Τα παιδιά εξίσου ευάλωτα με τους ενήλικες στη μετάλλαξη του κορωνοϊού εκτιμούν Βρετανοί επιστήμονες – Τι οδηγίες δίνουν

Η νέα παραλλαγή του κορωνοϊού που εξαπλώνεται ραγδαία στη Βρετανία φέρει μεταλλάξεις που θα μπορούσαν να σημαίνουν ότι τα παιδιά είναι εξίσου ευάλωτα με τους ενήλικες στη μόλυνση από τον νέο ιό, σε αντίθεση με τα προηγούμενα στελέχη του, εκτιμούν Βρετανοί επιστήμονες.

Ενημερώνοντας τους δημοσιογράφους για τα πιο πρόσφατα ευρήματά τους, επιστήμονες της κυβερνητικής Συμβουλευτικής Ομάδας για Νέες και Αναδυόμενες Απειλές από Αναπνευστικούς Ιούς (NERVTAG), οι οποίοι παρακολουθούν τη μετάλλαξη, σημείωσαν ότι εξελίχθηκε γρήγορα στο κυρίαρχο στέλεχος στη νότια Βρετανία και θα μπορούσε σύντομα να κάνει το ίδιο σε όλη τη χώρα.

“Πλέον, έχουμε την πεποίθηση ότι αυτή η μετάλλαξη έχει πλεονέκτημα μετάδοσης σε σχέση με τις άλλες παραλλαγές του ιού στο Ηνωμένο Βασίλειο”, είπε ο Πίτερ Χόρμπι, καθηγητής αναδυόμενος μολυσματικών ασθενειών στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης και επικεφαλής της NERVTAG.

“Υπάρχει μια ένδειξη ότι έχει υψηλότερη τάση να μολύνει παιδιά”, επισήμανε ο Νιλ Φέργκιουσον, καθηγητής και επιδημιολόγος στο Ιμπίριαλ Κόλετζ του Λονδίνου, επίσης μέλος της NERVTAG. “Δεν έχουμε καθορίσει την αιτιότητα, αλλά το βλέπουμε στα δεδομένα. Θα χρειαστεί να συλλέξουμε περισσότερα δεδομένα για να δούμε πώς θα συμπεριφερθεί στο εξής”, πρόσθεσε.

Η εμφάνιση του μεταλλαγμένου ιού, που θεωρείται κατά 70% πιο μολυσματικός, οδήγησε ορισμένες χώρες να κλείσουν τα σύνορά τους με τη Βρετανία. Στην ίδια τη χώρα έχουν επιβληθεί σκληροί περιορισμοί σε κάποιες περιοχές.

Η Γουέντι Μπάρκλεϊ, μια άλλη καθηγήτρια, ειδική στην ιολογία και μέλος της NERVTAG, είπε ότι μια από τις μεταλλάξεις που παρατηρούνται στη νέα παραλλαγή του κορωνοϊού αφορούν τον τρόπο με τον οποίο εισέρχεται στα ανθρώπινα κύτταρα, κάτι που ίσως να σημαίνει ότι θα παιδιά “είναι ενδεχομένως εξίσου ευαίσθητα σ’ αυτόν τον ιό όσο και οι ενήλικες”.

Η μετάδοση στα παιδιά

Σύμφωνα με μια έκθεση που δημοσιεύθηκε πριν λίγο καιρό στον Γκάρντιαν και αφορούσε το επίμαχο θέμα της λειτουργίας των σχολείων, αποκάλυπτε ότι τα παιδιά όλων των ηλικιών είναι ευάλωτα σε λοίμωξη κορωνοϊού και, σε αντίθεση με προηγούμενες έρευνες, ενδέχεται να παίζουν σημαντικό ρόλο στη μετάδοσή του. Η έρευνα είχε παρουσιαστεί εν μέσω μιας τεταμένης συζήτησης που αφορούσε τη λειτουργία των σχολείων στη Μ. Βρετανία και στην ουσία αποκάλυπτε πόσο λίγα είναι αυτά που γνωρίζουμε για τη μετάδοση του κορωνοϊού σε νεότερες ηλικίες.

Μέρος της δυσκολίας είναι, όπως είχε εξηγήσει ο επιδημιολόγος του Χάρβαρντ Γούιλιαμ Χάνατζ, μιλώντας στον Γκάρντιαν ότι πολλές χώρες έκλεισαν τα σχολεία πολύ νωρίς στην πανδημία, δίνοντας λίγες ευκαιρίες στους επιστήμονες να μελετήσουν αν και πώς μεταδίδεται ιός μεταξύ των παιδιών. Οι μελέτες που έχουν γίνει έκτοτε σχετικά με το ζήτημα, συχνά ήταν προβληματικές.

“Οι μελέτες σε οικογένειες συνήθως διαπίστωναν ότι τα παιδιά σπανίως μολύνονταν από τον ιό και σπανίως τον μετέδιδαν σε άλλους. Όμως όλες οι έρευνες αυτού του είδους είναι προβληματικές, αφού ξεκινούν εντοπίζοντας ένα άτομο που μολύνθηκε και έπειτα εξετάζοντας τα άτομα γύρω τους”.

“Από τη στιγμή που τα παιδιά είναι πολύ λιγότερο πιθανό να αναπτύξουν σοβαρές επιπλοκές ή ακόμη και ορατά συμπτώματα, είναι πολύ πιο πιθανό ένας ενήλικας να ταυτοποιηθεί ως “ασθενής μηδέν”. Και μετά, όταν αρχίσεις να παίρνεις δείγματα από τα παιδιά και εντοπίσεις ένα κρούσμα ανάμεσά τους, υποθέτεις ότι ο ενήλικας θα πρέπει να του μετέφερε τον ιό”.

Το κλείσιμο των σχολείων και η διακοπή άλλων αλληλεπιδράσεων ανάμεσα στα παιδιά, όπως και οι άλλες κινήσεις που έκαναν οι άνθρωποι στο πλαίσιο της κοινωνικής αποστασιοποίησης, περιόρισαν τις ευκαιρίες των παιδιών να έρθουν σε επαφή με τον ιό. Επομένως, δεν είχαμε δει τα είδη των αλληλεπιδράσεων που θα πρέπει να περιμένουμε από ένα ιό με τόσο μεγάλη μεταδοτικότητα. Ο Χάνατζ είχε τονίσει ότι “το άνοιγμα των σχολείων είναι βέβαιο πως θα επιδεινώσει την κατάσταση, ενώ υποστήριξε ότι αν ένα δημοτικό σχολείο μετατραπεί σε εστία υπερμετάδοσης, είναι πολύ πιο πιθανό να παρατηρήσουμε αύξηση των κρουσμάτων στους ενήλικες, παρά στα παιδιά.

Ένα καμπανάκι κινδύνου σήμανε όταν ο κορωνοϊός  άρχισε να μεταδίδεται μέσα στις σχολικές τάξεις και οι αρχές σε πολλές χώρες αναγκάστηκαν να βάλουν λουκέτο σε σχολεία, θέτοντας σε καραντίνα χιλιάδες μαθητές και δασκάλους.

Ο Ηλίας Μόσιαλος σε ανάρτησή του εξηγεί διεξοδικά τη σχέση του νέου στελέχους του ιού με τα παιδιά. Γράφει στην ανάρτησή του:

Νέο στέλεχος του ιού και παιδιά

Αρκετά δημοσιεύματα αναφέρονται σε μια πιθανή συσχέτιση του νέου στελέχους του κορωνοϊού με τα παιδιά. Αυτό που ξέρουμε είναι πως ο ιός εντοπίστηκε για πρώτη φορά γύρω στον Σεπτέμβριο και έφτασε να αντιστοιχεί σχεδόν τα δύο τρίτα των περιπτώσεων – στο Λονδίνο και στη Ν. Αγγλία- στα μέσα Δεκεμβρίου.

Αλλά

• Υπάρχει εργαστηριακή απόδειξη πως λόγω κάποιου βιολογικού μηχανισμού το νέο στέλεχος προσβάλλει περισσότερο τα παιδιά; Δεν έχουμε τέτοια στοιχεία ακόμα στα χέρια μας.

• Υπάρχει απόδειξη πως το νέο στέλεχος επιβαρύνει την κλινική εικόνα στα παιδιά; Δεν υπάρχει τέτοια ανακοίνωση.

• Υπάρχει κάποια επίσημη ανακοίνωση από το NERVTAG ή άλλο επίσημο βρετανικό φορέα για την αναλυτική ηλικιακή κατανομή της διασποράς του νέου στελέχους; Όχι ακόμη.

Σε δήλωσή του ο καθηγητής Ferguson και μέλος του NERVTAG αναφέρθηκε σε ένδειξη (“hint”) πως προσβάλλει περισσότερο τα παιδιά. Ο Peter Horby, ο πρόεδρος του NERVTAG, δήλωσε σήμερα το απόγευμα στο Science Media Center πως αξιολογώντας τα υπάρχοντα στοιχεία μπορούν πλέον να πουν – με μεγάλη εμπιστοσύνη- ότι αυτή η παραλλαγή έχει πλεονέκτημα μετάδοσης σε σχέση με άλλες παραλλαγές του ιού επί του παρόντος στο Ηνωμένο Βασίλειο.

Είναι δηλαδή δεδομένο πως υπάρχει μεγάλη διασπορά στην κοινότητα, άρα και αναμενόμενο να υπάρχει μεγάλη -πιθανώς ασυμπτωματική- διασπορά μεταξύ παιδιών.

Γιατί;

Γιατί τα σχολεία ήταν ανοιχτά όλο αυτό το διάστημα. Ίσως λοιπόν αυτή η αναφερόμενη ως παρατηρούμενη αύξηση προκύπτει επειδή τα παιδιά έχουν περισσότερες συναναστροφές.

Επομένως, εφόσον για την ώρα δεν έχουμε στοιχεία πως το νέο στέλεχος είναι πιο επικίνδυνο, και ξέροντας πως ο κορωνοϊός δεν είναι πολύ επικίνδυνος για τα παιδιά, ίσως να περιμένουμε για τις επίσημες και εμπεριστατωμένες απαντήσεις στα παραπάνω ερωτήματα.

Για την ώρα με βάση τα ανακοινωμένα στοιχεία, δεν φαίνεται να υπάρχει συγκεκριμένος λόγος ανησυχίας

• Για διασπορά που συσχετίζεται με αυξημένο ρίσκο για τα παιδιά,

• Για μη αποτελεσματικότητα των εμβολίων στους μεγάλους.

Εάν όντως φαίνεται να υπάρχει μεγαλύτερη διασπορά στον παιδικό πληθυσμό, τότε πρέπει να ιχνηλατηθεί και να μελετηθεί.

Προφανώς αυτή η ανησυχία της επιτροπής μας οδήγησε στην αύξηση των περιορισμών. Για την ώρα υπάρχουν και κάποιες προτάσεις που εάν εισακουσθούν ίσως να μην ανοίξουν τα σχολεία στις αρχές της νέας χρονιάς. Τέλος, μου φαίνεται λογικό να υπήρξε μεγαλύτερη διασπορά ενός νέου στελέχους στα παιδιά γιατί ήταν ανοιχτά τα σχολεία, όπως είπα.

Είναι πλέον σαφές ότι το κλείσιμο των σχολείων ήταν ένα από τα πιο σημαντικά μέτρα στη ανάσχεση του πρώτου κύματος της πανδημίας μετά το πλήρες λοκνταουν (https://science.sciencemag.org/…/12/15/science.abd9338). Μεγάλη διασπορά θα είχαμε και στην Ελλάδα το Μάρτιο αν δεν είχαν παρθεί τα μέτρα που είχα εισηγηθεί, εγκαίρως.

Οδηγίες για βρέφη παιδιά και εφήβους με ύποπτη λοίμωξη

Έλεγχος για COVID-19 θα πρέπει να διενεργείται στα παιδιά < 16 ετών με:

1. Σοβαρή Οξεία Λοίμωξη του Αναπνευστικού (Severe Acute Respiratory Illness) που χρειάζονται νοσηλεία ή που νοσηλεύονται με πυρετό χωρίς άλλη σαφή αιτιολογία

2. Φιλοξενούμενα σε κλειστές δομές που εκδηλώνουν οξεία λοίμωξη του αναπνευστικού με πυρετό και βήχα ή δύσπνοια

3. Παιδιά με σοβαρή χρόνια υποκείμενη νόσο (π.χ. χρόνια πνευμονοπάθεια, χρόνιo καρδιαγγειακό νόσημα, σακχαρώδη διαβήτη, σοβαρή ανοσοκαταστολή) που εκδηλώνουν οξεία λοίμωξη του αναπνευστικού με πυρετό και βήχα ή δύσπνοια.

Η κλινική εξέταση του παιδιού και λήψη δείγματος θα πρέπει να διενεργείται σε προκαθορισμένο ιατρείο όπου το ιατρονοσηλευτικό προσωπικό θα πρέπει να φέρει ΜΑΠ (Πίνακας).

Αναφορικά με τη διαχείριση τέτοιων παιδιών, η απόφαση για νοσηλεία εν αναμονή του αποτελέσματος είναι στη κρίση του παιδιάτρου και βασίζεται στη κλινική εικόνα αλλά και το υποκείμενο νόσημα του ασθενή. Τονίζεται ότι επί ήπιας κλινικής εικόνας είναι προτιμητέα η παραμονή στο σπίτι περιμένοντας το αποτέλεσμα. Εφόσον αποδειχθεί ότι ο ασθενής είναι θετικός, γίνεται άμεση επικοινωνία και ο ασθενής μπορεί να παραμείνει στο σπίτι με καθημερινή τηλεφωνική επικοινωνία. Αν υπάρξει επιδείνωση συνιστάται άμεση νοσηλεία.

Στη περίπτωση που το παιδί χρήζει νοσηλείας αυτή θα γίνει και πάλι σε προκαθορισμένο χώρο και η φροντίδα θα γίνει από εκπαιδευμένο προσωπικό που θα φέρει τα απαραίτητα ΜΑΠ (πίνακας). Είναι ιδιαίτερα σημαντικό να τονιστεί ότι ο γονέας που συνοδεύει το παιδί θα πρέπει και αυτός απαραιτήτως να ελεγχθεί για COVID-19 και να τηρεί σχολαστικά όλα τα μέτρα ατομικής προστασίας. Τονίζεται ότι επειδή τα περισσότερα ύποπτα κρούσματα τελικά δεν θα επιβεβαιωθούν ως λοίμωξη από COVID-19, θα πρέπει να γίνει προσπάθεια για τη κατά το δυνατόν νοσηλεία σε μόνωση όλων των ύποπτων κρουσμάτων και την μετακίνηση τους αργότερα και ανάλογα με το αποτέλεσμα του COVID-19.