Οι ευρωπαϊκές τράπεζες αντιδρούν στις αυστηρές «οδηγίες» της ΕΚΤ

226

Ως εισβολέα που επιβάλλει την παρουσία του στα διοικητικά τους συμβούλια αλλά και ως υπερβολικά παρεμβατική αρχίζουν να αντιμετωπίζουν την εποπτική αρχή της ΕΚΤ οι ευρωπαϊκές τράπεζες και να εκφράζουν τη δυσφορία τους. Οι επικεφαλής τους υψώνουν το ανάστημά τους και αμφισβητούν τόσο τις πρακτικές της εποπτικής αρχής της ΕΚΤ όσο και τις αυστηρές νουθεσίες της με την επιβολή αυστηρότερων απαιτήσεων κεφαλαιακής επάρκειας και τις απαγορεύσεις κατά της χορήγησης μερισμάτων στους μετόχους τους.

Σύμφωνα με σχετικό ρεπορτάζ των Financial Times, την αρχή έκανε αρκετά αποφασιστικά τον περασμένο μήνα ο Λορέντζο Μπίνι Σμάγκι, πρώην μέλος του Δ.Σ. της ΕΚΤ και νυν πρόεδρος του κολοσσού της Societe Generale, εκπροσωπώντας όμως παράλληλα πολλούς ομολόγους του. Με επιστολή του προς την εποπτική αρχή της Τράπεζας και ειδικότερα προς τον Ραμόν Κιντάνα που εποπτεύει τις μεγάλες διεθνείς τράπεζες, ο κ. Σμάγκι ζητεί να μάθει ποια σκοπιμότητα και ποια ανάγκη εξυπηρετεί η παρουσία εκπροσώπων της εποπτικής αρχής της ΕΚΤ στις συνεδριάσεις των Δ.Σ. των τραπεζών. Ζητεί επίσης συνάντηση με τον Αντρέα Ενρία, επικεφαλής της εποπτικής αρχής της ΕΚΤ, και τους επικεφαλής των μεγαλύτερων ευρωπαϊκών τραπεζών. Η βρετανική εφημερίδα επικαλείται πηγές της ίδιας της ΕΚΤ που ανέφεραν πως ο κ. Σμάγκι μιλάει και για λογαριασμό άλλων τραπεζών, που «έχουν αρχίσει να εκφράζουν αντιρρήσεις και επικρίσεις για τις πρακτικές της Τράπεζας». Στη σχετική επιστολή του, ο κ. Σμάγκι επισημαίνει πως εξ όσων γνωρίζει «καμία άλλη αρχή στις μεγάλες και ανεπτυγμένες οικονομίες δεν παρευρίσκεται στις συνεδριάσεις των διοικητικών συμβουλίων και των διαφόρων επιτροπών για να εποπτεύσει». Προσθέτει μάλιστα πως οι επόπτες έχουν λάβει τέτοιου είδους μέτρα στο παρελθόν, «που εμφανώς δεν βοήθησαν σε τίποτε, ούτε, άλλωστε, εξέφρασαν κάποια σοβαρή ανησυχία».

Πηγές των FT αναφέρουν επίσης ότι ορισμένα στελέχη της ΕΚΤ εξεπλάγησαν από την πρωτοβουλία του κ. Μπίνι Σμάγκι και επισήμαναν πως οι επόπτες παρευρίσκονται στις συνεδριάσεις των Δ.Σ. ορισμένων τραπεζών επί πολλά χρόνια. Υποστήριξαν, επίσης, πως η πρακτική αυτή τους δίνει τη δυνατότητα να ελέγξουν το επίπεδο και την ποιότητα διακυβέρνησης των τραπεζών και αρνήθηκαν πως επιδιώκουν να επηρεάσουν τις αποφάσεις μιας τράπεζας. Τον τόνο μιας κυοφορούμενης σύγκρουσης φαίνεται, όμως, να έδωσε ένα από τα στελέχη της εποπτικής αρχής καθώς, σύμφωνα με τους FT, σχολίασε τη στάση των τραπεζών με την ερώτηση, «μα τι έχουν να κρύψουν;». Οπως επισημαίνει το σχετικό δημοσίευμα των FT, η αντίδραση των ευρωπαϊκών τραπεζών προδίδει την εντεινόμενη δυσφορία τους για τις μεθόδους της και τις υπερβολικές παρεμβάσεις της, με ορισμένες εξ αυτών να ενοχλούνται ιδιαιτέρως από το γεγονός ότι το 2020 στη διάρκεια της πανδημίας τούς απαγόρευσε να χορηγούν μερίσματα επικαλούμενη τον κίνδυνο να έχουν αποδυναμωθεί από την κρίση.

Στην κατηγορία αυτή εμπίπτει ειδικότερα και η αντιπαράθεση ανάμεσα στην ΕΚΤ και την UniCredit για την απόφαση του διευθύνοντος συμβούλου, Αντρέα Ορσέλ, να χορηγήσει στους μετόχους της μερίσματα συνολικού ύψους 16 δισ. ευρώ μέχρι το 2024, αλλά και το γεγονός ότι η ιταλική πολυεθνική τράπεζα δεν έχει αποχωρήσει από τη Ρωσία στην οποία βρίσκονται δεσμευμένα κεφάλαιά της ύψους 2,4 δισ. ευρώ.

Κάτι ανάλογο συμβαίνει, άλλωστε, και με την αυστριακή τράπεζα Raiffesen. Οι τριβές όμως ανάμεσα στην ΕΚΤ και στην UniCredit άρχισαν από τη στιγμή που ανέλαβε διευθύνων σύμβουλός της ο Ορσέλ τον Απρίλιο του 2021 και έθεσε σε εφαρμογή μια επιθετική στρατηγική αναδιάταξης των επιχειρήσεων της τράπεζας και επιστροφής στις χορηγήσεις μερισμάτων στους μετόχους. Οι δύο πλευρές έχουν ανταλλάξει απόψεις σε μια σειρά επιστολών που, σύμφωνα με τις πηγές των FT, πρόδιδαν «κάτι περισσότερο από τεταμένες σχέσεις». Η βρετανική εφημερίδα σχολιάζει, άλλωστε, πως οι αυστηροί τόνοι της εποπτικής αρχής της ΕΚΤ αντανακλούν την εντεινόμενη ανησυχία για την επικείμενη κρίση. Ειδικότερα, για την UniCredit ισχύει ότι οι δύο μεγαλύτερες αγορές της, Ιταλία και Γερμανία, οδεύουν ολοταχώς προς την ύφεση.