
Το ΚΚΕ πραγματοποίησε πρόσφατα, στις 29 Μαρτίου 2026, μεγάλη πολιτική εκδήλωση στο Λιτόχωρο της Πιερίας, με ομιλητή τον Γενικό Γραμματέα της Κεντρικής Επιτροπής, Δημήτρη Κουτσούμπα. Η συγκέντρωση, υπό το σύνθημα «Θυσία και Τόλμη για τη νίκη! Κρατάμε τη σημαία ψηλά για τον σοσιαλισμό!», είχε ως στόχο να τιμήσει τα 80 χρόνια από την ίδρυση του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας (ΔΣΕ). Η επιλογή του τόπου και του χρόνου, ωστόσο, δεν πέρασε απαρατήρητη: το Λιτόχωρο συνδέεται άμεσα με την πρώτη ένοπλη ενέργεια που σηματοδότησε την έναρξη του Εμφυλίου Πολέμου (1946-1949).
Στις 30-31 Μαρτίου 1946, παραμονή και ημέρα των πρώτων μεταπολεμικών εκλογών, περίπου 100 οπλισμένοι αντάρτες, στελέχη και μέλη οργανώσεων που συνδέονταν με το ΚΚΕ, επιτέθηκαν στον Σταθμό Χωροφυλακής Λιτοχώρου. Σύμφωνα με ιστορικές πηγές, η επίθεση είχε ως αποτέλεσμα τον θάνατο εννέα χωροφυλάκων, τριών στρατιωτών και μιας καθαρίστριας, ενώ τραυματίστηκε και η κόρη της. Το ΚΚΕ είχε προκηρύξει αποχή από τις εκλογές και είχε αποφασίσει, μέσω της 2ης Ολομέλειας του Φεβρουαρίου 1946, την πορεία προς την «μαζική λαϊκή αυτοάμυνα», η οποία εξελίχθηκε σε πλήρη ένοπλη σύγκρουση.
Η εκδήλωση του ΚΚΕ περιλάμβανε δρώμενα με αναφορές σε ιστορικά γεγονότα, συνθήματα όπως «ΕΑΜ – ΕΛΑΣ – ΕΠΟΝ – ΟΠΛΑ – ΔΣΕ, αυτό είναι το ΚΚΕ», καθώς και τραγούδια που παραπέμπουν σε αντάρτικη παράδοση. Στην ομιλία του ο κ. Κουτσούμπας χαρακτήρισε τον αγώνα του ΔΣΕ «δίκαιο, ηρωικό και μεγαλειώδη», εξέφρασε υπερηφάνεια για τους νεκρούς μαχητές και κάλεσε σε συνέχιση της «πάλης για τον σοσιαλισμό», τονίζοντας ότι «80 χρόνια μετά, ο αγώνας του ΔΣΕ εξακολουθεί να εμπνέει». Ανάλογα μηνύματα ακούστηκαν και από άλλους ομιλητές, με αναφορές σε «νέο αντάρτικο» και «νέες επιτυχημένες σοσιαλιστικές επαναστάσεις».
Μια επιλογή που ξυπνά παλιά τραύματα
Ο Εμφύλιος Πόλεμος παραμένει μια από τις πιο σκοτεινές και επώδυνες σελίδες της νεότερης ελληνικής ιστορίας. Ξεκίνησε λίγα μόλις χρόνια μετά την Κατοχή και τον Εθνικό Διχασμό της δεκαετίας του 1940, και οδήγησε σε δεκάδες χιλιάδες νεκρούς, τραυματίες, πρόσφυγες και βαθιές οικογενειακές και κοινωνικές ρωγμές. Η ελληνική πολιτεία, μετά το 1949 και ιδίως μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας το 1974, επέλεξε την οδό της εθνικής συμφιλίωσης και της λήθης των παθών. Το μήνυμα ήταν σαφές: «ποτέ ξανά» εμφύλια σύγκρουση.
Η δημόσια και οργανωμένη εκδήλωση εορτασμού μιας πράξης που αποτέλεσε την αφορμή για την έναρξη αυτής της τραγωδίας, σε έναν τόπο όπου έχασαν τη ζωή τους Έλληνες αστυνομικοί και στρατιώτες που υπηρετούσαν το κράτος, προκαλεί δικαιολογημένα ερωτήματα και αποτροπιασμό σε μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινωνίας. Δεν πρόκειται απλώς για ιστορική μνήμη ή τιμή σε νεκρούς – κάτι που θα μπορούσε να γίνει με διακριτικότητα και σεβασμό προς όλα τα θύματα. Πρόκειται για την παρουσίαση μιας βίαιης σύγκρουσης ως «ηρωικής εποποιίας» και «δίκαιου αγώνα», με συνθήματα που παραπέμπουν σε συνέχιση παρόμοιων «αγώνων» σήμερα.
Η ανάγκη για εθνική συμφιλίωση και λήθη
Σε μια εποχή που η χώρα αντιμετωπίζει σύνθετες προκλήσεις – οικονομικές, γεωπολιτικές, κοινωνικές – η αναζωπύρωση εμφυλιοπολεμικών παθών δεν εξυπηρετεί κανέναν εθνικό σκοπό. Αντίθετα, διχάζει, ξυπνά παλιές μνήμες πόνου και εμποδίζει την κοινή πορεία προς το μέλλον. Οι περισσότεροι Έλληνες, ανεξαρτήτως πολιτικής τοποθέτησης, έχουν επιλέξει εδώ και δεκαετίες την ειρήνη, την δημοκρατία και την κοινή προσπάθεια για πρόοδο. Η ιστορία διδάσκει, δεν γιορτάζεται όταν πρόκειται για αδελφοκτονία.
Το ΚΚΕ, ως πολιτικό κόμμα που συμμετέχει στο κοινοβουλευτικό σύστημα, έχει κάθε δικαίωμα να τιμά την ιστορική του παράδοση. Ωστόσο, όταν αυτή η τιμή παίρνει τη μορφή δημόσιας εκδήλωσης που ωραιοποιεί την έναρξη ενός εμφυλίου πολέμου και καλεί – έστω και συμβολικά – σε «νέους αγώνες», τότε υπερβαίνει τα όρια της πολιτικής μνήμης και εισέρχεται στον χώρο της πρόκλησης. Προκαλεί όχι μόνο όσους έχασαν συγγενείς από την άλλη πλευρά, αλλά και όσους πιστεύουν ότι η εθνική ενότητα είναι υψηλότερη αξία από οποιαδήποτε ιδεολογική αφήγηση.
Η ελληνική κοινωνία έχει δείξει επανειλημμένα την ωριμότητά της, αφήνοντας πίσω τις διχαστικές περιόδους. Ο εορτασμός της βίας, όποιας μορφής και αν προέρχεται, δεν οικοδομεί μέλλον. Αντίθετα, κρατά ζωντανά τα πάθη που η ίδια η Ιστορία μας δίδαξε να ξεπερνούμε.



















































