
Πολυετείς ποινές κάθειρξης επέβαλε το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης σε επτά από τους δέκα κατηγορούμενους για συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση που φέρεται να αποκτούσε παράνομα πρόσβαση σε τραπεζικούς λογαριασμούς ανυποψίαστων πολιτών.
Η συνολική οικονομική ζημία που προκλήθηκε από τη δράση της ομάδας, σύμφωνα με τα στοιχεία της υπόθεσης, ξεπερνά τις 175.000 ευρώ, ενώ μεταξύ των θυμάτων περιλαμβάνονται δεκάδες πολίτες.
Η υπόθεση εξιχνιάστηκε έπειτα από έρευνα της Υποδιεύθυνσης Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος Βόρειας Ελλάδας και αφορά δράση που φέρεται να αναπτύχθηκε την περίοδο 2018-2019.
Κλεμμένα δεδομένα και πρόσβαση μέσω Dark Web
Σύμφωνα με τη δικογραφία, τα μέλη της οργάνωσης φέρονται να αξιοποιούσαν προσωπικά και τραπεζικά δεδομένα που είχαν αποκτηθεί παράνομα και διακινούνταν στο Dark Web.
Τα στοιχεία αυτά περιλάμβαναν, σύμφωνα με την υπόθεση, διαπιστευτήρια πρόσβασης, προσωπικά δεδομένα και άλλες πληροφορίες τραπεζικών πελατών.
Στη συνέχεια, με παράνομες μεθόδους που περιγράφονται στη δικογραφία, φέρονται να επιχειρούσαν να παρακάμψουν τις δικλίδες ασφαλείας των τραπεζών και να αποκτήσουν πρόσβαση στις ηλεκτρονικές τραπεζικές υπηρεσίες και στους λογαριασμούς των θυμάτων.
Από αγορές ηλεκτρονικών μέχρι πληρωμές οφειλών
Η δράση του κυκλώματος, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, δεν περιοριζόταν μόνο στην αφαίρεση χρημάτων.
Από τραπεζικούς λογαριασμούς που φέρονται να είχαν παραβιαστεί εκδίδονταν, κατά περίπτωση, προπληρωμένες χρεωστικές κάρτες, με τις οποίες πραγματοποιούνταν αγορές ηλεκτρονικών συσκευών.
Οι συσκευές αυτές φέρονται στη συνέχεια είτε να χρησιμοποιούνταν είτε να μεταπωλούνταν.
Παράλληλα, σύμφωνα με τη δικογραφία, χρήματα από λογαριασμούς θυμάτων φέρεται να χρησιμοποιήθηκαν για την εξόφληση οφειλών προς την Εφορία, τη ΔΕΗ και εταιρείες κινητής τηλεφωνίας.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, σύμφωνα με όσα περιγράφονται στην υπόθεση, φέρεται να πραγματοποιούνταν και συναλλαγές με κρυπτονομίσματα, με σκοπό να δυσχεραίνεται η παρακολούθηση των χρηματικών ροών.
Πρώην ιερέας και αστυνομικός μεταξύ των καταδικασθέντων
Το δικαστήριο επέβαλε ποινές από φυλάκιση έως και 11 έτη κάθειρξης σε επτά κατηγορούμενους, ενώ τρεις αθωώθηκαν.
Μεταξύ των καταδικασθέντων περιλαμβάνονται, σύμφωνα με τα στοιχεία της υπόθεσης, ένας πρώην ιερέας, ο ανιψιός του, καθώς και ένας αστυνομικός.
Στον 42χρονο πρώην ιερέα επιβλήθηκε ποινή κάθειρξης 11 ετών, ενώ στον 26χρονο ανιψιό του επιβλήθηκε κάθειρξη 10 ετών.
Για την ίδια υπόθεση καταδικάστηκε και αστυνομικός, στον οποίο επιβλήθηκε ποινή κάθειρξης επτά ετών για τη συμμετοχή του στην εγκληματική οργάνωση και συνέργεια στις απάτες.
Για τους καταδικασθέντες στους οποίους επιβλήθηκαν ποινές κάθειρξης, το δικαστήριο αποφάσισε ότι η έφεση δεν θα έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα.
Αρνήθηκαν τις κατηγορίες
Οι κατηγορούμενοι αρνήθηκαν, μέσω των συνηγόρων τους, τις κατηγορίες που τους αποδίδονταν.
Ο 26χρονος, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στο δικαστήριο, αποδέχθηκε μέσω της υπεράσπισής του το πλημμέλημα της παράνομης πρόσβασης σε σύστημα πληροφοριών, ενώ η πλευρά του επικαλέστηκε πάθηση που, όπως υποστήριξε, επηρεάζει τη δυνατότητα πλήρους καταλογισμού των πράξεών του.
Η υπόθεση αναδεικνύει για ακόμη μία φορά τους κινδύνους που αντιμετωπίζουν οι πολίτες από την παράνομη διακίνηση προσωπικών και τραπεζικών δεδομένων και τη χρήση τους σε οργανωμένες ηλεκτρονικές απάτες.

















































