Το μελλοντικό πολιτικό σκηνικό

Γράφει ο Απόστολος Πιστόλας.

Το ότι σε περιόδους κρίσης ανεβαίνουν σε εκλογικά ποσοστά τα αντισυμβατικά κόμματα/πολιτικοί ενός πολιτικού συστήματος το γνωρίζετε καλά, δε σας λέω κάτι καινούριο.

Το ότι όταν υπάρχει μόνο οικονομική κρίση ανεβαίνουν κυρίως αριστερόστροφα κόμματα τέτοιου τύπου το ζήσατε. Πριν τις εκλογές του Μαϊου του 2012 ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν ένα κόμμα που απλώς συμπλήρωνε τις έδρες στο κοινοβούλιο, όταν κατάφερνε να περάσει το 3%. Όπως έχω αναφέρει πολλές φορές, η βιβλιογραφία δείχνει πως όταν μία οικονομική κρίση συνδυάζεται με ταυτοτική κρίση (ας την λέμε εθνικη για καλύτερη κατανοηση) τότε ο μη συμβατικός χώρος που ανεβαίνει δεν είναι αυτό της αριστεράς, αλλά της λεγομένης δεξιάς. Χαρακτηριστικό πρόσφατο παράδειγμα και των δύο περιπτώσεων είναι η Ιταλία, με την άνοδο πρώτα του κόμματος των 5 αστέρων και έπειτα, όταν το μεταναστευτικό ήταν πρώτο θέμα στη χώρα, την άνοδο της Λέγκας.

Μέχρι την πανδημία του κορωνοϊού αυτό δε φαινόταν να βρίσκεται στον άμεσο ορίζοντα για την Ελλάδα. Ναι μεν υπήρχε εθνική κρίση και μάλιστα σοβαρή (μεταναστευτικό, Ελληνοτουρκικά), μία μεγάλη μερίδα του εκλογικού σώματος διαφωνούσε με τους χειρισμούς της κυβέρνησης, ναι μεν έρευνες δείχνουν πως ο εθνοκεντρισμός αρχίζει και ανεβαίνει στη χώρα, αλλά η προοπτική μιας οικονομικής ανάκαμψης της χώρας μετά από 10 χρόνια βαθειάς οικονομικής κρίσης είναι πολύ πιθανό να απέτρεπε τη δημιουργία μιας κρίσιμης μάζας, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα, η οποία θα μπορούσε να παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο στα πολιτικά δρώμενα της χώρας. Τώρα όμως;

Τώρα, η κρίση του κορωνοϊού φέρνει τη χώρα αντιμέτωπη με μία νέα οικονομική κρίση που κανείς δε μπορεί ακόμα με βεβαιότητα να πει το πόσο βαθειά θα είναι ούτε το πόσο θα κρατήσει. Εάν τα σενάρια τύπου L ή U επιβεβαιωθούν σε συνδυασμό με το μεταναστευτικό, τα ελληνοτουρκικά και την ανησυχία του εκλογικού σώματος (που το διαπερνά οριζόντια απο κεντροαριστερά εώς δεξιά) δημιουργούν ένα εκρηκτικό μείγμα. Σε αυτό συνεπικουρεί και η αναστιστοιχία των επιθυμιών μιας μεγάλης μερίδας του εκλογικού σώματος με τις πράξεις (οι τις μη πράξεις) της κυβέρνησης στα θέματα αυτά, ειδικά στο θέμα του μεταναστευτικού.

Με αυτά τα δεδομένα (οικονομική και μεταναστευτική κρίση, αναντιστοιχία ψηφοφόρων – κυβέρνησης στο δεύτερο) και εφόσον η απειλή της υγειονομικής κρίσης παρέλθει είναι πολύ πιθανό να δημιουργηθεί ένα δεξιό αντισυμβατικό κύμα. Αυτό δεν είναι ούτε απαραίτητα καλό, ούτε κακό. Εξαρτάται από το πλαίσιο κάτω από το οποίο θα γίνει (τρόπο, χρόνο κτλ). Αυτό θα καθορίσει και τα χαρακτηριστικά που θα έχει ο ηγέτης που θα εκρποσωπήσει το κύμα. Εάν πχ. κυριαρχήσει το συναίσθημα της οργής είναι πολύ πιθανό να βγει μπροστά και να ψηφιστεί κάποιος ακραία λαϊκιστής. Μία τέτοια περίπτωση θα «κάψει» το αντισυμβατικό κύμα καθώς θα ανέβει απότομα και θα πέσει είτε απότομα είτε αργότερα, πιθανότατα κάνοντας ζημιά στη χώρα. Εάν δεν φτάσουμε εώς εκεί αλλά «το προλάβουμε» στο επίπεδο της ανησυχίας για την εθνική ταυτότητα, τότε είναι πολύ πιο πιθανό ο ηγέτης-μπροστάρης να είναι κάποιος που ναι μεν θα είναι αντισυμβατικός, αλλά θα έχει συνάμα ένα σοβαρό επίπεδο, δεν θα είναι ακραίος λαϊκιστής, και θα λειτουργήσει επικοδομητικά για τη χώρα. Προφανώς και ευελπιστώ στο δεύτερο σενάριο, χρειάζεται όμως προσοχή για να μην φτάσουμε στο πρώτο.

Το σίγουρο είναι πως πρωτοβουλίες και απόψεις όπως αυτές των τελευταίων ημερών της επιτροπής 2021 σε μία τέτοια περίοδο, όχι μόνο δε βοηθούν αλλά σπρώχνουν τα δεδομένα προς το πρώτο σενάριο. Η ψευδοελίτ που έχει αποφασίσει να ξαναγράψει την ιστορία με τα μάτια του σήμερα και μέσα από τη δική της ιδεολογική προσέγγιση καλά θα κάνει να το ξανασκεφτεί. Δεν γίνεται να κάνεις λόγο για «συζήτηση όλων των απόψεων» σαν να είσαι με την παρέα σου δίπλα στο τζάκι και πίνεις ουίσκι και να παραθέτεις απόψεις με τέτοιο τρόπο ώστε να χτυπούν (έτσι το αντιλαμβάνεται μεγάλη μερίδα των ψηφοφόρων) την ταυτότητα των Ελλήνων, σε μία τέτοια περίοδο. Οι κατα τα άλλα φιλελεύθεροι είτε βρίσκονται εκτός τόπου και χρόνου είτε βάζουν ηθελημένα το χέρι τους (γιατί άραγε;) κι αυτοί στο να υπάρξει δεύτερο κύμα λαϊκισμού στη χώρα. Όπως και να έχει και σε αυτό το ζήτημα όπως και στο μεταναστευτικό τον τελευταίο λόγο τον έχει η κυβέρνηση. Οι όποιες εξελίξεις θα είναι αποτέλεσμα κυρίως των δικών της επιλογών.