Λωρίδες κι αποχρώσεις του διασυρμού

358

του Βασίλη Τσίκα, φοιτητή Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης ΕΚΠΑ

Ο αρχιτέκτονας του «Τρίτου Ελληνικού Πολιτισμού», ο οποίος κλήθηκε τελικά να λάμψει όχι στην κορύφωση της δημιουργικότητας αλλά στην νικηφόρα άκρη της λόγχης, συνήθιζε να υπενθυμίζει στους παραταγμένους ΕΟΝίτες και ΕΟΝίτισσες πως «όταν κρατάμε στα χέρια μας τη σημαία κρατάμε την πατρίδα ολόκληρη». Το βάθος αυτής της δήλωσης γεννάει ένα αυτόματο ρίγος σε αυτόν που με αξιακή συνείδηση διαβάζει αυτό το άρθρο και αυτόν τον ιστότοπο. Όμως ο τελευταίος πρέπει να ξέρει ότι οι εχθροί, που έχουν προ πολλού περάσει τις πύλες, κρατούν λεπτομερέστερες και πονηρότερες σημειώσεις περί των συλλογικών σημαντικοτήτων και της (στοχευτικά αντιστρέψιμης) δύναμης τους από ότι πολλοί πραγματικά αξιοφόροι.

Όπως λοιπόν κάθε ελληνικό μάτι θα έχει δει, η εικαστικός Γεωργία Λαλέ παρουσίασε πρόσφατα στην έκθεση Neighborhood Guilt του Γενικού Προξενείου της Ελλάδας στη Νέα Υόρκη μια παραλλαγμένη, ροζ ελληνική σημαία συντεθειμένη από σεντόνια δολοφονημένων Ελληνίδων. Ο πρόεδρος του συντηρητικού κοινοβουλευτικού κόμματος ΝΙΚΗ ήταν αυτός που ανέδειξε εντός βουλής την εν λόγω «καλλιτεχνία» πιέζοντας και τον ΥΠΕΞ Γεραπετρίτη να απαιτήσει την απόσυρση του πάρα την δήλωση του ότι «η απόσυρση είχε απαιτηθεί πριν τη δήλωση Νατσιού». Η εκπυρσοκρότηση των προοδευτικών αντανακλαστικών ήταν δεδομένη. Παρότι επιδέχονται πλήθους διακλαδώσεων, αστερίσκων και επαναδιατυπώσεων, τα σημεία που εστιάζουν μπορούν να περιγράφουν ως εξής:

Α) Η υποτιθέμενα αντιθετική σχέση των υπαρκτών δολοφονιών με θύματα γυναίκες (ο όρος γυναικοκτονία είναι νομικά ανήθικος εκτός αν υπάρξει εξίσου νομική κατοχύρωση και της ανδροκτονίας θεσμισμένη σε συμμετρικό και προληπτικό επίπεδο, όπως πρέπει να είναι κάθε νόμος) και του «εθνικού» ως πλαισίου ύπαρξης με τους «καταπιεστικούς» ιστούς που ο προοδευτικός το έχει στο μυαλό του.
Β) τα (μη) όρια της ελευθερίας και της εννοιολόγησης της «τέχνης».

Η σημαία του κάθε εθνικού κράτους υφίσταται ως συμπυκνωτής των μοιραζόμενων ιδιαιτεροτήτων και των αγώνων για την κατάκτηση της ελεύθερης συλλογικής ύπαρξης και έκφρασης τους. Είναι η εικόνα που υπενθυμίζει μέσα στους σκορπιστικούς ανέμους των νέων γενεών την κοιτίδα της αιματοβαμμένης πλαισιωτικής ελευθερίας του να μην είναι το εν λόγω έθνος ποδοπατούμενο από ένα άλλο αις αεί, ως υποχείριο προς απομύζηση. Αυτό το δεδομένο επιτάσσει την μη ανοχή της θεματικής εκμετάλλευσης της, εδραιωμένης από αιώνες πολεμικού οργώματος, συμβολικής ισχύος της γαλανόλευκης. Δεν δικαιούσαι να μερικοποιείς το βασικό σύμβολο εκείνης της πλατύτερης ελευθερίας άνευ της ύπαρξης της οποίας δε θα υφίσταντο τα βιοτικά και ιδεακά συστατικά που επέτρεψαν στον φεμινισμό σου να αναδυθεί, να διαδίδεται και να κινητοποιείται ελεύθερα. Αν οι Εθνικιστές Επαναστάτες του 1821 δεν είχαν κομματιάσει με τον τιτάνιο πολεμικό αγώνα τους την οθωμανική, ραγιαδική συνθήκη, οι πρόγονοι αλλά και οι «εαυτές» των σημερινών φεμινιστριών μάλλον δε θα τύπωναν θυμωμένα τρικάκια ούτε θα πληκτρολογούσαν κοφτές εξυπνάδες στο Twitter/X ή στην Rosa Progressive. Θα εξακολουθούσαν να υποτάσσονται στις ένοπλες ορέξεις του αυθαιρετούντος Τουρκαλβανού μισθοφόρου τον οποίο ανεχόταν η σουλτανική αρχή και να αναπληρώνουν το δυναμικό των σκλαβοπάζαρων του Καΐρου και των χαρεμιών του Topkapi.

Αυτή την αλήθεια, κοφτερά απλή όσο το γιαταγάνι που την παρήγαγε, τη μειώνει, την αποκρύπτει ή την αγνοεί η δημιουργός της προοδευτικής σεντονοσημαίας. Η επικάλυψη των λωρίδων της σημαίας (οι οποίες αντιστοιχούν στις συλλαβές του Ελευθερία ή Θάνατος) με κομμάτια από σεντόνια πραγματικών δολοφονημένων γυναικών λύνει τα λουριά ενός παροντοκεντρισμού απολύτως εκβιαστικά σχηματισμένου και τον στέλνει να κουτουλήσει με το αξιακό φορτίο των ελληνόψυχων τους οποίους οι ιδεολήπτριες μισούν συμπλεγματικά και γνωρίζουν ότι η καρδιά τους αγγίζεται από μια παραποιημένη σημαία. Μία πάχνη αυτοπροκαλούμενης ενοχής αφήνεται να καλύψει εύκολα το κεφάλι της κοινωνίας και ουσιαστικά του πατριώτη βιοπαλεστή που δεν ενόχλησε καμία γυναίκα. Η «συνενοχή της σιωπής» συγκεκριμενοποιείται με επιθετικό τρόπο επί του αιμορραγούντος έμφυλου. Σκοτεινιάζει όσους δεν υποκλίνονται στο έργο και δε το αναδημοσιεύουν μετά διθυράμβων σε κάθε πιθανό κι απίθανο ΜΚΔ. Φορτώνει με αυτόματη ταπείνωση και ενοχή όσους τολμούν να μην συμφωνούν με την προοδευτική αντίληψη συγκρουσιακότητας μεταξύ των καυτών δακρύων για την μαχαιρωμένη σύζυγο, αδερφή και φίλη και της εθνικής ύπαρξης που συμπληρώνει το αξιογέλαστο κιτσαριό του «200 ΧΡΟΝΙΑ ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΑ» που ξεπρόβαλλε σε πανό και hastags τον Μάρτιο του 2021. Συγκρουσιακότητα των «θηλυκοτήτων» και κάποιας «εθνοπατριαρχίας» (η επινοήτρια της οποίας μάλλον έκανε τα πνευμόνια της να πονέσουν από υπερηφάνεια μόλις την έγραψε) που δεν μπορεί να είναι βέβαιο ότι πιστεύεται πλήρως από την δημιουργό, είναι όμως επιβεβαιωμένο ότι πιστεύεται από τον, διαδικτυακό ή μη, φεμινιστικό όχλο που έτρεξε να περιφρουρήσει τη ροζ σημαία και να βάλλει για ακόμη μια φορά εναντίον μας από το πανύψηλο, νεοελιτίστικο βάθρο του. To σπάσιμο του θερμομέτρου της απαραδεκτότητας επέρχεται βέβαια μόλις ξαναθυμίσουμε ότι όλος αυτός ο καλλιτεχνικός διασυρμός του συνόλου της εθνικής κοινωνίας δεν έλαβε χώρα σε κάποιο εξαρχειακό παζάρι προβολής της «εναλλακτικότητας» ούτε πίσω από τις χρυσές πόρτες μερικών Bourgeois-Boheme. Έλαβε χώρα εντός του προξενείου ξένης δύναμης η οποία αποτελεί (καλώς ή κακώς) βασικό στρατηγικό εταίρο της Ελλάδας, στον οποίο εκείνη παρουσιάστηκε περίπου ως αιμοχαρής τόπος που μισεί και εξοντώνει συνολικά τον γυναικείο πληθυσμό του.

Όσον αφορά την προβιά προασπιστή του «αληθινού νοήματος της τέχνης» ή της «εκφραστικής ελευθερίας», την οποία βιάστηκαν να φορέσουν οι προοδευτικοί, τα γέλια είναι λιγότερα αλλά βροντερότερα. Η μεταμοντέρνα αντιληπτική κυριαρχία είναι που πέταξε κάθε πινέλο του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος σε μια θάλασσα υπερσχετικισμού και υποκειμενικοποίησης του ωραίου και του καλλιτεχνικού. Έτσι γεννήθηκαν τα λυγισμένα παλιοσίδερα και τα αποξηραμένα κόπρανα της Tate Gallery του Λονδίνου τα οποία όσο και τη ροζ σημαία, η αστοιχείωτη, συντηρητική πλέμπα δεν μπορεί μάλλον να εκτιμήσει… Ως προς την ελευθερία έκφρασης του καλλιτέχνη, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο εγχώριος προοδευτισμός είναι στην ουσία ο βαλκανικός πιθηκισμός του wokeness των ΗΠΑ. Αφυπνισμένος βορειοαμερικανικός ακτιβισμός εξοβελίζει από τα διδασκόμενα μαθήματα τα ομηρικά έπη ως σεξιστικά, διαγράφει τους Νάνους από τη Χιονάτη και τους Ινδιάνους από τον Πίτερ Παν λόγω «στερεοτυπικής απεικόνισης» και έχει συστήσει επιτροπές λογοκρισίας όπου «καθαρίζουν» εκδόσεις νέων και επανεκδόσεις κλασσικών λογοτεχνικών έργων από «προσβλητικές λέξεις» που «ενοχλούν ευαίσθητους αναγνώστες». Και φυσικά ενορχηστρώνει κάθε διαδικτυακή εκστρατεία canceling των «αντιδραστικών», καλλιτεχνών και μη.

Επιπρόσθετα η απόλυτη ελευθερία της δημιουργίας και η πολιτικοκοινωνική χροιά είναι αλληλοαποκλειόμενες. Είσαι απόλυτα ελεύθερος να αναπλάθεις το οποιοδήποτε σύμβολο καλλιτεχνικά, υπακούοντας μονάχα στη ζωηρή ιδιοσυγκρασία σου, εντός όμως εκείνου του πλαισίου όπου είναι συμφωνημένο ότι το αποτέλεσμα θα αξιολογηθεί ως εικαστικό απόσταγμα και τίποτε παραπάνω. Όταν θέλεις να περάσεις συγκεκριμένα μηνύματα και στην προκειμένη περίπτωση να τέρψεις (θεωρώ εν γνώση σου) φιλομηδενιστικές μειοψηφίες που αξιοποιούν τις φονευμένες «αδερφές τους» για να ξεράσουν το αντεθνικό κι αντικοινωνικό οξύ τους έναντι κάποιας υπερβατικής «πατριαρχίας» που αθωώνει τα δικά τους συμπλέγματα, μέσα μάλιστα σε ξένο προξενείο δηλαδή στη διεθνή εξωτερίκευης της Ελλάδας, δεν δικαιούσαι να κρυφτείς πίσω από ασπίδες έντονων χρωμάτων ούτε καν πίσω από καθεαυτά τα «22 γιατί». Τα πυρά μου που θα τις διαπεράσουν θα είναι εξίσου πολιτικοκοινωνικά.

Καταλήγοντας, πρέπει να κρατήσουμε δύο δεδομένα από την περιπέτεια της ροζ σημαίας. Πρώτον το ότι, κρινόμενη εκ του αποτελέσματος, ήταν μια ακόμα ψηφίδα στους μικρότερους και μεγαλύτερους culture wars που βασανίζουν το σύνολο σχεδόν της χειμάζουσας δύσης και ανάλογα πρέπει εμείς να την βλέπουμε. Δεύτερον ότι η υπάρχουσα, προοδευτικά εποικισμένη Avant Garde του σήμερα δεν μπορεί να παράξει εύστοχα έργα για τις δολοφονημένες γυναίκες παρά μόνο εάν παραχαράξει προβοκατόρικα το εθνικό σύμβολο (το οποίο σε άλλες συζητήσεις ο ίδιος αυτός «χώρος» ή το αρνείται ή το κατακαίει) εκβιάζοντας το ελληνικό κράτος δια της φθοράς της διεθνούς κοινωνικής του εικόνας. Ίσως να είναι καιρός να απαιτηθεί η απαγκίστρωση του καμβά, της κάμερας και της σκηνής από τα πολύ συγκεκριμένης κοσμοθέασης βαμμένα και μανικιουρισμένα νυχάκια, που τα έχουν γραπώσει και τα θεωρούν, παρά την συχνότατη προπαγανδιστική και εκτρωματική τους πτώση, δικαιωματικά και μονοπωλιακά δικά τους, εδώ και τόσες δεκαετίες.

ΠΗΓΕΣ

Γεραπετρίτης για ροζ σημαία: Η οδηγία δόθηκε πολύ πριν την τοποθέτηση Νατσιού


https://tvxs.gr/apopseis/arthra-gnomis/foteini-lampridi-ethnopatriarchia-logokrisia-kai-kamia-prostasia/
https://www.bbc.com/news/entertainment-arts-66496850
https://www.kathimerini.gr/opinion/561211504/kai-o-omiros-sexistis/

Beloved classic Disney movies are flooded with racist content

Roald Dahl Goes Woke: Famous Children’s Author’s Books Heavily Altered by ‘Sensitivity Readers’

Είναι προσβολή μία σημαία από τα σεντόνια δολοφονημένων γυναικών;