
του Βασίλη Τσίκα
Η πάροδος των πρόσφατων ετών έχει κάνει φανερό στην συλλογική αίσθηση ότι τα παπάκια δεν αποτελούν πια μονάχα το γνωστό παιδικό τραγούδι για τα χαριτωμένα πτηνά ούτε το σύμβολο των emails. Απεναντίας, αναδύονται ως ταυτοτική αιχμή ιδεολογικών μερίδων μέσα στο ατελείωτο κοσμοπλαστικό παιχνίδι της δημόσιας πολιτικής. Όσοι (νέοι κυρίως) εκ των ενημερωμένων πολιτών δεν τα έχουν συναντήσει σε φυλλάδια οργανώσεων που νοηματοδότησαν τον μπλε κάδο της γωνίας ή σε μια ντουντούκα που είχε το γενναίο θράσος να μην ρωτήσει το αυτί τους, σίγουρα έχουν δει κάποια ψηφιακή ανακοίνωση, τοποθέτηση ή κάλεσμα που απευθύνεται σε κοινωνική/ες κατηγορία/ες στην οποία το ουδέτερο γένος συνοδεύει (αν δεν έχει θέση προπορευόμενου) το αρσενικό και το θηλυκό του ομόλογο. Εγώ το χρησιμοποιούσα στην εδώ αρθρογραφία ως εύχρηστο συμπυκνωτή για τους προοδευτικά αντιλαμβανόμενους. Αν όμως δούμε αυτό ακριβώς το χνάρι συνολικού αποκαθαρμένο για μερικές παραγράφους από αυτή την συγκεκριμένη σκελίδα ειρωνείας μπορούμε να βγάλουμε κάποια αξιοποιήσιμα συμπεράσματα (ψυχο)πολιτικού χαρακτήρα για αυτό το κοινωνικό ποσοστό που συνενώνει σε ένα «παπάκι» την εκλεκτ(ικ)ή του μειονοτικότητα.
Το φαινόμενο θα μπορούσε να ανιχνευτεί ως η μορφοποιημένη κορωνίδα μιας γνωστής κουλτούρας αποδόμησης που κατατρώει τα σωθικά της φοιτητιώσας νεότητας (με ανάπαυλες προερχόμενες όχι τόσο από σοβαρές αντεπιθέσεις μα μάλλον από έναν «μηχανοποιημένο» κομφορμισμό) της όλης δύσης εδώ και 6 δεκαετίες. Δεν είναι τυχαίο ότι η πιο διαδεδομένη εφαρμογή του ουδετέρου, και η εστία συνάντησης των πιο πολλών από εμάς με την τάση του, υπήρξαν «τα φοιτητά». Η προδιαγεγραμμένη εφημερότητα του σπουδάζοντα σε συνδυασμό με την ιστορικά πελεκημένη θέση του ως του διαχρονικού μοχλού πίεσης για την μεταβολή της κοινωνίας τον έκανε ιδανικό καλούπι για το πολύφερνο «σύγχρονο υποκείμενο». Το ουδέτερο όμως δεν εντάσσεται καν στο αρκτικόλεξο των ΛΟΑΤΚΙ παρότι λειτουργεί ως πολιορκητικός κριός έναντι «της δυαδικότητας». Το διαχωρίζει με σαφήνεια από τους διεμφυλικούς η… αντικειμενική τους βάση υπόστασης. Το παπάκι εμπεριέχει τα πάντα μην περιέχοντας το οτιδήποτε συγκεκριμένο και ενδυναμώνεται εισπνέοντας τον αέρα που γεμίζει το κενό ανάμεσα στις ασυνέπειες. Ψευδοστιρνερισμός από και για τους ευνουχισμένους.
Το ίδιο το παπάκι-ουδέτερο είναι κατά ψιλομύτικη παραδοχή των πιστών του η (αποτυχημένη) μετεκένωση του αμερικανικού they/them στην ελληνόγλωσση επικοινωνία. Το they/them όμως με την έκδηλη πληθυντικότητα που το χαρακτηρίζει είναι πράγματι μη έμφυλα σημαδεμένο και ενέχει την γοητεία ενός υπονοούμενου επέκεινα που έχει στριμωχτεί σε λέξη ικανοποιώντας τον φορέα της, κάτι που στα ελληνικά δεν ευσταθεί. Το «όλ@» αντιστοιχίζεται στο it που υπάρχει για να περιγράψει ζώα και αντικείμενα. Εκτός αν η απελευθέρωση περνάει ευθέως από τον ενωτισμό, σε επίπεδο αναφοράς, με τα δρύινα πόδια του τραπεζιού ή με τις σερνάμενες στο έδαφος ουρές των ποντικιών. Ο «εξαιρετικός αυτοπροσδιοριζόμενος» (που και εξαίρεται και εξαιρείται μέσα στο γλωσσικό πατινάζ που επιβάλλει η καλούμενη πρόοδος) χρειάζεται τα συντρίμμια των καλουπιών της συλλογικότητας για να βρει το χρυσαφί της «αλήθειας του» και συγχρόνως μένει εντελώς εκτεθειμένος (ως γνήσιο σαράκι μιας φλοίδας άνετων αγνωμόνων) στις θύελλες της συγκυρίας, της Ιστορίας. Είναι ενδεικτικό ότι μόνο η εκλογική (επ)άνοδος του Trump στις Ηνωμένες Πολιτείες (με τα προεόρτιά της) έριξε αισθητά τα νούμερα όσων δηλώνουν μέλη των πολύχρωμων ταυτοτήτων και άρα και των χρηστών του ουδετέρου κατ’ επέκταση. Το μεγάλο βέβαια δράμα αυτής της αντίληψης που την κατεβάζει στην αταβιστική κραυγή του αδιεξόδου είναι πως ακόμα και στην… προοδευμένη ελληνική η γενική πτώση στο ουδέτερο είναι κοινή με εκείνη του αρσενικού!
Η αμιγέστερα γλωσσο-λεκτική έμφαση κι η ιδέα ότι η γλώσσα της «απελευθερωτικής αποκάλυψης» εσωκλείει το φάρμακο για την πραγματική μεταβολή του επιστητού υπέρ του νοήματός του πυρακτώνει την πεποίθηση της αυτοαυθεντίας στους αναδυθέντες «γνώστες» της λέξης. Όμως η ιστορία, ούσα πάντοτε και μακρύτερη και κοντύτερη από όσο θα την ήθελε ο εκάστοτε πολιτικός και κοσμοπλαστικός δρων, έχει πολλάκις εμφανίσει τα όρια της φλόγας αυτής. Από την κατάληξη που επιφυλάχτηκε στον λαιμό εκείνου που έκοβε τα κεφάλια όσων έλεγαν monsieur αντί citoyian στο ιακωβινικό Παρίσι μέχρι τις ξεπατικωμένες από το Υπουργείο Αλήθειας καμπάνιες και ονειρώξεις των πολιτικά ορθών σημερινών, αυτή η στοχευμένη εκστρατεία βαθείας ανάπλασης, κόντρα στο οριζόντιο θέλω, δεν έρχεται ποτέ χωρίς ραγίσματα, με ενίοτε μοιραίο μέγεθος πληγής.
Mεταλαμπάδευση δε (πάλι από κάποια παραίνεση κι ακτινοβολία άνωθεν) της παραπάνω ιδέασης σε μια ορισμένη μάζα που επιφορτίζεται με την ορμητική κοινωνική μηχανική της αενάως διατηρούμενης δάδας έχει εξίσου εκδηλωθεί, όχι και τόσες δεκαετίες μακριά από το τώρα. Δε θα μπορούσα να αναφέρομαι σε κάτι άλλο παρά στην Πολιτιστική Επανάσταση του ύστερου μαοϊσμού. Η νεολαία του Μεγάλου Τιμονιέρη στέκει ως η απόλυτη άφεση μιας ολόκληρης χώρας στον μετασχηματιστικό βολονταρισμό που την αποσπά κατά το δυνατόν από την σαρκούμενη ιστορική έγνοια. Ανατολικό κάτοπτρο του χρονικά και μεθυστικά παράλληλου ’68 της δύσης, πιο άγρια και άρτια εκτελεσμένο μα τιμητικά ξένο προς την νεοκαπιταλιστική καλοζωία των Radical Chicks ως βάσης, που έκανε έναν Althusser να υμνεί και να αγωνιά να συνενώσει γραπτά. Το ίδιο το κίνημα βέβαια οδήγησε σε επταψήφιο νούμερο από νεκρούς μη αποστηθίζοντες και την τελευταία παράγραφο του Κόκκινου Βιβλίου, σε ανεκτίμητες στάχτες αρχαίας κληρονομιάς και τελικά στην γενική αποδυνάμωση της σημαίας της Λαϊκής Δημοκρατίας. Η τελευταία έμελλε να κατασκιστεί τελεσίδικα από τις άσπρες και τις μαύρες γάτες της αποτελεσματικότητας στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’70 οπότε και ο αναβρασμός κάμπτεται από μια σειρά εξουθενώσεων που ευθυγραμμίζονται.
Η αντήχηση όμως αυτής της περιόδου, αυτού του παραδείγματος που μπόρεσε να περάσει τις πύλες του ένυλου, παραμένει και περιμένει. Ο εξοβελισμός με «αντιπρολεταριακό» κατηγορητήριο του Mozart και του Shakespeare από τους τότε νεαρούς Κινέζους δεν διαφοροποιείται στην ουσία των κινήτρων του από τα πανεπιστημιακά κυνήγια, ιδίως στις χώρες της αγγλόσφαιρας, κατά των «διακρίσεων», της «ρατσιστικής βιολογίας» ή των συνεχώς πληθαινόντων «-ισμών». Σημερινά φοιτητικά τραπεζάκια κυριεύονται (δηλωμένα ή υποδόρια) απ’ τη δίψα για την άπαυστη ενεργητικότητα του ερυθροφρουρού που βυθίζεται συγχρονισμένα μα απεριόριστα στο σκοπό και των οποίων τα μέλη κατά κανόνα κηρύσσουν και καταγγέλλουν (και) σε ουδέτερο γένος.
Η ελληνοποίηση αυτών των προβληματισμών γονιμοποιεί ένα ιδιαίτερα πλατύ πλαίσιο αναλογίας που δύσκολα εφάπτεται με ιστορικά αντίστοιχα σε άλλες χώρες (περιλαμβανομένων και των γεννητόρων της «συμπεριληπτικής γλώσσας» πριν αυτή μεταμοσχευτεί πανδυτικά, κατά το σύνηθες) και φυσικά πολλαπλασιάζει την ειρωνεία με την οποία περπατάει φορτωμένο το συμπέρασμα. Το ύποπτο στοιχείο θα λέγαμε πως αξίωσε καθεστώς τρόπον τινά μόνιμου χαρακτηριστικού της φυλής (δίπλα στη διχόνοια ενόψει των μεγάλων στιγμών και στην πάλη εκσυγχρονιστικού εξευρωπαϊσμού και ριζωτικής ρωμιοσύνης, που επιβιώνουν). Μιλάω βεβαίως για το περίφημο «Γλωσσικό Ζήτημα» που στοίχειωσε την ανεξάρτητη Ελλάδα κυριολεκτικά για τα ¾ του βίου της και επικαθόταν στην πνευματική ζωή και στην ίδια την συγκροτούμενη εθνική ιδιοπροσωπία των Νεοελλήνων. Το πως αυτό στάλθηκε εν τη πράξει στη λήθη από την ραλλική και στη συνέχεια από την πασοκική μεταρρύθμιση της παιδείας και τι ξεχωριστές τρώσεις (βραχυπρόθεσμες και makroprothesmes) προξένησαν αυτές στα ελληνόπουλα που τις ακολούθησαν δεν είναι το ζητούμενο αυτού του κειμένου. Ούτως η άλλως, οι αποστολίδειοι μύδροι επί του θέματος είναι πιστεύω επαρκείς και για αυτόν τον αιώνα. Αυτό που μας ενδιαφέρει είναι ότι το «γενετικό υλικό» των επιγόνων του Κοραή δεν διαφέρει, με όρους απαρχικής υψηλότητας νομιμοποίησης και απώτατης αντίληψης, από τους παπακιασμένους κήνσορες που θέλουν να κατασκευάσουν και να επιβάλλουν με το στανιό μια λίμνη που ο λαός δε ζήτησε.
Ο ευρωφώτιστος που θέλησε να αναπλάσει απ΄τα φλιτζάνια του Café Procope την λαλιά του πολεμιστή, του γεωργού και της μάνας του 19ου αιώνα μην έχοντας δει ποτέ το αίμα και τον ιδρώτα τους καθρεφτίζεται στους αποφοίτους του Κολούμπια και της Σορβόννης οι οποίοι υποτίθεται ότι πραγματοποίησαν το εύρηκα του κατάβαθου της ανθρωπινότητας και η λάμψη του τους έχρισε επιβλητές της «εξέλιξης» προς το «καθυστερημένο» πλήθος. Η γυαλάδα του αποφαινόμενου περίπλοκου που «ήξερε καλύτερα», και στις δύο περιπτώσεις, θέλει να υποκαταστήσει πλανερά την εσώτερη ουσία και αντοχή που ως τέτοιες είχαν περάσει τα τεστ του χρόνου, βαδίζοντας προς τον «επόμενο άνθρωπο» με την αναπλασμένη γλώσσα ως πρώτο εργαλείο. Ο ελληνισμός του λαού όμως επιβίωσε για τέσσερις αιώνες τουρκοκρατούμενος άνευ ανάγκης να επιδιορθωθεί από την γραφίδα του φρακοφορεμένου της διασποράς. Ομοίως η ύφανση της κοινωνικής διάδρασης του ανθρώπου άρχισε και συνεχίστηκε για πολύ περισσότερα χρόνια χωρίς τα φραστικά υποπαράγωγα του queerness.
Οι νεκροί και οι τραυματίες των Ευαγγελικών και των Ορεστιακών στα πρώτα χρόνια του περασμένου αιώνα προειδοποιούν για τις αιμάτινες εντρυφήσεις φανατισμού που είναι ικανά να προσλάβουν (και) αυτά τα ζητήματα-πειράματα. Μάλλον όμως η προοδευτική, συμπεριληπτική αποκλειστικότητα είχε εξ αρχής γυρισμένο το βλέμμα της στα διδάγματα αυτών των περιστατικών. Θεωρεί απαράδεκτη και απίθανη την «συντηρητική» πλαισίωση του περιώνυμου φοιτητικού κινήματος που σε εκείνο το ιστορικό καρέ ήταν γεγονός. Δεν ξέρω επίσης πόσο ηλίθιοι αισθάνονται οι πιστοί της προόδου μόλις αναρριχώνται στη συνειδητοποίηση ότι ενώ δοξάζουν την παιδαγωγική του Γληνού τα δαιμονοποιητικά τους καλούπια χαρακτηρισμών («φοβικοί», «επικίνδυνοι») προσομοιάζουν μεθοδολογικά στα «αντεθνικά στοιχεία» των πετρωμένων κωνσταντινικών του 1920…
Πάνω στα θραύσματα μιας μεταπατριαρχίας που ακριβώς δεν θα κηρυχθεί ποτέ ενοποιούν τις φωνές στον «πόλεμο κατά της ουσιοκρατίας». Στην ακτή της φιλοσοφίας κραδαίνουν σφιχτά την différance (μαζί διαφορά και αναβολή) του Derrida. Σε ένα τέτοιο «αντιπλαίσιο» η ρωγμή, το «ρευστό» στο νόημα και στην λέξη καταλαμβάνει τον θρόνο της προσοχής. Η δε απόδοση του σκοτεινότερου σημείου στα ζεύγη εννοιών του λεξιλογίου ως «ιεραρχικά» κουμπώνει τόσο ταιριαστά με την πολύχρωμη ορμή και με την αναρχίζουσα ώσμωση. Αυτό λοιπόν που μένει μετά το κοσκίνισμα θανάτου της ιστορικά δομημένης διυποκειμενικότητας και του «συγκεκριμένου» στην όλη «μεταφυσική της παρουσίας» δεν μπορεί να είναι παρά η ατομική πρόσληψη των πάντων ως η νοησιακή πρωταρχικότητα. Η τελευταία θα συμβολιζόταν σε μια γραμματική σφήνα ενάντια στις τόσο καταπιεστικές και «εξωτερικές» κατηγορίες του «ο» και του «η».
Εκεί το ταμπλό συμπληρώνεται από τη διανοητική αρωγή του αντιστασιακού που ξεκίνησε τη δράση του την μέρα της απελευθέρωσης του Παρισιού γράφοντας θεατρικά ενώ τα μάτια του τον μισούσαν. Ο άνθρωπος ως «καταδικασμένος στην ελευθερία» κάνει το δι’ εαυτόν να συνθλίβει θεωρητικά τον κόσμο μαζί με τα σημαινόμενα. Τον αφήνει ένα ξέφτι πλανών ισοβαθμίζοντας όποια πτυχή και πλευρά δεν διαθλάται ανελέητα από την αυθεντικότητα της αυτοσυνειδησίας σου με το «τίποτα». Αυτή είναι η περιβόητη «κόλαση των άλλων».
Όταν (και) αυτό το σχήμα αναφερθεί δια της γλώσσας τότε αναπόφευκτα σπρώχνεται στην ροδέλα της διάδρασης. Εμπλέκει οπότε περισσότερους από την μονήρη συνείδηση του υποκειμένου και επομένως, στην κρίση του υπαρξιστή, θα κινδυνέψει να το τρυπήσουν δυνάμεις της σκοτεινής πραγματικότητας που δεν ελέγχονται καθ’ ολοκληρίαν από εκείνη. Το μάτι της μονάδας εξορίστηκε από το μονοκατευθυντικό αυτονόητο και πετάχτηκε στις επιδράσεις άλλων ματιών και των παραγώγων της ιστορίας όσων ματιών πέρασαν, βίωσε «κόλαση». Η απόλυτα διαπλαθούμενη από το εγώ εικόνα ζωτικής πορείας γδάρθηκε επίπονα από την διερώτηση (προφανώς κάποιου άλλου) και την «μη αυθεντική» φθορά που τη συνοδεύει. Η υστερική, φαντασιακά ανακτητική εξέγερσή του δε θα μπορούσε να ξεκινήσει από καλύτερο πεδίο εαυτού από την αποτύπωση του φύλου. Το φύλο και το λεξιλόγιό του είναι η αυστηρά στοχευμένη αδρότητα που βρίσκεται πιο κοντά στην μυθολογία της «προηγηθείσας ύπαρξης» αφού θεωρητικά πρωταρχίζει στο υπερηχογράφημα σβήνοντας με την απομάκρυνση της ταφικής στήλης και υποτίθεται πως κακοποιείται ισοβίως μέσα στα κάγκελα του βάναυσου γλωσσικού κι επικαθοριστικού περιορισμού «των άλλων». Είπαμε, η ύπαρξη (του ενός) προηγείται της ουσίας (του κόσμου). Εάν οι σπίθες ελεύθερης προσχώρησης ενός μυαλού συνηγορήσουν στο απελευθερωτικό παπάκι τα πάντα είναι ορθό να τροχίζονται για να μοιάσουν υπαγόμενα σε αυτή την εκλογή.
Όμως τι με εμποδίζει να κατακεραυνώσω ως απαύγασμα αυθαιρεσίας το ότι κάποιο μη ουσιοποιημένο υπάρχειν τοποθετείται στην αφετηρία ως νόημα τελικά και το ίδιο και ότι η μείωση ως «μηδενός» των ιστορικών και κοινωνικών καταστάσεων (ενώ από τον Αριστοτέλη μέχρι τους Βρετανούς αναλυτικούς η φιλοσοφία υπέθετε και τεκμηρίωνε το ανάποδο) δεν πατάει σε κανένα θεμέλιο παρά στην προσωπική λόξα του φιλοσοφούντος; Μια τέτοια σκέψη θα βγάλει στην επιφάνεια και ο λαϊκός της βιοπάλης αν του μιλήσεις για παπάκια στις απευθύνσεις ως «προοδευτικό αυτονόητο» που προηγείται της φυσιολογίας και του κοινωνικο-ιστορικού αρχείου προσπαθώντας (πολιτικά) να τα παραμερίσει ολότελα. Μέσα στο ντελίριο αυτής της κεφαλαιώδους αναστροφής, το queer φτάνει να σημαίνει, ακριβώς δια του γεγονότος ότι δε σημαίνει. Το μηδέν βέβαια δε μπορεί παρά να είναι απριορικό κάθε άρνησης, με πρώτη την δική του.
Επεκτείνοντας, οι ουδετερολάγνοι παραμένουν στοχοθετικά ψευδεπίγραφοι. Εφόσον τουλάχιστον επιθυμούν να διατηρηθούν στην πολιτική σφαίρα και όχι να μετοικήσουν πλήρως στα σύμπαντα των παιδικών δωματίων στα οποία οι μεγάλοι αποδέχονται καταστατικά ότι (θα γίνεται να) υπάρχουν τα πάντα. Μήπως ο δικαιωματιστής είναι μια ολικά παιδική, φαντασιοκεντρική νόηση που δεν μπορεί να διαγνώσει τα ίδια της τα χαρακτηριστικά και προσμένει τα… επιθετικά δωδεκάποντα για να ενηλικιωθεί; Βεβαίως αν εξετάζεις υπό τις προϋποθέσεις ενός υπαρξιστή σαρτρικού και ενός αποδομιστή η πολιτική ένταξη η ίδια και η απόπειρα στερέωσης πολιτικού βραχίονα για την εμπέδωση της «καταδικαστικής ελευθερίας» είναι εκτός δικαιολόγησης αφού το οργανωμένο και το πολυπρόσωπο της πολιτικής θα καταστρατηγεί αυταπόδεικτα την μονοκρατορία της αυθεντικότητας. Ωστόσο ο Sartre αποτέλεσε το αρχέτυπο φανατικής πολιτικής αφοσίωσης ενός διανοητή και αυτό έμελλε να είναι και το κύριο σημείο σχάσης με τον φίλο και ως ενός αρχικού βαθμού φιλοσοφικό του συνοδοιπόρο Albert Camus. Το καρδιοχτύπημα του προοδευτικού υπαρξισμού θέλει να αρπάξει στον αέρα τον αναγκαίο σκελετό της δομής με τις χρειαζούμενες της ιδιότητες αρκεί κάθε ικμάδα της αυτό-νοούμενης συνείδησης να γνέψει υπέρ της κατακτημένης και κατάλληλα μπογιατισμένης μορφής του. Έτσι η πολιτική ενώ στην ρητορεία δεν απολυμαίνεται ποτέ απόλυτα από τον «εξουσιασμό» (συνεχίζοντας να ταΐζει τη βάση του αφηγήματος) δύναται να σμιλευτεί στα προστάγματα της ύπαρξης «σου». Για τον Sartre το διαμάντι της στρατευτικής εκκίνησης ήταν η μαρξιστική πειθαρχία στον κομμουνισμό της οποίας οι κοινωνικές λειτουργίες, με ανάλογο τρόπο, όχι απλά θα παραμείνουν αλλά θα εκτιναχθούν στον τέλειο βαθμό τους, με τους ατομικούς και ιστορικούς τους φορείς όμως να έχουν κάπως αυτομαραθεί επαναστατικά. Για τους πολύχρωμους θαρρώ ότι είναι η ιδέα του «safe space» (από κομματικές ομαδώσεις και επανασυναρμολογούμενα στίφη πεζοδρομιακών μέχρι το «νοητό» πανεπιστήμιο) υπερασπιζόμενη από το γνωστό αντίφα στειλιάρι σε αρκετές περιπτώσεις.
Η γλώσσα, σε αυτή τη συλλογιστική, κατακεραυνώνεται μαχητικά και απαρέγκλιτα ως κελί και μαστίγιο για τον έμφυλο εαυτό αλλά και πάλι τα ουδέτερα παπάκια πρέπει να λειτουργήσουν εντός της. Η αναγνωρισμένη διαπλαστική δύναμή της δεν θα καεί αλλά θα αλλάξει χέρια υπέρ του ουράνιου τόξου βουλώνοντας τα αυτιά με πολιτικά ορθό κερί στην ιστορικά αποτυχημένη σύζευξη της newspeak με την μαζική (και με την ελιτίστικη) πολιτική δράση όπως παρουσίασα νωρίτερα. Η αλφαβήτα του ουδετέρου εν τέλει, ξένη και ακατανόητη ασφαλώς από την σφιγμένη καρικατούρα του «νοικοκυραίου», λειτουργεί για τους προοδευτικούς ως το φαντασιακό χρίσμα ιχνηλάτη του «νέου κόσμου» που η πολιτικο-επαναστατική σάρωση του υπάρχοντος υποτίθεται ότι θα φέρει. Η άβυσσος δεν θα μπορούσε να είναι συμπεριληπτική…
Συμφυής περίπτωση είναι και η αντιληπτική ακτινογραφία του «gender» το οποίο υποτίθεται πως χωρίζεται από το «sex» με έναν εννοιολογικό ορισμό ως τα αποδομένα και κοινωνικώς εκδιπλούμενα στοιχεία έναντι του ίδιου του βιολογικά υπαρκτού. Άρα είναι περιγραφικός όρος που επικάθεται προσδιοριστικά σε αυτό που συνοδεύει, εν προκειμένω στον βιολογικό σχηματισμό του άρρενος ή του θήλεος. Αλλά στην αίσθηση και την υπονόηση που θα αφήσει η αναφορά του, το «gender» προβάλλεται ως δυνάμει και επαναστατικά αποβιολογικοποιητικό υποκατάστατο του «sex», συχνά περιστοιχιζόμενο γραπτά από παπάκια, χωρίς αυτό να τυμπανοκρούεται και πολύ από συμμάχους (ή και από αντιτιθέμενους) ως αντίφαση και αυτοχειρία εκείνου που λέει ότι θέλει να εκφράσει ως ξεχωριστή λέξη. Τα βιολογικά όργανα με τα υγρά τους κατηγορήματα άλλωστε δεν είναι, υπαρξιστικά, η τρισκατάρατη «διαμεσολαβούσα σάρκα» που φτηναίνει (ανήκοντας, σε τελική ανάλυση, στο «αντικειμενικό») την χρυσόσκονη του ανοιχτόμυαλου που εκδηλώνεται στην «ολοποιημένη του ολότητα» μέσα από την άρση των άρθρων; Το μαχητικά κοινωνιολογικοποιημένο έμφυλο με όλα του τα ελευθεριακά παπάκια δε θα μπορεί, είτε εννοείται είτε το φωνάζουν, παρά να είναι πυρηνικά πολιτικό. Και ο Schmitt συνεχίζει (όπως και η τρέλα, όπως επίσης και η αντίσταση) να έχει και φύλο και ξεκάθαρη, καθόλου ουδέτερη διάθεση.
ΠΗΓΕΣ
«Ο Ζακ Ντεριντά και η αποδομητική ανάγνωση» – Γεράσιμος Κακολύρης, εκδ. ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ
«Τρελοί, Τσαρλατάνοι, Ταραχοποιοί» – Ρότζερ Σκρούτον, εκδ. ΕΠΙΚΕΝΤΡΟ
https://relevantmagazine.cοm/culture/yοung-adults-identifying-as-lgbtq-has-drοpped-21-since-2023/
https://dimartblοg.cοm/2012/11/09/evaggelika-οresteiaka/
https://www.kathimerini.gr/sοciety/562048456/eiste-sigοyr-oti-i-glοssa-chreiazetai-fylο/















































