Το λαϊκό ως υπεκφυγή

209

Άλλη μια επέτειος 28ης Οκτωβρίου παρέρχεται συμβολισμένη κατάλληλα μα αλυσοδεμένη στο εικοσιτετράωρό της. Τα άρματα, τα αεροσκάφη και για πρώτη φορά τα drones μας επέβαλλαν την βασική τους ετοιμότητα σε φιλικά και εχθρικά (έσωθεν κι έξωθεν) μάτια.  Οι μαθητές μας έδειξαν μια κάποια θερμότερη εκδήλωση φρονήματος από την (καταδικασμένη πάντοτε στην πλασματικότητα) μέση τιμή των μικροφώνων. Δεν έκαναν κάποιον από τους «επισήμους» να δεχτεί να βραχεί οικειοθελώς σε στάση προσοχής δείχνοντας την ψυχική εγγύτητά του προς αυτούς, σε αντίθεση ακριβώς  με τις ηγετικές μορφές της μνημονευόμενης περιόδου. Έκαναν όμως τις κεραίες κάτω από την χρωματιστή τούφα της μηδενίστριας δασκαλίτσας να ενεργοποιηθούν έως ότου δεχτεί την βροχή κριτικής που της άρμοζε. Και, οι σχεδόν καθιερωμένες πλέον ξιφομαχίες εννοιολογίας  ανάμεσα στο γαλανόλευκο και στο ροζοκόκκινο άναψαν και πάλι. Πόσο φασίστας ήταν ο Μεταξάς και το καθεστώς του, πού δένονται τα επ’ αυτού πορίσματα και τι τελικά διαμορφώνει την επιθετικότητα της φασιστικότητας; Ποιός παππούς (πολιτικός ή/και βιολογικός) ήταν πιο πατριώτης στην αρχή του και στο τέλος του; Και φυσικά ποιός είπε πράγματι το ΟΧΙ το 1940: ο ηγέτης, το έθνος ή ο λαός;

  • του Βασίλη Τσίκα

Ας μου επιτραπεί η σιγουριά να πω πως τα αναλυτικά ξεκλειδώματα που θα δώσουν την απάντηση στο τελευταίο ερώτημα είναι ικανά να διανοίξουν λίγο πολύ το δρόμο για τη φόρμουλα που θα απαιτήσουν και τα υπόλοιπα. Φυσικά αυτή η διαδικασία δε θα γίνεται με την τρόπον τινά φυσιοδιφική περιέργεια του παιδικού αναγνώστη ιστορίας ή του πλατωνικά αφελούς αλλά ολομέτωπα εντός της πολεμολογικής ματιάς. Αυτής από την προοδευτική πλευρά της οποίας ασφαλώς εκπηγάζουν οι ίδιες οι επίμονες ερωτήσεις με όλη την έκδηλη αυταρέσκεια του «ήξερες πως…». Η κοινωνική μηχανική ξέρουμε ότι έχει ανάγκη μπιγμένες βάσεις βέβαιου ώστε να εξαπολύσει το αμείλικτο χτύπημα στις αντίστοιχες εχθρικές με τον αποδομιστή πάσης έντασης να αριστεύει κατ’ εξακολούθηση σε αυτή τη γνώση.

Θέτοντας σαν αξίωμα την επίσκεψη των ονομάτων κατά Αντισθένη, ας ανατμήσουμε τους τρεις «υποψηφίους» αρνητές των απαιτήσεων του Γκράτσι. Ο ηγέτης, ξεκινώντας,  αποτελεί την (κατά βάση) μεταγεγονοτική αξιολόγηση για τον κατέχοντα την εξουσία ενός κράτους (ή σπανιότερα μιας μικρότερης κοινωνικής ομάδωσης ή επιμέρους πολιτικής παράταξης). Αυτός ο όρος υποδηλώνει πως ο εν λόγω άρχων έδρασε κατά ευρύτατη ομολογία ευεργετικά για τους κυβερνώμενους επί των συνθηκών μέσα στις οποίες βρέθηκε ξεχωρίζοντας από το λασποβύθισμα της κοινοτοπίας και του γενικά κατακρημνισμένου μέσου όρου. Γίνεται φανερό πως η πολιτειακή παράμετρος δηλαδή η δημοκρατική ορθοδοξία, για να μην μασάμε τα λόγια μας, στέκει μεν ως αυτονόητη παραλληλότητα και απαράγραπτο κομμάτι της τελικής κρίσης όχι όμως και ως εκ των ων ουκ άνευ στοιχείο για το ηγετικό χρυσοστέφανο. Κάτι τέτοιο μπορούμε να καταλάβουμε ότι εκτός των άλλων θα υποβίβαζε σε μια κλειστή γκάμα ιστορικοποιητικής κατωτερότητας όλη σχεδόν την πολιτική καταγραφή των  προνεωτερικών χρόνων. Κρατούντες που η διαδοχή των πεπραγμένων τους συνδιαμόρφωσαν τον κόσμο στον οποίο εμείς διατυπώνουμε τις άνετες κρίσεις μας θα χάνονταν κάτω από μια ευθεία γραμμή από σκούρο μελάνι. Μορφές από τον Πεισίστρατο μέχρι τον Τζένκινς Χαν κι από τον Οκταβιανό μέχρι τον Λουδοβίκο ΙΔ θα έβαζαν την αποτυπωμένη σπουδαιότητά τους να εξεγερθεί με μανία ενάντια στην  περιοδική αυταρέσκεια των γραφόντων.

Τούτων λεχθέντων (και) η περίπτωση του Μεταξά πρέπει να ερμηνευτεί συνολικά και δυναμικά με όλες της τις πτυχές πάνω στον πάγκο της αναζήτησης συμπεράσματος. Η άνευ ειδικού νοήματος διάζευξη «ηγέτης ή δικτάτορας» που ορθώνεται δεσμευτικά σε τίτλους ακόμα και μετριοπαθών εθνικιστών πρέπει να πάψει να τρυπά τα μυαλά των εκφερόντων κρίση. Το «Alors, c’est la guerre» σε κυριολεκτικό επίπεδο ειπώθηκε από τον Μεταξά διότι σε αυτόν δόθηκε το τελεσίγραφο αλλά και διότι ακριβώς η δικτατορική του εξουσία  (δεν ζήτησε καν τη γνώμη του βασιλιά Γεωργίου Β εκείνο το καθοριστικό πρωί) του είχε καλώς ή κακώς παραδώσει τις γεωπολιτικές τύχες της χώρας. Η ομοθυμία του υψηλότερου (που αναστήλωσε χώρα με την επιβεβαίωση του οκταώρου και το ΙΚΑ και στρατό με τις ατομικές προσκλήσεις επιστράτευσης έως τα παραγγελθέντα Spitfire) με το χαμηλότερο (που φόρεσε υπερμαζικά το χακί χαμογελώντας) την οποία υπέδειξε η τότε Ελλάδα κάνει εμάς σήμερα να μην απασχολούμαστε ούτε καν στη σφαίρα των υποθέσεων με το ποσοστό που θα είχε το ΝΑΙ ενός πρακτικά αδύνατου δημοψηφίσματος. Η επικράτηση μιας τέτοιας εναλλακτικής πορείας των συμβάντων μέσα από την απαιτητική, «πληθυντική» χειροπιαστότητα που υπονοεί ο προοδευτικός παράγοντας δε θα επέφερε παρά την μετατροπή του ελλαδικού χώρου σε πεδίο μάχης των γιγάντων λίγο μετέπειτα από τον πραγματικό χρόνο που αυτό συνέβη. Και μόνο λόγω της γεωγραφικής μας θέσης οι Άγγλοι, ενόσω τα (εμπόλεμα με εκείνους ήδη από τον Ιούνιο του 1940) ιταλικά πλοία θα εγκαθίσταντο στον Πειραιά, δε θα δίσταζαν να καταλάβουν προς δικό τους στρατηγικό όφελος την Κρήτη και πιθανώς αρκετά άλλα νησιά κάνοντας τις σπίθες ενός νέου μετώπου (κατ’ ουσίαν μιας κρίσιμης προέκτασης του υπάρχοντος βορειοαφρικανικού) να λαμπαδιάσουν τελεσίδικα. Μια τέτοια εξέλιξη ο Μεταξάς την είχε προβλέψει ξεκάθαρα στο ημερολόγιο του. Η «εθελουσία προσχώρηση της Ελλάδας στην Νέα Ευρωπαϊκή Τάξη» θα σήμαινε το άμεσο κόψιμο των ποδιών της από την προδομένη θαλασσοκράτειρα που δεν είχε διστάσει να προβεί στη βύθιση του ημιπαραδομένου γαλλικού στόλου στη Mers-el-Kébir στις 3 Ιουλίου του 1940 όσο και αργότερα στον ναυτικό αποκλεισμό της χώρας μας που ακολούθησε την γερμανική κατάκτηση συμβάλλοντας σοβαρά στις λιμικές εκατόμβες του πρώτου κατοχικού χειμώνα.

Ως προς τη σχέση λαού και έθνους χρειάζεται η λεπτομέρεια που υπερβαίνει τα συνθηματολογικά πυροτεχνήματα που επιδιώκουν να κρύψουν το νοητικό έκζεμα όσων θέλουν να μείνουν σε αυτά ως απαντήσεων της ερώτησης. Το έθνος ξεκινάει λεκτικά από τον Όμηρο («ἔθνεα μελισσάων» {Ιλ. Β, 87}) και συνδέται με το έθος δηλαδή την εξοικείωση και τη συνήθεια. Στην προσαρμογή της κοινότητας αυτό σημαίνει την τριβή των ομοίων μέσα στον τόπο και στον χρόνο δομώντας ταυτότητα που παράγει ιστορική και προσωπική αξία. Το ευρωγλωσσικό Nation σχετίζεται άμεσα και βασικά με το native. Η νεωτερικότητα δεν «γέννησε» το έθνος όπως λένε οι αμερικανοτραφείς εξυπνάκιδες υπονοώντας ουσιαστικά συνειδησιακούς κεραυνοβολισμούς σε ανθρώπινα σύνολα εκατομμυρίων εντός γραμμικής τομής! Το έθνος-κράτος είναι που παρήχθη σε αυτό το ιστορικό πλαίσιο ως πολιτική στεγανοποίηση της εθνικής προϋπαρξης και όχι ως γεννήτορας του. Αν «τα κράτη φτιάχνουν τα έθνη» τότε οι επίδοξοι αντερσονικοί δεν πρέπει να ξανασηκώσουν παλαιστινιακές ή κουρδικές σημαίες ως αλληλέγγυοι σε μια εθνότητα που διψά για κρατική ανεξαρτησία όπως διψούσαν και οι ευρωπαϊκές τον 19ο αιώνα. Ο λαός με τη σειρά του έχει παρόμοιο χρονικό μάκρος ως εξίσου Επικός όρος («καὶ τότε δὴ βασιλῆας ἀνίστη καὶ λαὸν ἅπαντα»{Ιλ. Α, 52}) και η διαφοροποίησή του έγκειται επί της ουσίας στην ολικά  κοινωνιολογίζουσα φύση με τη φαινομενικότητα του bottom up να αρωματίζει αποδιδόμενη και από κοινωνιολόγους και από μεγαφωνοφόρους. Ο λαός διαμορφώνεται δίχως απαραίτητο δεσμικό και πολιτισμικό κόπο, η αμεσότητα των μερών του θεωρεί ότι αιμοδοτεί τον εαυτό της επαρκώς με νόημα. Η γλωσσική ταύτιση του με τους (ατομικά πανσυναινούντες στον νεωτερικό κόσμο) ανθρώπους γενικά (people, peuple) μαρτυρά αυτή την σημασιακή ραχοκοκκαλιά.

Η αντιδιαστολή αυτών των εννοιών (άρα και της δυνατότητας του (καθ)ενός ως υπαρκτού να απαρνηθεί ένοπλα τον ξένο επιβουλέα και την αλαζονική του μπότα) με όρους σινικών τειχών μεταξύ πλανερού και αποκεκαλυμμένου υπάρχει όταν θες πολιτικά να υπάρξει. Άλλωστε μια σημαίνουσα σελίδα στην ευρωπαϊκή ιστορία των ιδεών, ο γερμανικός ρομαντισμός, αναστρέφει κατά έναν τρόπο αυτές τις νοηματοδοτήσεις. Τo Volk που μεταφράζεται ως λαϊκό περικλείει ζωοδοτικά και την κατανοούμενη από τους πολλούς πολιτισμική ιδιαιτερότητα (Kultur) της χώρας ενώ ο πολιτικός λόγος του «δυτικότερου» Nation ενέχει την ατομικιστική αποδέσμευση και την (τεχνική) αλλοτρίωση (Zivillisation) ερμηνευόμενος ως κατάσταση  αντιιστορική και κρύα. Αυτή η κατηγοριοποίηση ταξίδεψε από τα βιβλία του Χέρντερ και του Χάμαν για να καταλήξει αδόκητα στον Λαϊκό Παρατηρητή (Völkischer Beobachter), την κομματική (και μετέπειτα καθεστωτική) εφημεριδα του NSDAP. Αυτό έκανε πλείστους να θέλουν να σβήσουν ιεροεξεταστικά ολόκληρη την σχετική φιλολογία και γενεολογία. Όμως η χαραγμένη στο αληθινό διανοητική πληρότητα του ρομαντικού οικοδομήματος δείχνει την ολωσδιόλου πολιτική υποκίνηση των καθετοτήτων μεταξύ εθνικού και λαϊκού.

Ο λαός του προοδευτισμού έχει την αδρότητα των παραπάνω χαρακτηριστικών ποτισμένη με την ντοπαμίνη της ουτοπίας. Είναι η μικροαίσθηση αυθεντικότητας που τη σπρώχνουν να επιβληθεί στο προσκήνιο. Εκείνη συνεπώς μπορεί να ενσωματώσει ελαφρόκαρδα το (μαζικό;) εισαχθέν και να απλωθεί προς το περιθωριακό αδιαφορώντας για τις ειδικές επιπτώσεις. Μπορεί να περικόψει με τη σπάθα του καπετάνιου όσους κρίνει εξωβελισταίους και φυσικά τα ΟΧΙ είναι μονοδιάστατα αρμοδιότητα των δικών του αισθητήρων  απόφασης αφού όλα αρχίζουν και λήγουν σε «αυτόν». Ταυτόχρονα αποτελεί χωρίς αμφιβολίες το άθυρμα του διεθνιστικού επέκεινα. Είναι η ψηφίδα του πληθυντικού του, μη έχοντας «να χωρίσει τίποτα» με τα άλλα λαϊκά μέρη αυτού. Παρότι αυτή την απόφανση δεν την έκανε πραγματικά ο ίδιος ο λαός (ούτε καν με τα προοδευτικά μέτρα) μα οι διανοούμενοι και οι νέοι και παλιοί κομισάριοι που μιλούν στο δοξασμένο όνομα του. Υπερακοντίζει με ορμή την «περιοριστική» εθνική κατάφαση και άρα και το ρίζωμα που συνεπάγεται την ψυχική πρωτοκαθεδρία της ευθύνης σε συγκεκριμένα αφηρημένους νεκρούς και αγέννητους που εκείνη πρωταρχικοποιεί. Το λαϊκό είναι η μοναδική επιτυχημένη συσχέτιση μικρού-μεγάλου αυτού του ιδεολογικού χώρου μέσα στην ηθικοποίηση με συμφεροντολογικά υψηλή αποδοτικότητα και ελευθεριακή υπονόηση που θέλγει. Το ότι ο πυρήνας του αποτελεί την ανάγκη συλλογικής απεύθυνσης των αποχαλινωμένων του ’68 ή απλά το υπόλειμμα μίας γεωπολιτικά κραταιάς ελπίδας που δεν υπάρχει πια καλύπτεται αρκετά καλά. Ρουφάει ισχύ βεβαίως και από τις αληθινές καπιταλιστικές παθογένειες και τη δυσαρέσκεια που προκαλούν παράγοντας την γνώριμη και δύσοσμη καθρεφτικότητα.

Οι παρελάσεις των εθνικών εορτών, συνεπώς, είναι μισητές διότι ακριβώς ξεκινούν από το ρίζωμα, δεν αναφέρονται στο υποθετικό παν του πλανήτη χορταίνοντας με το θεωρητικό τους μάκρος ιδεαλισμού τα ενοχικά σύνδρομα  των μετεχόντων. Εμβαπτίζουν τα παιδιά και τους νεαρούς στρατεύσιμους απευθείας στον ρόλο του φυσικού κληρονόμου-κληροδότη δείχνοντας ότι η τίμηση χρειάζεται πειθαρχημένο βήμα και χαραγμένο σκοπό ώστε το συμβόλαιο των γενεών να επανεπιβεβαιωθεί στη λάμψη του τελετουργικού και τα μέλη του να μην μεταβληθούν σε ατομάκια που αναπνέουν φαντασιώσεις και που θα βλάπτουν τους επόμενους υβρίζοντας (με την αρχαιοελληνική έννοια) τους προηγούμενους και όσα αξιοδιατήρητα άφησαν υπό το άλλοθι του «ανθρώπινου». Αφού ο «λαός» όπως τον έχουν επιμολύνει ακουμπάει στα πάντα (άρα μάλλον δεν ακουμπάει σε τίποτα) οτιδήποτε «στενότερο» πρέπει για τον τυφλό θιασώτη και κράχτη του να είναι συγγενές ενός φρενώδους μίσους ενάντια στη σκιά  του οποίου πρέπει o ίδιος να κάνει hastag. Εκεί αναδύεται η παρατηρήσιμη αλήθεια πως δεν είναι μάλλον ο εθνικά συνειδητοποιημένος που άγεται από καταστατική δυσανεξία προς ένα αόριστο και φαντασματικό  «άλλο».  Μάλλον αρκετοί από τους «ανοιχτόμυαλους» είναι εκείνοι που ξεκινούν με αφετηρία το πηχτά μισερό σύμπλεγμα προς την εθνική τους καταγωγή και την σύμφυτη με αυτην ιστορία που έχουν λάβει εξίσου από τους απελθόντες προπάτορες.

Κάπου εκεί εντοπίζεται και μια ασυνέπεια αυτών των ανθρώπων στο μάτι του πιο πρακτικού. Βδελύσσονται συστηματικά τις παρελάσεις μαθητών και φαντάρων ταυτίζοντας αδιαφοροποίητα πρακτική και «κατεστημένο» αλλά αξιοποιούν και προκρίνουν το οργανωμένο βάδισμα υπό συνειδησιακή ενότητα όσον αφορά τις πορείες που οι ίδιοι κάνουν. Τη διαφορά για εκείνους θα τη βρούμε για μια φορά ακόμη στο «λαϊκό εθελούσιο» το οποίο νομιμοποιεί τον εαυτό του (μόνο μέσα) στην ψυχή του επικαλεστή και του οποίου την επιδραστική εσάνς μπορεί και η ελαχιστότερη συλλογικότητα να αποσπάσει (και να αναπλάσει) στο εικονικό-φαντασιακό επίπεδο αρκεί να φωνάξει αρκετά δυνατά και αρκετά ευρυγώνια. Για να μην αναφέρουμε πως το συγχρονισμένο βήμα στρατιωτών και ερπυστριών κάθε 9η Μαϊου, ακόμα και έχοντας κληρονομηθεί από την κατά τα άλλα εκκαπιταλισμένη, εθνοολιγαρχική Ρωσία του Πούτιν, δεν ερέθισε το ειρηνολάγνο μάτι κανενός εν Ελλάδι διεθνιστή μέχρι τώρα.

Η εξίσωση περί του ΟΧΙ, που αυτοί άνοιξαν, μόλις φτάσει στην ανάγκη συνεκτίμησης όλων των παραπάνω παραμέτρων προκειμένου να εξορύξει την απάντηση της θα χωλαίνει σε δύο επίπεδα με το πρώτο να αποτελεί μια σαρκαστική εκδήλωση όταν φτάνει στη συνειδητοποίηση και το άλλο να αναβαθμίζει στην ασυνέπεια σε υποκρισία.  Στην περίπτωση του Μεταξά δηλαδή ο ηγέτης και ο λαός γίνονται ανταγωνιστικές απολυτότητες για την κατάκτηση ενός αλληλοδιεκδικούμενου οξυγόνου δόξας στα μάτια απογόνων-κριτών. Η διαλεκτική ως θεμελιωτής του αριστερού τρόπου σκέψης πάει επιδεικτικά περίπατο με τις εγελογενείς συνθέσεις του συμπεράσματος να δικάζονται μάλλον για… κρυφοφασισμό. Τα μεθεξιακά αποτελέσματα που διαρκώς το κάλεσμα της ιστορικής στιγμής γεννά από την διάδραση του χαρισματικού και του λαού που αντιπροσωπεύει χάνεται κάτω από τις τεταμένες χείρες των Εονιτών ακόμα και αν αυτές σάπισαν από το κρυοπάγημα, αποστεώθηκαν από την πείνα ή και σκίστηκαν από σφαίρες μαχών (και) της Αντίστασης συχνά κάτω απ’ την ελασίτικη σημαία ακόμα. Το «από την ΕΟΝ στην ΕΠΟΝ» δεν ελέχθη τυχαία αν κι η ερυθρόχρωμη παρθενογέννεση θα άρεσε πολύ περισσότερο σε κάποιους. Η υποκριτική ανάβαση εμφανίζεται όταν όλα αυτά δεν ισχύουν διόλου στην αναφορά στον Στάλιν και στην σχέση εκείνου ως ηγέτη με τον δοκιμαζόμενο από την Επιχείρηση Μπαρμπαρόσα λαό τον οποίο διοικούσε ολοκληρωτικά. Μάλιστα εκεί οι βαρύτητες της έμφασης και της αιτιολόγησης αντιστρέφονται με αιχμηρό θράσος. Ο ηγέτης και η ενσωματωμένη του σκληρότητα πολιτικών καταπίνεται ακριβώς ως αναγκαίο βήμα για την ένδοξη πολεμική νίκη κάτω από τα φτερά της οποίας οι ενδοσοβιετικές επιπτώσεις του Ατσάλινου σχετικοποιούνται. Η διάκριση δικτάτορα-λαού δεν τίθεται ποτέ με την ένταση που τίθεται για την 4η Αυγούστου ακόμα και από τα πολιτικά και οργανωτικά στοιχεία προοδευτισμού που πράγματι δεν διατηρούν τον τότε ηγέτη της ΕΣΣΔ σε εικονοστάσι.

Τα επιθετικά λαλήματα περί «δωσιλογικής δεξιάς» (που επίσης φούσκωσαν ξανά σοσιαλμιντιακές μονοκοντυλιές) θα σκάσουν κάπου εδώ όντας το σκουριασμένο βόλι που απομένει.  Όμως υπάγονται ολικά στην ηθικοποίηση που έχω αναλύσει και αποτελούν μια αχίλλειο ψευδαίσθηση για τον εκφραστή τους. Το αφοπλιστικό τους φορτώνεται ως εύθραυστο την απέλπιδα απόπειρα να πληγεί με μιάς ένας σχηματοποιημένος αντίπαλος. Εύθραυστο αφού η λογική επιτάσσει ότι εάν βρεθεί μισό ανάλογο στίγμα προδοτικού (πάλι αναγκαστικά προς το έθνος) σκότους πάνω στη σάρκα αυτής της καταγγέλουσας φωνής όλη της η εξαρτώμενη ισχύ θα κομματιαστεί. Και, δόξα τω Θεώ, το δεύτερο και το τρίτο γράμμα του Ζαχαριάδη, τα γραφόμενα του Ριζοσπάστη τον Απρίλιο του 1941, ο κατοχικός εμφύλιος που υπαγορεύτηκε από την εαμική ηγεσία το 1943 φτάνοντας να επεταθεί από την Ήπειρο μέχρι την Κρήτη και, κορυφωτικά, η αμνηστευτικής υφής συμφωνία μεταξύ ΕΛΑΣ (Καπετάν Λάμπρος, Τζήμας, Σαράφης) και Βουλγάρων στη Θράκη το 1944 που απέληξε στα κατάπτυστα ΣΝΟΦ και στην 5η Ολομέλεια των… Πρεσπών, προσδίδουν υπεραρκετά. Εάν οι εθνικές αξίες με την 28η τους υπέρ των οποίων πολέμησαν οι πρόγονοι μας στην Πίνδο επιδέχονται ξεθωριάσματος λόγω Μεταξά και Ράλλη, οι ιδεολογικές δυνάμεις που ξεκινούν από τα «σύνορα μέχρι τον Όλυμπο» και φτάνουν στον «τάφο του Έλληνα λεβέντη» αραιώνοντας με διαρκές επαναστατικό αντί-  τη βία τους και τη δικτατορία τους (ενώ ψάχνουν συνεχώς νέους προβολείς για να ανάψουν μπροστά στην αντίπαλη ακόμα και αν ειναι υποπολλαπλάσια σε ζημιά και σε αίμα) δε θα λάβουν κανένα πισωπάτημα ψυχής από μεριάς μας. Κανένα ελληνικό δάκρυ για τα ΖΗΤΩ μας και για τα ΌΧΙ μας.

 

ΠΗΓΕΣ

«ΚΚΕ : Επίσημα Κείμενα (Πέμπτος Τόμος)», εκδ. ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΠΟΧΗ

https://www.ertnews.gr/videο/thessalοniki-ypo-katarraktodi-vroxi-i-mathitiki-parelasi-gia-tin-epeteio-tis-28is-oktovriou/

https://minοtavros2012.wordpress.com/2011/08/27/eamοboulgarοi/

https://www.protothema.gr/stories/article/1082975/to-snof-to-nοf-kai-i-drasi-tοus-stin-katohi-kai-ton-emfuliο/