
Με ένα πακέτο παροχών που θυμίζει έντονα τις προεκλογικές εξαγγελίες του παρελθόντος επέστρεψε στη ΔΕΘ ο Αλέξης Τσίπρας, παρουσιάζοντας ένα οικονομικό πρόγραμμα ύψους περίπου 7,4 δισ. ευρώ.
Κατώτατος μισθός στα 1.000 ευρώ, μέσος μισθός στα 1.800 ευρώ, μείωση της τιμής του ηλεκτρικού ρεύματος κατά 30%, 50.000 προσιτές κατοικίες, 120 δόσεις και νέες κοινωνικές παροχές βρίσκονται στο επίκεντρο της πρότασής του.
Παράλληλα, ο πρώην πρωθυπουργός μίλησε για «πατριωτική εισφορά» στους οικονομικά ισχυρότερους, προκειμένου να χρηματοδοτηθούν οι νέες παροχές.
Το ερώτημα, ωστόσο, παραμένει: από πού θα προέλθουν τα χρήματα;
Η επιστροφή του «προγράμματος της Θεσσαλονίκης»
Οι εξαγγελίες φέρνουν αναπόφευκτα μνήμες από το 2015 και το περίφημο «Πρόγραμμα Θεσσαλονίκης» του ΣΥΡΙΖΑ.
Τότε, το πολιτικό αφήγημα στηρίχθηκε σε ένα εκτεταμένο πρόγραμμα παροχών και στη δέσμευση ότι ο λογαριασμός θα καλυπτόταν κυρίως από τη φορολόγηση των οικονομικά ισχυρότερων.
Η συνέχεια, όμως, ήταν πολύ διαφορετική. Η χώρα βρέθηκε αντιμέτωπη με την τραπεζική αργία, τα capital controls, ένα νέο Μνημόνιο και μια σκληρή δημοσιονομική προσαρμογή. Και αυτή ακριβώς η περίοδος αποτελεί σήμερα το βασικό σημείο σύγκρισης για όσους αντιμετωπίζουν με επιφυλακτικότητα τις νέες εξαγγελίες.
Το κρίσιμο ζήτημα είναι η παραγωγή πλούτου
Πέρα από το ύψος των παροχών, το πραγματικό ερώτημα για την ελληνική οικονομία είναι πώς θα αυξηθεί η παραγωγή πλούτου ώστε οι μισθοί και οι συντάξεις να μπορούν να αυξάνονται χωρίς να απαιτούνται συνεχώς νέες φορολογικές επιβαρύνσεις.
Στο πρόγραμμα του Τσίπρα ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην αναδιανομή εισοδήματος και στη φορολόγηση των υψηλότερων εισοδημάτων. Ωστόσο, παραμένει ανοιχτό το ζήτημα της μακροπρόθεσμης ανάπτυξης και της αξιοποίησης των παραγωγικών δυνατοτήτων της χώρας. Ενδεικτικά, απουσιάζει μια ολοκληρωμένη στρατηγική για την αξιοποίηση του ορυκτού και ενεργειακού πλούτου της Ελλάδας, εφόσον οι έρευνες επιβεβαιώσουν εμπορικά εκμεταλλεύσιμα κοιτάσματα.
Οι πολίτες θέλουν αποτέλεσμα, όχι μόνο εξαγγελίες
Η κοινωνία βρίσκεται αντιμέτωπη με υψηλό κόστος ζωής, ακριβή στέγαση και μισθούς που δυσκολεύονται να ακολουθήσουν τις πραγματικές ανάγκες των νοικοκυριών.
Γι’ αυτό και κάθε οικονομικό πρόγραμμα θα κριθεί τελικά όχι από το πόσες παροχές περιλαμβάνει, αλλά από το εάν μπορεί να τις χρηματοδοτήσει χωρίς να δημιουργήσει έναν νέο κύκλο υπερφορολόγησης.
Το 2015 αποτελεί άλλωστε μια πρόσφατη υπενθύμιση ότι οι μεγάλες υποσχέσεις είναι εύκολο να διατυπωθούν.

















































