Θεσσαλονίκη: Καβγάδισε με τη σύζυγό του και επιτέθηκε στους αστυνομικούς

Σε ποινή φυλάκισης 22 μηνών, με τρία χρόνια αναστολή, καταδικάστηκε από το Αυτόφωρο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης ένας 32χρονος που επιτέθηκε σε αστυνομικούς όταν έφτασαν στο σπίτι του για να ελέγξουν καταγγελία για ενδοοικογενειακή βία.

Ο άντρας κρίθηκε ένοχος για επικίνδυνη σωματική βλάβη, εξύβριση και βία κατά υπαλλήλων, ενώ απαλλάχτηκε από τις κατηγορίες περί ενδοοικογενειακής βίας.

Όπως έγινε γνωστό κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, όλα συνέβησαν τα μεσάνυχτα της Κυριακής (20/11) όταν το Κέντρο της Άμεσης Δράσης δέχθηκε δύο κλήσεις από πολίτες για περιστατικό ενδοοικογενειακής βίας σε διαμέρισμα της ανατολικής Θεσσαλονίκης.

Πλήρωμα της Άμεσης Δράσης έφτασε άμεσα με περιπολικό στο σημείο και οι δύο αστυνομικοί εισήλθαν στην πολυκατοικία, προκειμένου να εντοπίσουν το σπίτι. Τότε, όπως περιέγραψαν σήμερα στο δικαστήριο, χτύπησαν το κουδούνι της οικείας που τους υπέδειξαν και τους άνοιξε ο 32χρονος άντρας, λέγοντάς τους να περάσουν μέσα στο σπίτι.

Οι αστυνομικοί τον ρώτησαν πού είναι η σύζυγός του, με σκοπό να μιλήσουν μαζί της και να βεβαιωθούν ότι είναι καλά στην υγεία της, αφού γείτονες είχαν καταγγείλει ότι άκουσαν φασαρία και μια γυναίκα να καλεί σε βοήθεια.

«Μόλις μπήκαμε στο σπίτι, έκλεισε ξαφνικά με πάρα πολύ δύναμη την πόρτα, έβαλε τον σύρτη και μας κλείδωσε μέσα. Φώναζε “σας φοβάμαι”, “έχετε όπλο και ήρθατε στο σπίτι μας”. Ρωτήσαμε πού είναι η γυναίκα και μας είπε ότι θηλάζει, ενώ άρχισε να με σπρώχνει και μου έριξε μια κουτουλιά στο μάτι», περιέγραψε στην κατάθεσή του ο αστυνομικός που δέχθηκε την επίθεση.

«Μόλις ήρθε η γυναίκα είχε αμυχές στο πρόσωπο και γρατσουνιά. Μας φώναζε να αφήσουμε τον άντρα της. Μετά ο κατηγορούμενος μου επιτέθηκε με κλωτσιές και μπουνιές, τον απώθησα, έβλεπα ότι η κατάσταση χειροτερεύει. Προσπάθησα τρεις φορές να ανοίξω την πόρτα, την τρίτη φορά κατάφερα να βγάλω τον σύρτη και να βγω έξω», σημείωσε.

Ο μάρτυρας ανέφερε στο δικαστήριο πως η βία εναντίον του από τον 32χρονο δεν σταμάτησε εκεί, αφού του επιτέθηκε ξανά στον διάδρομο της πολυκατοικίας και κόντεψε να χάσει τις αισθήσεις του. «Με άρπαξε με κεφαλοκλείδωμα από τον λαιμό για να με πνίξει όταν ήμουν στο διάδρομο. Δεν καταλάβαινε, ήταν σε αμόκ. Δεν ήταν μεθυσμένος, φαινόταν ότι είχε πιει, μύριζε αλκοόλ. Δεν μπορούσα να αντιδράσω από το κεφαλοκλείδωμα και σχεδόν έχασα τις αισθήσεις μου. Με έσωσε ο συνάδελφος μου», είπε ο αστυνομικός, ενώ οι συνάδελφοί του επιβεβαίωσαν την κατάθεσή του.

Η σύλληψη

«Δεν προλάβαμε να πούμε τίποτα, κατευθείαν μας άρπαξε. Μόλις του βγάλαμε τα χέρια από τον λαιμό μου, κατεβήκαμε κάτω με τον συνάδελφο να καλέσουμε ενισχύσεις, καθώς, αν συνεχίζαμε, θα είχαμε θέμα και θα χτυπούσαμε. Πέντε λεπτά μετά κατέβηκε κάτω μας έλεγε “κ…μπατσους, γιωτάδες”, “είμαι εκπαιδευτής σας”, “ήρθατε εδώ να κάνετε μαγκιά”, “ανεβείτε επάνω να σας γ…ω”. Του δίναμε εντολές να ηρεμήσει. Ήρθαν συνάδελφοι από την ομάδα Ζ και καταφέραμε να τον δεσμεύουμε για να τον συλλάβουμε», σημείωσε ο αστυνομικός, τονίζοντας ότι ο άντρας αντιστάθηκε κατά τη σύλληψη και πως κλώτσησε δύο μηχανές της ομάδας Ζ, χωρίς να καταφέρει να τις ρίξει.

«Χτυπούσε με μπουνιές στο κεφάλι και το σώμα τον συνάδελφό μου, προσπαθούσε να τον πιάσει από το λαιμό», κατέθεσε, μεταξύ άλλων, ο δεύτερος αστυνομικός που μπήκε στο διαμέρισμα.

Ο εισαγγελέας της έδρας ανέφερε αρκετές φορές στους αστυνομικούς πως δεν είχαν κανένα δικαίωμα να μπουν στο εσωτερικό του διαμερίσματος του ζευγαριού χωρίς ένταλμα από δικαστικό λειτουργό, με τον αστυνομικό που δέχθηκε την πρώτη επίθεση να του απαντάει πως «μπορούμε να μπούμε κανονικά όταν έχουμε ενδείξεις από όλη τη γειτονιά ότι κινδυνεύει ανθρώπινη ζωή».

Η κατάθεση της νεαρής μητέρας

Πρώτη στο δικαστήριο κατέθεσε η 27χρονη σύζυγος του κατηγορούμενου, καθώς ο 32χρονος αντιμετώπιζε και την κατηγορία της ενδοοικογενειακής βίας εις βάρος της.

Η γυναίκα περιέγραψε αναλυτικά όσα έγιναν το απόγευμα του Σαββάτου, μέχρι τα μεσάνυχτα της Κυριακής που οι αστυνομικοί εμφανίστηκαν στην είσοδο του σπιτιού τους. Όπως είπε, εκείνη την ημέρα είχαν μαζευτεί στο σπίτι τους με φίλους για να γιορτάσουν τη γέννηση της κόρης τους, η οποία είχε γίνει 40 ημερών. Ο σύζυγός της κατανάλωσε αλκοόλ στις 6 το απόγευμα, κάτι το οποίο δεν συνήθιζε, καθώς είναι αθλητής του στίβου.

«Λίγο πριν τις 12 τα μεσάνυχτα οι φίλοι του αποφάσισαν να φύγουν και ο σύζυγός μου ήθελε να τους ακολουθήσει για να βγουν έξω και διασκεδάσουν. Εγώ δεν ήθελα και του είπα να μείνει μαζί μου να με βοηθήσει με το παιδί, να καθαρίσω και ότι είχε πιει πάρα πολύ και δεν ήθελα να φύγει. Υπήρξε ένταση, φωνάζαμε πάρα πολύ δυνατά, όπως όλα τα ζευγάρια, αλλά δεν με χτύπησε ο σύζυγός μου. Φωνάζαμε και οι δύο. Ξύπνησε το μωρό και πήγα για να θηλάσω. Εκείνη τη στιγμή άκουσα το κουδούνι», ανέφερε αρχικά η γυναίκα.

Η ίδια υποστήριξε στην κατάθεσή της πως από την κρεβατοκάμαρα άκουσε τον σύζυγό της που άνοιξε την πόρτα να φωνάζει προς τους αστυνομικούς: «Έχεις όπλο, μπήκες στο σπίτι μου και έχεις όπλο ενώ εγώ όχι», εξηγώντας ότι ο ένας από τους δύο αστυνομικούς κρατούσε τη θήκη του όπλου του. «Όταν οι αστυνομικοί με ρώτησαν τους είπα ότι δεν συμβαίνει κάτι. Ο ένας κρατούσε τον σύζυγό μου από τον καρπό και σε κάποια φάση ήθελε να του βάλει χειροπέδες. Ο σύντροφος μου τον έσπρωξε με το κεφάλι», ανέφερε.

Λίγο πριν ξεσπάσει σε κλάματα είπε στο δικαστήριο πως ο σύζυγός της «είναι ένας υπέροχος σύντροφος και ένας υπέροχος πατέρας. Είναι άδικο που στερείται το παιδί του. Χρειάζεται τον μπαμπά του, είναι μόλις 50 ημερών. Θέλω να γυρίσουμε σπίτι μας, να τελειώνουν όλα αυτά. Ήταν πολύ ζαλισμένος μπροστά στους αστυνομικούς, είναι υπέροχος άνθρωπος».

Η απολογία

Ο 32χρονος στην απολογία του ζήτησε ένα μεγάλο συγνώμη από τους αστυνομικούς για ότι έγινε τα ξημερώματα της Κυριακής και υποστήριξε πως δεν ήταν ο εαυτός του. Είπε ότι γιόρταζαν τις 40 ημέρες της κόρης τους και πως ήπιε αλκοόλ ενώ δεν το συνηθίζει.

«Είπαμε να πάμε για ποτό, αλλά η σύζυγός μου ήταν αρνητική και ξεκίνησε να κάνει παράπονα. Εγώ φώναζα, ήθελα να διασκεδάσω μία φορά και της έλεγα να μη μου το χαλάει. Ήθελα να βγω έξω και δεν μου το επέτρεπε. Άρχισε να κλαίει και αποσύρθηκε», είπε, τονίζοντας ότι «δεν την χτύπησα ποτέ και ούτε πρόκειται να τη χτυπήσω».

Ο κατηγορούμενος στην απολογία του ανέφερε πως όταν οι αστυνομικοί μπήκαν μέσα στο σπίτι τους, είδε τα όπλα που είχαν στη θήκη τους και τους εξήγησε πως δεν χτύπησε τη σύζυγό του. Ο ίδιος υποστήριξε πως έβρισε όταν είδε δύο αστυνομικούς στην είσοδο της πολυκατοικίας να σπρώχνουν τη σύζυγό του που κρατούσε στην αγκαλιά της το βρέφος, ενώ κατήγγειλε ότι έπεσε θύμα αστυνομικής βίας.

Ο 32χρονος είπε στο δικαστήριο πως οι αστυνομικοί τον κλωτσούσαν στο σώμα, ενώ αρνήθηκε ότι τους χτύπησε, ότι έκανε κεφαλοκλείδωμα και ότι έριξε κουτουλιά στον πρώτο αστυνομικό. «Δεν αντιστάθηκα. Με χτύπησαν στο μάτι με κλωτσιές. Με έσπρωχναν, σκόνταψα πάνω στη μηχανή. Έξω από τμήμα με έσερναν από τις χειροπέδες και με χτυπούσαν», υποστήριξε.

Σημειώνεται ότι ο κατηγορούμενος εμφανίστηκε στο δικαστήριο με μελανιά στο πρόσωπο, ωστόσο κανένας αστυνομικός δεν κατέθεσε ότι ασκήθηκε υπέρμετρη βία κατά τη διάρκεια διερεύνησης της καταγγελίας και της σύλληψης, ούτε όταν έφτασαν στο Αστυνομικό Τμήμα.