Τα πιο απίθανα πρόσωπα

Γράφει ο Στέλιος Ιατρού.
Πριν από λίγες μέρες εκφώνησε μια μετριασμένη ομιλία για την Κίνα ο Αντιπρόεδρος των ΗΠΑ, Μάικ Πενς, ένας μάλλον ανέμπνευστος και βαρετός άνθρωπος που μου θυμίζει τον Κλαύδιο στα χρόνια του Καλιγούλα: προσποιείται τον παντελώς ετερόφωτο και ακίνδυνο ώστε να μην προκαλέσει την οργή του ψυχικά ευμετάβολου αυτοκράτορα που κυβερνά. Τη λέω μετριασμένη, γιατί όταν είχε αναβληθεί τον περασμένο Ιούνιο για μεταγενέστερη στιγμή, είχε υπονοηθεί μέσω διαρροών ότι προοριζόταν να είναι ιδιαίτερα καυστική, αλλά τώρα που εκφωνήθηκε μου φάνηκε συγκρατημένη. Μολονότι δεν περίμενα να το πω εγώ αυτό, η ομιλία του Πενς είχε δίκιο στον πυρήνα της.

Το πρόβλημα με τον Τραμπ και τον Πενς είναι πως παρέχουν με το παρελθόν και το παρόν τους τόσες εύλογες αφορμές για σκανδαλολογία ώστε να χάνουμε απ’ τα μάτια μας τη θεμελιώδη μετακίνηση της αμερικάνικης εξωτερικής πολιτικής που έλαβε χώρα στις μέρες τους, απ’ την πρόσδεση στην πλάνη της παγκοσμιοποίησης (Φόρουμ Νταβός, Economist, Financial Times, City Λονδίνου, Χρηματιστήριο Νέας Υόρκης, κατεστημένο Κλίντον, αργά-τα-ζα-μου-αργά-Μπαράκ, και ψευδοφιλελεύθερες ελίτ των δύο ακτών, που μαζεύουν επιταγές Πεκίνου) η οποία λειτούργησε τελικά με αυτοβλαπτικούς, απορρυθμιστικούς κανόνες υπέρ του Πεκίνου μοιάζει σαν να περνάμε τώρα στην αργοπορημένη επιστροφή προς την κυρίαρχη οικονομία του έθνους-κράτους, το οποίο όμως έχει υποστεί στον Δυτικό Κόσμο τέσσερις δεκαετίες αποβιομηχάνισης. Εδώ χωράει η ένσταση πως εφόσον η πλειονότητα των δυτικών κρατών υποστηρίζουν ακόμα την παγκοσμιοποίηση, η επιστροφή στο έθνος-κράτος ως διαμορφωτή του δικού του οικονομικού πεπρωμένου ανεξάρτητα απ’ την παγκόσμια κοινότητα δεν έχει ακόμα καταστεί το κυρίαρχο μοντέλο.

Παλιότερα υπήρχε μια τάση στα think tanks στη Δύση, επηρεασμένα απ’ τη σκέψη Κίσινγκερ και άλλων, όλες οι υποθέσεις των ΗΠΑ να συγκρίνονται με την σύγκρουση Αρχαίας Αθήνας με τη Σπάρτη, ή με τη σύγκρουση των Ελληνιστικών Βασιλείων με τη Ρώμη, όπου οι μεν πρώτες δυνάμεις στα ζεύγη αυτά αντιμετωπίζονταν ως αναπόφευκτα παρακμάζουσες και σε πτώση που τους έφερε σε αναπόδραστη σύγκρουση με τις ανερχόμενες δυνάμεις στο δεύτερο σκέλος των ζευγών που ανέφερα.

Το πόρισμά τους ήταν πως, για ν’ αποφευχθεί η σύγκρουση στην εποχή μας, ας επιτραπεί στην Κίνα ν’ αποκτήσει ομαλά τη θέση της στο παγκόσμιο σύστημα, πως η ένταξή της θα την εκσυγχρόνιζε τυφλά, και πως μονοδρομικά θα την έφερνε στον εκδημοκρατισμό, τη θεσμική φιλευθεροποίηση, την καπιταλιστική συνεργασία αντί για τη σύγκρουση με τις παλιές δυνάμεις, που ανεπίστρεπτα βρίσκονταν κατά την ανάλυση σε παρακμή και πτώση, αντίληψη που ήδη είχε στείλει ιδρωμένο τον Νίξον στο Πεκίνο — λεπτομέρειες του ταξιδιού φανερώνουν πως οι Κινέζοι εφάρμοσαν στον Αμερικανό Πρόεδρο τότε την αρχαιότατη εξωτερική πολιτική που πάντοτε εφάρμοζαν οι Κινέζοι απέναντι στους ηγεμόνες των βαρβάρων, όπως και οι Βυζαντινοί άλλωστε ασκούσαν παρόμοια αφ’ υψηλού διπλωματία.

Τούτη η θρυλούμενη κινεζική, ομαλή ένταξη ποτέ δεν συνέβη στο παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα, παρά τις πολιτικές détente και rapprochement, και γενικά αποφυγής συζήτησης του ελέφαντα στο δωμάτιο που οι Δυτικές ελίτ ακολούθησαν, ενώ φοδράριζαν με κινέζικο χρήμα τις τσέπες τους. Απ’ τη μετριοπαθή, συνεργάσιμη προεδρία του Ντενγκ Ζιάο Πινγκ περάσαμε στην προσωπολατρική αιώνια προεδρία Ζι, στη σκλήρυνση της στάσης του Πεκίνου σε ζητήματα ελευθεριών και δικαιωμάτων, και στη συσσώρρευση «χάρτινων» πλεονασμάτων από μιαν ανάπτυξη που στηρίχτηκε πάνω στην αποανάπτυξη και την αποβιομηχάνιση της Δύσης. Τα λέω «χάρτινα», υπονοώντας πως είναι πλασματικά και προορίζω τον χαρακτηρισμό να είναι σαρκαστικός, γιατί οι Κινέζοι είναι που εφηύραν το χαρτί. Η επόμενη οικονομική κρίση, ίσως μέσα στην ερχόμενη διετία, θα προέλθει απ’ τις κινεζικές τράπεζες, στις οποίες η δυτική επενδυτική χρηματοπιστωτική δραστηριότητα έχει γενικά φροντίσει να μην εκτεθεί σε τρομερά αυτοβλαπτικό βαθμό. Αυτό ίσως κάτι να λέει για τη γνησιότητα ή καλύτερα την αφερεγγυότητα των assets που δήθεν στηρίζουν το αδιαφανές, κινεζικό τραπεζικό χάος.

Με κάποια καθυστέρηση, ίσως και πέρα απ’ το κρίσιμο κατώφλι χωρίς επιστροφή, αναδύθηκαν και κάπως καιροσκοπικά πολιτικές δυνάμεις στον Δυτικό Κόσμο που αναπτύσσουν συχνά μιαν εθνικιστική και λαϊκιστική ρητορική — επιτρέποντας έτσι επικρίσεις σε βάρος τους — που προτείνουν ότι το ερμηνευτικό αφήγημα περί αναπόφευκτης παρακμής της Δύσης και ανταγωνιστικής ανόδου της Κίνας δεν είναι μονοδρομική εξέλιξη. Η πολιτική πράξη θα δείξει εάν είναι, εάν έχουν δίκιο ή άδικο.
Σίγουρα η αποτυχημένη ένεκα αναποφασιστικότητας προεδρία Ομπάμα επέτρεψε τη δημιουργία και στρατιωτική επάνδρωση των πεντέξι κινεζικών τεχνητών νησιών στη Νότια Σινική Θάλασσα, που ελέγχουν έτσι το ⅓ περίπου του παγκόσμιου ναυτικού εμπορίου, που διέρχεται από κει, και περιόρισαν την προβολή ισχύος των ΗΠΑ στο άκρο αυτό του Ειρηνικού.

Εμείς στην Ευρώπη νομίζουμε πως οι ΗΠΑ θέλουν να είναι Ατλαντική δύναμη, γιατί κουβαλάμε τα ομφαλοσκοπικά μάτια και τις γνωστικές προκαταλήψεις του γηραιού μας σαρκίου, όμως οι ΗΠΑ ποτέ δεν ξεγελάστηκαν, και γνωρίζουν πως είναι δύναμη του Ειρηνικού. Στις μέρες μας βρίσκονται σε αποδρομή στο τμήμα εκείνο του πλανήτη, τάση που ίσως επιχειρείται ν’ ανακοπεί με τις νέες συμφωνίες που υπογράφηκαν (νέο NAFTA, καταγγελία TPP) προκειμένου η εποχή Τραμπ να οργανώσει ένα καινούργιο λειτουργικό πλαίσιο σε Βόρεια (και Νότια) Αμερική και διμερώς με την Ιαπωνία. Άτσαλα και βιαστικά; Θ’ ανατραπούν άραγε αυτές οι συμφωνίες απ’ τον διάδοχό του; Θα δούμε.

Εκτιμώ πως η επιλογή της «αοράτου χειρός» να διαχειριστεί ο τηλεοπτικός τρελάρας Τραμπ αυτό το αναδιοργανωτικό έργο των ισορροπιών του πλανήτη κινδυνεύει να ναυαγήσει εξαιτίας των αδυναμιών του πολλαπλώς ευάλωτου προέδρου που είναι εκτεθειμένος έναντι των θεσμικών αντιπάλων του. Ο ιδιότυπος, όμως, πόλεμος οικονομίας κι επιρροής μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας ξεκινά με το μανιφέστο που περιέχεται σ’ αυτήν την ομιλία του Μάικ Πενς, κι έτσι τα πιο απίθανα πρόσωπα συνδέουν τα ονόματά τους με την παραγωγή ιστορίας.