμό, όπως η ΑΥΓΗ και η απουσία δημοσιογράφων από έντυπα με πολλαπλάσιες κυκλοφορίες, αφού αν τηρείτο κάποιο κριτήριο «αποδοχής από το κοινό», οι εν λόγω δημοσιογράφοι / υποστηρικτές της κυβέρνησης δεν θα καλούνταν με τη συχνότητα που αυτό συμβαίνει.

Ωστόσο, στην περίπτωση του ΣΚΑΪ εγκαινιάστηκε, μετά την επιβολή του εμπάργκο, μία καινοφανής πρακτική. Οι υπεύθυνοι του καναλιού, ίσως στην προσπάθειά τους να δείξουν ότι εξασφαλίζεται μία κάποιου είδους πολυφωνία, άρχισαν να διαμορφώνουν τις συνθέσεις των πάνελ με έναν εξαιρετικά πρωτότυπο τρόπο. Όταν καλεσμένοι είναι εκπρόσωποι της ΝΔ, του ΠΑΣΟΚ ή άλλου κόμματος της ελάσσονος αντιπολίτευσης, τότε και κάποιος δημοσιογράφος – σχολιαστής από την ΑΥΓΗ ή την Εφημερίδα των Συντακτών είναι παρών.

Στην πραγματικότητα, τη θέση των εκπροσώπων του ΣΥΡΙΖΑ και των ΑΝΕΛ άτυπα κρατούν, οι συγκεκριμένοι δημοσιογράφοι.

Θα ρωτήσει κανείς: Είναι αυτό κάτι κακό; Δεν αξίζουν συγχαρητήρια στον ΣΚΑΪ, ο οποίος, καίτοι βάλλεται από το Μέγαρο Μαξίμου, δίνει βήμα σε δημοσιογράφους που στην καλύτερη περίπτωση βλέπουν με συμπάθεια τη διακυβέρνηση Τσίπρα – Καμμένου και στη χειρότερη περίπτωση υπερασπίζονται το κυβερνητικό έργο καλύτερα από το σύνολο σχεδόν των βουλευτών της κυβέρνησης;

Πιθανόν να άξιζαν συγχαρητήρια στον σταθμό για τη στάση που υιοθέτησε, αν η επιλογή των υπευθύνων του δεν είχε αποδειχθεί, στην πράξη, έστω κι άθελά τους, ένα ακόμα εργαλείο για την εξυπηρέτηση του μηχανισμού προπαγάνδας της κυβέρνησης. Μετά την πλήρη «συριζοποίηση» του ενημερωτικού προγράμματος της ΕΡΤ, με αλήστου μνήμης περιστατικά, όπως το να κατονομάζεται ως φασίστας ο Αρχηγός της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης, ο ΣΥΡΙΖΑ έκανε ένα ακόμα επικοινωνιακό «ρουά ματ», εκμεταλλευόμενος τη διάθεση του ΣΚΑΪ να αφήσει ελεύθερη την έκφραση των κυβερνητικών θέσεων μέσω συμπαθούντων (sic) δημοσιογράφων κομματικών οργάνων ή εντύπων που με συνέπεια στηρίζουν το Μαξίμου.

Οι «αντικαταστάτες» των βουλευτών των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ στα πάνελ του ΣΚΑΪ προσέρχονται στις συζητήσεις, υποτίθεται, με την δημοσιογραφική ρομφαία ανά χείρας. Εκφράζουν με μαεστρία τη θέση της κυβέρνησης, έχοντας αποστηθίσει τα non papers των Τζανακόπουλου – Καρανίκα και επιτίθενται, πολιτικά, στα στελέχη της αντιπολίτευσης με σφοδρότητα που το 95% των βουλευτών της συγκυβέρνησης θα ζήλευαν.

Όταν έρχεται η στιγμή που οι (αντίπαλοι) πολιτικοί τοποθετούνται και επιχειρούν να απαντήσουν στον δημοσιογράφο, στο ύφος και τον τόνο με τον οποίο αντιμετωπίστηκαν, βρίσκονται σε μία πρωτόγνωρη θέση. Είτε ο ίδιος ο «αντικαταστάτης» είτε η παρουσιάστρια ή ο παρουσιαστής της εκπομπής επισημαίνουν στον εκπρόσωπο της αντιπολίτευσης, άλλοτε ευγενικά και άλλοτε αυστηρά, ότι ο δημοσιογράφος «είναι δημοσιογράφος και όχι στέλεχος του ΣΥΡΙΖΑ», καλώντας τον, σχεδόν επιτακτικά, να αλλάξει το ύφος, τον τόνο ή/και το περιεχόμενο της τοποθέτησής του. Οποιαδήποτε απόπειρα του αντιπολιτευόμενου στελέχους να εξηγήσει τα αυτονόητα αποδεικνύεται μάταια. Αν επιχειρήσει κιόλας να απευθύνει ερώτηση για κάποια κυβερνητική πρακτική, θέση, παράλειψη, διαψευσμένη εξαγγελία,  στον «αντικαταστάτη», εισπράττει και πάλι, ακόμη εντονότερα, την ίδια αντίδραση από τους οικοδεσπότες, και φυσικά οι «αντικαταστάτες», οι οποίοι όχι μόνον δεν απαντούν, αφού δεν είναι «κυβερνητικά στελέχη», όπως τονίζουν με ύφος, αλλά επανέρχονται με ερώτηση, συνήθως ειρωνική ή δεικτική.

Το αποτέλεσμα; Οι κυβερνητικές θέσεις αναπαράγονται μέσω του -ίσως- σημαντικότερου ενημερωτικού τηλεοπτικού σταθμού της χώρας με συνέπεια και ακρίβεια μαθητή που παπαγαλίζει, αλλά οι εκπρόσωποι της κυβέρνησης δεν εγκαλούνται για το οτιδήποτε. Είναι «δημοσιογράφοι» και δεν θα κάτσουν να απολογηθούν για τα κακώς κείμενα, τα οποία όμως ευθέως αμφισβητούν, όπως επιτάσσει το αόρατο σκονάκι που τους έχει δοθεί. Θρίαμβος για το Μαξίμου και την Κουμουνδούρου. Το εμπάργκο, από ρίσκο έκθεσης σε αναπάντητες πολιτικές επιθέσεις, εξελίχθηκε σε ένα ακόμη όπλο στην επικοινωνιακή φαρέτρα, στην προπαγάνδα του Μαξίμου.

Δεν έχει καμία απολύτως σημασία αν η μορφή αυτή έκφρασης προπαγάνδας είναι αποτελεσματική... Αν «περνάει στον κόσμο». Προκαλεί θλίψη σαν πρακτική, όταν μετατρέπεται ένα ηθελημένο «μειονέκτημα», που προκλήθηκε τουλάχιστον αδικαιολόγητα, σε όργανο υπηρέτησης της κυβερνητικής προπαγάνδας, με την ανοχή ενός σταθμού (στο όνομα της πάντοτε θεμιτής και σεβαστής δεοντολογίας) που έχει διασυρθεί από την σημερινή κυβέρνηση με πρωτοφανείς τοποθετήσεις.

Είναι μία ακόμα τραγωδία για τη Δημοκρατία μας, ένα κόμμα που αντιδημοκρατικά και αναίτια μποϋκοτάρει ένα μέσο ενημέρωσης, να βρίσκεται σε θέση ευνοϊκότερη από εκείνη στην οποία βρισκόταν, ως προς την προβολή των θέσεών του, πριν να επιβάλει το εμπάργκο, προπαγανδίζοντας τις θέσεις του χωρίς να υπόκειται στη βάσανο του δημοσίου διαλόγου.

Είναι φθηνό ένα εμπάργκο να μετατρέπεται σε όχημα προπαγάνδας.

Υ.γ. Για όποιον ενδιαφέρεται για το θέμα και δεν έχει παρατηρήσει το φαινόμενο αυτό, το youtube και το αρχείο εκπομπών του σταθμού στην ιστοσελίδα του βρίθει δεκάδων παραδειγμάτων που αποδεικνύουν την αλήθεια των παραπάνω.

* Ο Κωνσταντίνος Σακάρας είναι Δικηγόρος Αθηνών, απόφοιτος της Νομικής Σχολής του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και του ALBA (MSc in Business for Lawyers).