Σε ύφεση το 2023 η γερμανική οικονομία

Επειτα από έναν καταιγισμό προειδοποιήσεων από οικονομικά ινστιτούτα και διεθνείς οργανισμούς, τώρα έρχεται να προσθέσει τη δυσοίωνη εκτίμησή του για τη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης το ίδιο το Βερολίνο. Επικαλούμενη τα προκαταρκτικά στοιχεία που έχει στα χέρια της, η γερμανική κυβέρνηση προβλέπει πλέον ότι η οικονομία της Γερμανίας θα διολισθήσει σε ύφεση το επόμενο έτος, με το ΑΕΠ της να συρρικνώνεται κατά 0,4% εξαιτίας της ενεργειακής κρίσης, του πληθωρισμού αλλά και του εμφράγματος στην εφοδιαστική αλυσίδα.

Ηδη έχει αναθεωρήσει προς τα κάτω την πρόβλεψή της για την ανάπτυξη το 2022 στο 1,4% από το 2,2% που ήταν η προηγούμενη εκτίμησή της τον Απρίλιο. Σημειωτέον δε ότι η προηγούμενη εκτίμησή της για το επόμενο έτος μιλούσε για ανάπτυξη 2,3%. Σε ό,τι αφορά την πληγή του πληθωρισμού, το Βερολίνο προβλέπει πως θα παραμείνει σε υψηλά επίπεδα φθάνοντας στο 7,9% φέτος και στο 8% το επόμενο έτος.

Ερωτώμενος σχετικά ο υπουργός Οικονομικών, Ρόμπερτ Χάμπεκ, απέφυγε να απαντήσει και τόνισε ότι τα επίσημα στοιχεία θα δοθούν στη δημοσιότητα την επόμενη εβδομάδα. Λίγες ώρες νωρίτερα είχαν, πάντως, δοθεί στη δημοσιότητα στοιχεία που φέρουν τις παραγγελίες των γερμανικών βιομηχανιών να σημειώνουν τον Αύγουστο τη μεγαλύτερη πτώση των τελευταίων πέντε μηνών. Οι νέες παραγγελίες μειώθηκαν κατά 2,4% σε σύγκριση με τον Ιούλιο, ενώ σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του περασμένου έτους μειώθηκαν κατά 4,1%. Οι αριθμοί αυτοί επιβεβαιώνουν την εικόνα μιας ραγδαίας συρρίκνωσης της γερμανικής οικονομίας που δέχεται καίριο πλήγμα από τον πόλεμο στην Ουκρανία και την επιλογή της Ρωσίας να χρησιμοποιήσει τους ενεργειακούς της πόρους ως όπλο. Η Γερμανία ήταν ο κυριότερος προορισμός των εξαγωγών ρωσικού φυσικού αερίου πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία. Σχολιάζοντας σχετικά ο Γεργκ Κράμερ, οικονομολόγος της Commerzbank, υπογράμμισε πως «πολλές επιχειρήσεις περιορίζουν τις παραγγελίες τους επειδή η ενέργεια είναι τόσο ακριβή και η λειτουργία τους δεν είναι πλέον προσοδοφόρα». Η μείωση των παραγγελιών αντανακλά, πάντως, και τη γενικότερα δυσοίωνη κατάσταση στην ευρύτερη Ευρωζώνη, όπου οι παραγγελίες μειώθηκαν κατά 3,8% σε σύγκριση με τα επίπεδα του Ιουλίου. Οπως, πάντως, επισήμαναν αναλυτές, έχουν αναθεωρηθεί προς τα πάνω τα στοιχεία του Ιουλίου και καταδεικνύουν αύξηση των παραγγελιών κατά 1,9% και όχι πτώση 1,1% όπως είχε αναφερθεί αρχικά.

Είναι, πάντως, ορατά τα σύννεφα πάνω από τη μεγαλύτερη ευρωπαϊκή οικονομία και τα έχουν εντοπίσει οικονομολόγοι των μεγαλύτερων ινστιτούτων της χώρας από την αρχή του καλοκαιριού. Σχολιάζοντας στοιχεία του νέου οικονομικού βαρόμετρου που έδωσε στη δημοσιότητα το Ινστιτούτο Οικονομικών Ερευνών DIW προ δύο εβδομάδων, ο Γκίντο Μπάλντι υπογραμμίζει πως «ο ρωσικός πόλεμος στην Ουκρανία και οι εκτεταμένες συνέπειές του είναι πιθανόν να οδηγήσουν σε απώλεια ανάπτυξης της χώρας το 2022 και το 2023 συνολικά περίπου κατά 5% του ΑΕΠ». Ο Μαρσέλ Φράτσερ, πρόεδρος του Ινστιτούτου DIW, εξηγεί πως «ο υψηλός πληθωρισμός μειώνει τη διάθεση των καταναλωτών για αγορές, με αποτέλεσμα οι εταιρείες να έχουν λιγότερα κεφάλαια να διαθέσουν για επενδύσεις». Ο ίδιος εκτιμά πως «αυτή η κατάσταση θα μπορούσε να θέσει σε κίνηση μια καθοδική πορεία ασθενών οικονομικών επιδόσεων για ένα ή δύο χρόνια». Εξάλλου οι αυξήσεις των τιμών της ενέργειας επιβαρύνουν τις επιχειρήσεις και ήδη πολλές έχουν διακόψει την παραγωγή ορισμένων αγαθών που δεν είναι πλέον προσοδοφόρα. Σε όλα αυτά προστίθεται το πρόβλημα της παγκόσμιας αλυσίδας εφοδιασμού, που έχει διαταραχθεί μετά την κρίση της πανδημίας.

Παράλληλα ο Κάρστεν Μπρέτσκι, επικεφαλής της ομάδας οικονομολόγων στην ING, έχει προειδοποιήσει πως ο πόλεμος στην Ουκρανία έχει εξαφανίσει και τις τελευταίες ελπίδες για ανάκαμψη της γερμανικής οικονομίας μετά τα δύσκολα χρόνια της πανδημίας. «Ο πόλεμος σηματοδοτεί το τέλος του πολύ επιτυχημένου γερμανικού μοντέλου που σχηματικά περιγράφεται ως μια οικονομία που εισάγει φθηνή ενέργεια και ενδιάμεσα αγαθά από τη Ρωσία και εξάγει προϊόντα υψηλής ποιότητας ανά τον κόσμο, ενώ αντλεί οφέλη από την παγκοσμιοποίηση». Σύμφωνα, πάντως, με τον Νιλς Γιάνσεν, οικονομολόγο του Ινστιτούτου Παγκόσμιας Οικονομίας (IfW) του Κιέλου, σε σύγκριση με τις παραγγελίες που παίρνει, η βιομηχανία της χώρας βρίσκεται σε καλή κατάσταση και θα μπορούσε να μετριάσει σημαντικά ή ακόμη και να απορροφήσει τους κλυδωνισμούς. Εξάλλου, η πολιτική μηδενικής ανοχής στον κορωνοϊό που έχει υιοθετήσει η Κίνα μαζί με τα αλλεπάλληλα lockdowns στη διάρκεια του έτους έχει θέσει επανειλημμένως υπό πίεση τις εφοδιαστικές αλυσίδες πλήττοντας τις γερμανικές βιομηχανίες. Τόσο οι πρώτες ύλες όσο και τα ενδιάμεσα προϊόντα είναι πολλές φορές σπάνια και ακριβά και το αξιοσημείωτο με όλα αυτά είναι ότι ο συνδυασμός αυτών των παραγόντων έχει επηρεάσει ελάχιστα την αγορά εργασίας.