
Η απόρριψη των δύο κυβερνητικών μέτρων για τη στεγαστική κρίση από την ισπανική Βουλή φέρνει ξανά στο προσκήνιο το ενδεχόμενο πρόωρων εκλογών, με την 29η Νοεμβρίου να βρίσκεται ήδη στα σενάρια που εξετάζονται στη Μαδρίτη. Ο Πέδρο Σάντσεθ βρίσκεται αντιμέτωπος με μια κρίσιμη κοινοβουλευτική ήττα, την ώρα που η κυβέρνησή του δέχεται πιέσεις σε δύο από τα πλέον ευαίσθητα ζητήματα για την ισπανική κοινωνία, τη στέγαση και το μεταναστευτικό.
Τα δύο νομοθετικά διατάγματα είχαν παρουσιαστεί την Τρίτη με στόχο να περιορίσουν κερδοσκοπικές πρακτικές στην αγορά ακινήτων, να παρατείνουν έως το 2030 την προστασία ευάλωτων ενοικιαστών από εξώσεις και να προβλέψουν την αυτόματη ανανέωση υφιστάμενων συμβολαίων μίσθωσης. Η απόρριψή τους ήρθε έπειτα από την απόφαση του καταλανικού Junts να καταψηφίσει τις κυβερνητικές προτάσεις.
Η ήττα στη Βουλή και το «όχι» του Junts
Αρχικά υπήρχαν ενδείξεις ότι τουλάχιστον ένα από τα δύο μέτρα θα μπορούσε να εξασφαλίσει την απαραίτητη κοινοβουλευτική στήριξη. Το σκηνικό άλλαξε, όμως, όταν το Junts ανακοίνωσε αργά την Πέμπτη ότι θα καταψηφίσει και τα δύο διατάγματα, οδηγώντας ουσιαστικά την κυβέρνηση σε ήττα. Στην κρίσιμη ψηφοφορία το κυβερνητικό μέτρο για τη στέγαση απορρίφθηκε με 178 ψήφους σε σύνολο 350 εδρών.
Ο Σάντσεθ επέλεξε να μην αποσύρει τα νομοθετικά διατάγματα παρά το τελεσίγραφο του Junts και μέσω X έδωσε στη διαδικασία χαρακτήρα πολιτικής αναμέτρησης. «Έφτασε η ώρα της αλήθειας», έγραψε, υποστηρίζοντας ότι οι βουλευτές καλούνταν να δώσουν «ψήφους που θα τους καθορίσουν για τις επόμενες γενιές».
Η ισπανική κυβέρνηση υποστήριξε ότι τα μέτρα είχαν σχεδιαστεί έπειτα από μήνες διαβουλεύσεων, ενώ το Junts επέμεινε ότι πρέπει να αποσυρθούν και να αποτελέσουν αντικείμενο νέας διαπραγμάτευσης. Το PP και το Junts καταψήφισαν τις προτάσεις, ενώ και το Vox τάχθηκε εναντίον τους.
Η στεγαστική κρίση που έβγαλε χιλιάδες στους δρόμους
Η κυβερνητική πρωτοβουλία ήρθε μετά την πανεθνική οργή που προκάλεσε η έξωση της 87χρονης Μαρικάρμεν Αμπασκάλ, η οποία ζούσε στο ίδιο διαμέρισμα από το 1956. Η υπόθεσή της αποτέλεσε αφορμή για ένα νέο κύμα κινητοποιήσεων, με διαδηλωτές να απαιτούν μεγαλύτερη προστασία των ενοικιαστών και μέτρα για το αυξανόμενο κόστος στέγασης.
Στη Μαδρίτη και σε άλλες ισπανικές πόλεις δημιουργήθηκαν καταυλισμοί διαμαρτυρίας, ενώ η Πουέρτα δελ Σολ στην ισπανική πρωτεύουσα αποτέλεσε ένα από τα βασικά σημεία των κινητοποιήσεων. Την Παρασκευή, διαδηλωτές πραγματοποίησαν πορεία προς το κοινοβούλιο, την ώρα που περισσότερα από 1.000 μέλη των δυνάμεων ασφαλείας είχαν αναπτυχθεί για την προστασία του κτιρίου.
Η Ένωση Ισπανών Ενοικιαστών έχει καλέσει σε γενική απεργία και έχει δηλώσει ότι θα συνεχίσει την κινητοποίηση στην Πουέρτα δελ Σολ έως ότου ικανοποιηθούν τα αιτήματά της. Η κεντρική κυβέρνηση έχει μέχρι στιγμής απορρίψει το αίτημα των τοπικών και περιφερειακών αρχών της Μαδρίτης για εκκένωση της πλατείας, ενώ η πρόεδρος της περιφέρειας, Ισαμπέλ Ντίας Αγιούσο, προσέφυγε στη δικαιοσύνη ζητώντας να υποχρεωθεί η κυβέρνηση να διατάξει την απομάκρυνση των διαδηλωτών.
Το μεταναστευτικό και η κρίση στη Θέουτα
Πέρα από τη στέγαση, το δεύτερο μεγάλο μέτωπο που πιέζει πολιτικά τον Σάντσεθ είναι το μεταναστευτικό. Η μαζική είσοδος δεκάδων χιλιάδων παράνομων μεταναστών στη Θέουτα από το Μαρόκο στα τέλη Ιουλίου δημιούργησε μια από τις σοβαρότερες κρίσεις που έχει αντιμετωπίσει η ισπανική κυβέρνηση, ενώ η διαχείρισή της προκάλεσε έντονες αντιδράσεις στο εσωτερικό της χώρας.
Τον Σεπτέμβριο, χιλιάδες άνθρωποι διαδήλωσαν στη Θέουτα και σε άλλες ισπανικές πόλεις, με τις κινητοποιήσεις να στρέφονται σε σημαντικό βαθμό και κατά της κυβέρνησης για τον τρόπο με τον οποίο αντιμετώπισε την κρίση. Στη Μαδρίτη, η διαδήλωση της 2ας Σεπτεμβρίου υπολογίστηκε σε 50.000 συμμετέχοντες, ενώ οι κινητοποιήσεις πραγματοποιήθηκαν σε πολλές ακόμη πόλεις της χώρας.
Οι αντιδράσεις συνεχίστηκαν και στις 26 Σεπτεμβρίου, όταν πραγματοποιήθηκε νέα «Πορεία για την Αξιοπρέπεια» στη Μαδρίτη με βασικά αιτήματα τις εκλογές και την υπεράσπιση της Θέουτα. Η κυβερνητική αντιπροσωπεία έκανε λόγο για περίπου 2.000 διαδηλωτές, ενώ οι διοργανωτές ανέβασαν τον αριθμό στους 180.000.
Η διαχείριση της κρίσης στη Θέουτα έχει έτσι μετατραπεί σε κεντρικό πολιτικό ζήτημα, παράλληλα με τη στεγαστική κρίση. Ο ίδιος ο Σάντσεθ έχει απορρίψει ότι υπήρχαν πληροφορίες από τις ισπανικές υπηρεσίες ασφαλείας ή πληροφοριών που να δείχνουν εμπλοκή του Μαρόκου στην είσοδο των μεταναστών, ενώ έχει υπερασπιστεί τη στάση των ισπανικών αρχών.
Τα σκάνδαλα που βαραίνουν την κυβέρνηση
Στην πολιτική πίεση προστίθενται οι δικαστικές υποθέσεις που αφορούν μέλη της οικογένειας του Σάντσεθ και πρόσωπα του στενού πολιτικού του περιβάλλοντος. Η σύζυγός του Μπεγκόνια Γκόμεθ οδηγείται σε δίκη με ενόρκους για υποθέσεις που αφορούν, μεταξύ άλλων, καταγγελίες για άσκηση επιρροής και υπεξαίρεση, τις οποίες η ίδια αρνείται. Ο Σάντσεθ υποστηρίζει ότι πρόκειται για πολιτικά υποκινούμενες διαδικασίες και επιμένει στην αθωότητά της.
Παράλληλα, ο αδελφός του πρωθυπουργού, Ντέιβιντ Σάντσεθ, καταδικάστηκε τον Ιούλιο σε εννέα χρόνια στέρησης του δικαιώματος άσκησης δημόσιου αξιώματος για διοικητική παράβαση που συνδεόταν με την πρόσληψή του σε πολιτιστική θέση στην επαρχιακή διοίκηση της Μπανταχόθ. Η υπεράσπισή του έχει δηλώσει ότι θα προσβάλει την απόφαση.
Την ίδια στιγμή, βαριές δικαστικές εξελίξεις έχουν επηρεάσει και πρώην στενούς συνεργάτες του πρωθυπουργού. Ο πρώην υπουργός Μεταφορών Χοσέ Λουίς Άμπαλος καταδικάστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο σε 24 χρόνια κάθειρξη για την υπόθεση των παράνομων προμηθειών που συνδέθηκε με συμβάσεις για μάσκες κατά την πανδημία, ενώ ο πρώην συνεργάτης του Κόλντο Γκαρθία καταδικάστηκε σε 19 χρόνια και ο επιχειρηματίας Βίκτορ ντε Αλντάμα σε 4,5 χρόνια.
Το συνολικό σκηνικό περιλαμβάνει επίσης την υπόθεση του πρώην γενικού γραμματέα του PSOE Σάντος Σερντάν, ο οποίος έχει αρνηθεί οποιαδήποτε παρανομία, καθώς και άλλες δικαστικές έρευνες που αφορούν πρόσωπα του ευρύτερου κυβερνητικού και κομματικού περιβάλλοντος. Οι υποθέσεις αυτές δεν αφορούν προσωπικά τον ίδιο τον Σάντσεθ ως κατηγορούμενο, αλλά αποτελούν σημαντικό μέρος της πολιτικής πίεσης που αντιμετωπίζει.
Στο τραπέζι οι εκλογές της 29ης Νοεμβρίου
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η συζήτηση για πρόωρες εκλογές αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα. Κυβερνητικές πηγές δήλωσαν στην El País ότι ο Σάντσεθ προσανατολιζόταν προς την πρόωρη προσφυγή στις κάλπες, ενώ η αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Γιολάντα Ντίαθ δήλωσε στο Cadena SER ότι είχε συνομιλήσει με τον πρωθυπουργό και δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο.
Ωστόσο, η ισπανική κυβέρνηση δήλωσε την Παρασκευή ότι «σήμερα δεν τίθεται» θέμα προκήρυξης εκλογών, υποστηρίζοντας ότι η προτεραιότητα είναι η κοινοβουλευτική διαδικασία για τα δύο διατάγματα. Το ενδεχόμενο πρόωρης προσφυγής στις κάλπες, πάντως, παραμένει στο επίκεντρο της πολιτικής συζήτησης.
Η σημερινή κοινοβουλευτική περίοδος ολοκληρώνεται το επόμενο καλοκαίρι, όμως ο συνδυασμός της στεγαστικής κρίσης, της μεταναστευτικής κρίσης, των συνεχιζόμενων κινητοποιήσεων και των δικαστικών υποθέσεων γύρω από πρόσωπα του περιβάλλοντος του πρωθυπουργού έχει διαμορφώσει ένα ιδιαίτερα πιεστικό πολιτικό σκηνικό για την κυβέρνηση Σάντσεθ.
Στις δημοσκοπήσεις που αναφέρει το αρχικό ρεπορτάζ, το Λαϊκό Κόμμα (PP) καταγράφεται περίπου στο 34%, ενώ το Vox κινείται στο 18%. Η κυβέρνηση συνασπισμού του Σάντσεθ αποτελείται από το Σοσιαλιστικό Κόμμα και το Sumar, σε ένα κοινοβούλιο όπου η εξασφάλιση σταθερής πλειοψηφίας εξακολουθεί να αποτελεί δύσκολη πολιτική εξίσωση.





















































