Το Ιράν πουλήθηκε στην Κίνα και τη Ρωσία – συναγερμός στη Δύση

Γράφει ο Δημήτρης Θωμάς.

 

Το ισλαμιστικό καθεστώς της Τεχεράνης παρέδωσε το Ιράν στην Κίνα, με αντάλλαγμα εγγυήσεις ασφαλείας απέναντι στη Δύση. Καθώς το καθεστώς δεν συμμορφώθηκε ποτέ πλήρως με την αρχική συμφωνία για το πυρηνικό του οπλοστάσιο, είναι πασιφανές ότι το άνοιγμα του Ιράν στην Ανατολή συνεπάγεται την απόρριψη οποιασδήποτε συμφωνίας με τη Δύση. Στα τέλη Μαρτίου ολοκληρώθηκε ο 25ετής στρατηγικός διάλογος Ιράν – Κίνας, προκαλώντας αναστάτωση στη διεθνή κοινότητα αλλά και ικανοποίηση, εντός του Ιράν.

Η Ισλαμική Δημοκρατία εμφανίζεται να έχει παραχωρήσει όλες τις πλουτοπαραγωγικές πηγές της, τον ορυκτό πλούτο, τις αγορές αλλά και μεγάλα έργα στο Πεκίνο, για τουλάχιστον 25 χρόνια, με αντάλλαγμα εγγυήσεις ασφαλείας για το Ιράν εναντίον της Δύσης. Ο Πρόεδρος Μπάϊντεν έχει ήδη εκφράσει τη μεγάλη ανησυχία των ΗΠΑ για τη στροφή του Ιράν προς την Ανατολή, παράλληλα όμως ελπίζει ότι μια συμφωνία με το Ιράν για το πυρηνικό πρόγραμμα είναι δυνατή. Αυτό βέβαια αποτελεί μια αντίθεση, καθώς εν όψει των συμφωνιών του με την Κίνα, το καθεστώς του Ιράν απέκλεισε προκαταβολικά κάθε συμφωνία με τη Δύση και τις ΗΠΑ.

Η 25ετής συμφωνία είναι ουσιαστικά μια σειρά από τριμερείς συμφωνίες που προβλέπουν συνεργασία υπηρεσιών ασφαλείας και στρατιωτικών υπηρεσιών, μεταξύ Ιράν, Κίνας και Ρωσίας, συμφωνίες που ουσιαστικά ανατρέπουν την ισορροπία δυνάμεων στη Μέση Ανατολή. Οι όροι προβλέπουν ότι πολεμικά αεροσκάφη της Κίνας και της Ρωσίας θα έχουν απεριόριστη πρόσβαση σε αεροπορικές βάσεις του Ιράν, ενώ πλοία των δύο μεγάλων δυνάμεων θα έχουν ελευθερία ελλιμενισμού σε ιρανικά λιμάνια του Περσικού Κόλπου και της Θάλασσας του Ομάν. Επιπλέον η Ρωσία θα εγκαταστήσει σε όλη την επικράτεια του Ιράν συστήματα ηλεκτρονικού πολέμου, τα οποία θα συνδέονται με Στρατηγεία Ηλεκτρονικού Πολέμου της Ρωσίας, αλλά και της Κίνας.

Επίσης η Κίνα και η Ρωσία έχουν διαμηνύσει στη Δύση μέσω ΟΗΕ, ότι αντιτίθενται στη συνέχιση του εμπάργκο όπλων στο Ιράν και ότι υποστηρίζουν τη συνέχιση του πυρηνικού του προγράμματος. Διεθνείς αναλυτές εκτιμούν ότι η Μόσχα και το Πεκίνο καλύπτουν το κενό που έχουν αφήσει οι ΗΠΑ και η Ευρώπη, και στηρίζουν ευρασιατικές αυταρχικές δημοκρατίες που αποτελούν μεγάλη απειλή για τα συμφέροντα της φιλελεύθερης Δύσης. Τόσο η προβολή ισχύος της Ρωσίας σε Καύκασου, Ουκρανία και Μέση Ανατολή, όσο και οι βλέψεις της Κίνας στο Χονγκ Κονγκ, την Ανατολική και Νότια Ασία, και τη Μέση Ανατολή, αλλά και η αιματηρή Τζιχάντ που έχει εξαπολύσει το Ιράν στον Ισλαμικό Κόσμο, πρέπει να αναλυθούν υπό το πρίσμα μιας ευρύτερης οπτικής σύγκρουσης μεταξύ Δύσης, Κίνας και Ρωσίας. Η συμφωνία Ιράν – Κίνας – Ρωσίας θεωρείται χαστούκι στο πρόσωπο της Δύσης και της Δημοκρατίας, και πολλοί εκτιμούν ότι το τρίο των χωρών αυτών βρίσκεται σε σταθερή πορεία σύγκρουσης με τις ΗΠΑ και τη Δύση, αλλά και την Φιλελεύθερη Δημοκρατία σε ολόκληρο τον κόσμο.

Αναλυτές εκτιμούν ότι δεν υπάρχει πιθανότητα συμφωνίας του Ιράν με τη Δύση για το πυρηνικό πρόγραμμα, καθώς η Κίνα δεν θα επιτρέψει στην Τεχεράνη να ενταχθεί στη σφαίρα επιρροής της Δύσης και να συνδιαλλαγεί μαζί της, αλλά θα ανεχθεί κάτι μόνο στο βαθμό που δεν θα κινδυνεύσουν τα στρατηγικά της συμφέροντα. Η Κίνα και η Ρωσία ανακόπτουν σταθερά την προσπάθεια του Ιράν να αποκτήσει δικό του πυρηνικό οπλοστάσιο, αλλά αυτό γίνεται για να μην γίνει ανεξέλεγκτο και αρχίσει να εκβιάζει, υπονομεύοντας τα δικά τους σχέδια εναντίον της Δύσης. Μόσχα και Πεκίνο θέλουν να περιορίσουν τις τάσεις του Ιράν για πολιτικές Αποκάλυψης, αλλά δεν πρόκειται ποτέ να αποδεχθούν το Ιράν να περιέλθει στην επιρροή της Δύσης, καθώς συμφωνούν με το γενικό προσανατολισμό της Ισλαμικής Δημοκρατίας κατά της Δύσης και της Ιδεολογίας της.

Η Δύση οφείλει να ξυπνήσει και να αναγνωρίσει, παρά τις καλές της προθέσεις, τα πραγματικά σχέδια Ιράν, Κίνας και Ρωσίας, που θα συνεχίσουν την επιθετική αντί – δυτική τους πολιτική, και να προετοιμάζεται για το χειρότερο δυνατό σενάριο. Ο κόσμος αντιμετωπίζει ένα πραγματικό ενδεχόμενο, το να παραμερίσουν δηλαδή τα αυταρχικά και ολοκληρωτικά κράτη τις διαφορές τους και να συντονίσουν σε επίπεδο πραγματισμού, την πολιτική τους, με κοινό σκοπό την υπονόμευση της Δυτικής Δημοκρατίας και την καταστροφή της φιλελεύθερης δημοκρατικής παγκόσμιας τάξης.

Κυβερνητικοί παράγοντες, αξιωματούχοι, δημοσιογράφοι και αναλυτές εκτιμούν ότι η Δύση πρέπει να αναπτύξει ένα συλλογικό δόγμα ασφαλείας ανάλογο με αυτό της εποχής του Ψυχρού Πολέμου, δόγμα το οποίο θα ξεπερνά τον παραδοσιακό διαχωρισμό εσωτερικής – εξωτερικής πολιτικής, και θα ενσωματώνει όλες τις ανησυχίες για την πολιτική ασφαλείας της Δύσης, και θα καλύπτει όλες τις φιλελεύθερες δημοκρατίες και τους συμμάχους της Δύσης στον κόσμο. H Δύση έχει ανάγκη να μεταφέρει αυτή την πολιτισμική σύγκρουση στο χώρο της Ευρασίας, να αναδείξει τις κόκκινες γραμμές του Βορειοατλαντικού Συμφώνου, να θέσει σε πλήρη εφαρμογή της Συνθήκες του Αβραάμ για τη στρατηγική συνεργασία του Ισραήλ με άλλες Αραβικές χώρες, στη Μέση Ανατολή, και να καταστήσει την Ταϊβάν επίκεντρο των αμυντικών συμμαχιών των ΗΠΑ στην ανατολική και νοτιοανατολική Ασία.

Στις χώρες που απειλούνται από τον ευρασιατικό αυταρχισμό η Δύση οφείλει να στηρίξει τους δημοκρατικούς θεσμούς και τα δημοκρατικά κινήματα, όπως η Τουρκία, η Ουκρανία, το Χονγκ Κονγκ και η Συρία. Το Ιράν δε θα μπορούσε να επιστρέψει σε δυτικό προσανατολισμό παρά μόνο με ανατροπή του καθεστώτος. Η Μέση Ανατολή κινδυνεύει να καταληφθεί από μια αυταρχική, ολοκληρωτική πυρηνική επεκτατική δύναμη, η Δύση πρέπει να παρέμβει και να ανατρέψει τα κοινά σχέδια Κίνας – Ρωσίας, για υπονόμευση της παγκόσμιας φιλελεύθερης τάξης πραγμάτων, και κυριαρχίας στον κόσμο.