
Μετά τη διακοπή του Αυγούστου, συνεχίζεται σήμερα Δευτέρα (7/9) η δίκη για το έγκλημα στα Τέμπη, στο Συνεδριακό Κέντρο του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, στο συγκρότημα ΓΑΙΟΠΟΛΙΣ.
Η σημερινή συνεδρίαση σηματοδοτεί την έναρξη ενός νέου κρίσιμου σταδίου της ακροαματικής διαδικασίας, καθώς μετά την απαγγελία της κατηγορίας από την εισαγγελέα του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας, στις 28 Ιουλίου, σειρά παίρνουν οι υπερασπιστικοί ισχυρισμοί των 36 κατηγορουμένων.
Οι ισχυρισμοί που αναμένεται να αναπτυχθούν αφορούν τόσο αυτοτελείς ισχυρισμούς όσο και αρνητικούς ισχυρισμούς επί των κατηγοριών. Ωστόσο, ο χρόνος που θα απαιτηθεί δεν αναμένεται να είναι ίδιος για όλους τους κατηγορουμένους, καθώς ορισμένοι συνήγοροι υπεράσπισης έχουν ήδη αναπτύξει μέρος των θέσεών τους πριν από την τυπική απαγγελία της κατηγορίας.
Μετά την ολοκλήρωση αυτού του σταδίου, το δικαστήριο αναμένεται να γνωστοποιήσει τη λίστα των μαρτύρων και να περάσει στην αποδεικτική διαδικασία.
Οι πρώτοι μάρτυρες και η έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας
Όπως είχε ανακοινώσει η πρόεδρος της έδρας λίγο πριν από την ολοκλήρωση της τελευταίας συνεδρίασης, μετά τους υπερασπιστικούς ισχυρισμούς θα γίνει γνωστό το σύνολο των μαρτύρων που θα κληθούν να καταθέσουν.
Η αρχή της αποδεικτικής διαδικασίας αναμένεται να γίνει με τις καταθέσεις της οικογένειας του μηχανοδηγού της επιβατικής αμαξοστοιχίας, ο οποίος ήταν ένα από τα 57 θύματα της τραγωδίας.
Η εξέλιξη αυτή σηματοδοτεί ουσιαστικά τη μετάβαση της δίκης από τα διαδικαστικά ζητήματα και τις θέσεις των πλευρών στην εξέταση του αποδεικτικού υλικού και των μαρτυρικών καταθέσεων.
Τι έχει προηγηθεί στους πρώτους πέντε μήνες της δίκης
Η σημερινή συνεδρίαση πραγματοποιείται έχοντας προηγηθεί πέντε μήνες ακροαματικής διαδικασίας, από την έναρξη της δίκης στις 23 Μαρτίου μέχρι τη διακοπή στις 28 Ιουλίου.
Σε αυτό το διάστημα, ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα που απασχόλησαν το δικαστήριο ήταν οι συνθήκες διεξαγωγής της δίκης και κυρίως το μέγεθος της αίθουσας.
Από την πρώτη κιόλας δικάσιμο, δικηγόροι και συγγενείς θυμάτων είχαν εκφράσει έντονες αντιδράσεις για τον διαθέσιμο χώρο. Η πρώτη παρέμβαση έγινε με την αφαίρεση γυψοσανίδων και την ενοποίηση του φουαγιέ με την κύρια δικαστική αίθουσα.
Η μεγαλύτερη αλλαγή ήρθε τον Μάιο, όταν το δικαστήριο διέκοψε τη διαδικασία για έναν μήνα προκειμένου να πραγματοποιηθούν εκτεταμένες εργασίες. Αφαιρέθηκαν επιπλέον γυψοσανίδες από γειτονικούς χώρους, με αποτέλεσμα το συνολικό εμβαδόν της αίθουσας να αυξηθεί από 283,75 τ.μ. σε 452,01 τ.μ.
Παράλληλα, προστέθηκαν περισσότερες θέσεις για τους συνηγόρους, αλλά και καθίσματα για το κοινό.
Ποιοι παρίστανται προς υποστήριξη της κατηγορίας
Μετά το ζήτημα της αίθουσας, το δικαστήριο ασχολήθηκε με τις δηλώσεις παράστασης προς υποστήριξη της κατηγορίας.
Αρχικά είχαν δηλώσει παράσταση συγγενείς θυμάτων, τραυματίες, Δικηγορικοί Σύλλογοι και το σωματείο μηχανοδηγών «Πανελλήνια Ένωση Προσωπικού Έλξης».
Ιδιαίτερη συζήτηση προκάλεσε, ωστόσο, η παράσταση του Ελληνικού Δημοσίου. Συγγενείς θυμάτων και συνήγοροί τους αντέδρασαν υποστηρίζοντας ότι, καθώς το Δημόσιο στρεφόταν μόνο κατά τριών κατηγορούμενων σταθμαρχών και του τότε προϊσταμένου του Τμήματος Επιθεώρησης Λάρισας, ουσιαστικά έμεναν εκτός του συγκεκριμένου πλαισίου ευθύνης πρόσωπα που ελέγχονται για τα προβλήματα και τα κενά στα συστήματα ασφαλείας.
Τελικά, το δικαστήριο απέρριψε τις παραστάσεις των Δικηγορικών Συλλόγων και του σωματείου και έκανε δεκτή την παράσταση του Ελληνικού Δημοσίου μόνο για το κακούργημα της διατάραξης της ασφάλειας των συγκοινωνιών.
Τα αιτήματα που τέθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου
Στη συνέχεια, η διαδικασία πέρασε στην εξέταση σειράς αιτημάτων από τις πλευρές.
Μεταξύ άλλων, υποβλήθηκαν αιτήματα για την οπτικοακουστική κάλυψη και μετάδοση της δίκης, την κλήση επιπλέον μαρτύρων, αλλά και την αναβάθμιση των κατηγοριών και την άσκηση διώξεων για νέα αδικήματα.
Το αίτημα για την κάλυψη της δίκης απορρίφθηκε, ενώ για αιτήματα που συνδέονταν με την αναβάθμιση των κατηγοριών το δικαστήριο επιφυλάχθηκε, συνδέοντας την τελική κρίση με την εξέλιξη της αποδεικτικής διαδικασίας.
Τον Ιούλιο τέθηκαν επίσης ζητήματα που αφορούσαν την πορεία της συγκεκριμένης δίκης σε σχέση με τη δικογραφία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας για τη Σύμβαση 717.
Συνήγοροι υπεράσπισης κατηγορουμένων στελεχών της ΕΡΓΟΣΕ ζήτησαν την αναβολή της δίκης μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία. Το αίτημα απορρίφθηκε.
Παράλληλα, απορρίφθηκαν ενστάσεις ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, καθώς και αίτημα να κηρυχθεί απαράδεκτη η ποινική δίωξη σε βάρος πρώην προέδρου της ΕΡΓΟΣΕ λόγω εκκρεμοδικίας.
Απορρίφθηκαν επίσης ενστάσεις απαραδέκτου της ποινικής δίωξης λόγω δεδικασμένου που είχαν υποβληθεί για συγκεκριμένους κατηγορουμένους της ΕΡΓΟΣΕ.
Η απαγγελία των κατηγοριών
Στις 28 Ιουλίου ξεκίνησε η απαγγελία των κατηγοριών από τον σταθμάρχη της βραδινής βάρδιας.
Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, ο σταθμάρχης δεν προχώρησε σε αυτόματη χάραξη και δεν ρύθμισε σωστά χειροκίνητα την κυκλοφορία. Παράλληλα, δεν έλεγξε τον τοπικό πίνακα χειρισμού ώστε να επιβεβαιώσει ότι η επιβατική αμαξοστοιχία κινούνταν στη γραμμή ανόδου και όχι στη γραμμή καθόδου.
Στο εδώλιο βρίσκονται επίσης οι δύο συνάδελφοί του από την απογευματινή βάρδια, οι οποίοι, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, αποχώρησαν πριν από την ολοκλήρωση της βάρδιάς τους, αφήνοντάς τον μόνο του να ρυθμίσει την κυκλοφορία.
Κατηγορούμενος είναι και ο τότε προϊστάμενος Επιθεώρησης του ΟΣΕ, στον οποίο αποδίδεται ότι τοποθέτησε τον σταθμάρχη στη συγκεκριμένη βραδινή βάρδια, ενώ, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, γνώριζε ότι δεν είχε την απαιτούμενη εμπειρία για το συγκεκριμένο πόστο.
Η μετάταξη του σταθμάρχη
Για το πλημμέλημα της παράβασης καθήκοντος κατηγορούνται δύο μέλη της επιτροπής μετατάξεων του ΟΣΕ, καθώς και ο πρόεδρος του ΟΣΕ, οι οποίοι ενέκριναν το 2022 τη μετάταξη του σταθμάρχη στο πλαίσιο της κινητικότητας.
Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, κατά τη διαδικασία υπήρχε ζήτημα με το ηλικιακό όριο που είχε τεθεί, ενώ ο σταθμάρχης δεν ήταν ειδικός στον τομέα των μεταφορών και της οδικής ασφάλειας.
Οι κατηγορίες για τα στελέχη του ΟΣΕ
Συνολικά δέκα στελέχη του ΟΣΕ, μεταξύ των οποίων πρώην πρόεδροι και διευθύνοντες σύμβουλοι, διευθυντές Διευθύνσεων Σιδηροδρομικών Συστημάτων και γενικοί διευθυντές της Γενικής Διεύθυνσης Δικτύου, αντιμετωπίζουν κατηγορίες για παραλείψεις που συνδέονται με τη λειτουργία και την ασφάλεια του σιδηροδρομικού δικτύου.
Στο κατηγορητήριο περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, η μη επισκευή βλαβών στη σηματοδότηση και την τηλεδιοίκηση στο τμήμα του δικτύου μεταξύ του Σιδηροδρομικού Σταθμού Λάρισας και του Σιδηροδρομικού Σταθμού Νέων Πόρων.
Παράλληλα, αποδίδεται η παράλειψη επιβολής εγκυκλίου βραδυπορίας για τον περιορισμό της ταχύτητας των αμαξοστοιχιών στο συγκεκριμένο τμήμα, αλλά και η παράλειψη ορισμού δύο σταθμαρχών στη βραδινή βάρδια του Σιδηροδρομικού Σταθμού Λάρισας.
Η Σύμβαση 717 και τα στελέχη της ΕΡΓΟΣΕ
Για 16 στελέχη της ΕΡΓΟΣΕ, μεταξύ των οποίων πρώην πρόεδροι, αντιπρόεδροι και διευθύνοντες σύμβουλοι, διευθυντές και προϊστάμενοι, καθώς και επιβλέποντες μηχανικοί και επιβλέποντες σιδηροδρομικών συστημάτων, οι αποδιδόμενες παραλείψεις συνδέονται με τη μη ολοκλήρωση της Σύμβασης 717.
Η σύμβαση αφορούσε την «Ανάταξη και Αναβάθμιση του συστήματος Σηματοδότησης-Τηλεδιοίκησης και Αντικατάστασης 70 Αλλαγών Τροχιάς σε Εντοπισμένα Τμήματα του Άξονα Αθήνα – Θεσσαλονίκη – Προμαχώνας (πλην τμήματος Τιθορέα – Δομοκός)».
Στο κατηγορητήριο γίνεται αναφορά στις συνολικά επτά παρατάσεις που δόθηκαν για την ολοκλήρωση της σύμβασης, καθώς και στη συμπληρωματική σύμβαση.
Οι κατηγορίες για ΡΑΣ και Υπουργείο Μεταφορών
Από τους φορείς εποπτείας του ελληνικού σιδηροδρόμου παραπέμφθηκε η πρώην πρόεδρος της Ρυθμιστικής Αρχής Σιδηροδρόμων.
Από το Υπουργείο Μεταφορών και Υποδομών παραπέμφθηκαν ένας πρώην αναπληρωτής προϊστάμενος της Γενικής Διεύθυνσης Μεταφορών και η τότε προϊσταμένη της Διεύθυνσης Σιδηροδρομικών Μεταφορών.
Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, μεταξύ των παραλείψεων που τους αποδίδονται είναι ότι δεν προχώρησαν σε συστάσεις και υποδείξεις προς τον ΟΣΕ για τη συντήρηση και την ανάταξη του συγκεκριμένου τμήματος του δικτύου, αλλά και ότι δεν επιβλήθηκαν διοικητικές κυρώσεις.
Οι δύο κατηγορούμενοι της Hellenic Train
Ξεχωριστό σκέλος αφορά τη μη λειτουργία του συστήματος ραδιοεπικοινωνίας GSM-R.
Για το συγκεκριμένο ζήτημα κατηγορούνται από την Hellenic Train ο τότε διευθύνων σύμβουλος και ο τεχνικός διευθυντής της εταιρείας.
Οι δύο αντιμετωπίζουν μόνο πλημμεληματικές κατηγορίες και συγκεκριμένα ανθρωποκτονία από αμέλεια κατά συρροή, βαριά σωματική βλάβη από αμέλεια από υπόχρεο κατά συρροή και απλή σωματική βλάβη από αμέλεια από υπόχρεο κατά συρροή.
Το κακούργημα που αντιμετωπίζουν 33 κατηγορούμενοι
Συνολικά 33 από τους κατηγορουμένους, πέρα από τις πλημμεληματικές κατηγορίες για ανθρωποκτονία και σωματικές βλάβες από αμέλεια, αντιμετωπίζουν και κατηγορία σε βαθμό κακουργήματος.
Πρόκειται για την επικίνδυνη παρέμβαση στη συγκοινωνία μέσων σταθερής τροχιάς με ενδεχόμενο δόλο, μέσω επικίνδυνων για την ασφάλεια της συγκοινωνίας πράξεων, από τις οποίες μπορούσε να προκύψει κοινός κίνδυνος για ξένα πράγματα και κίνδυνος για ανθρώπους.
Στο κατηγορητήριο αναφέρεται ότι οι πράξεις αυτές είχαν ως αποτέλεσμα τον θάνατο μεγάλου αριθμού ανθρώπων, τη βαριά σωματική βλάβη περισσότερων ανθρώπων και σημαντική βλάβη σε εγκαταστάσεις κοινής ωφέλειας, ενώ η πράξη αποδίδεται και κατ’ εξακολούθηση.
Για το συγκεκριμένο κακούργημα προβλέπεται ποινή έως και ισόβια κάθειρξη.
















































