(Πως) κλίνεται η λέξη Μποτσουάνα;

Γράφει ο Στέλιος Ιατρού. 

Γεμισαν τα δημοσιεύματα με Μποτσουάνα. Πως σχηματίζεται η γενική της στα ελληνικά;
Τα τελευταία χρόνια, έχουμε λησμονήσει πως ξένα τοπωνύμια που προσαρμόζονται ομαλά στη μορφολογία της ελληνικής συνηθιζόταν να τα κλίνουμε. Γραφόταν παλιότερα χωρίς δισταγμό «του Βατικανού, του Σικάγου, του Μεξικού, της Καλιφόρνιας, του Πεκίνου» και άλλα τέτοια, που σήμερα περιέργως αφήνονται άκλιτα.
Αναρωτιέμαι, εάν λέμε «πάπια Πεκίνου» γιατί διστάζουν τα παιδιά που αποφοίτησαν απ’ τα ΙΕΚ δημοσιογραφίας να γράψουν «του Βατικανού, του Μεξικού, και της Καλιφόρνιας» αλλά προτιμούν να γράφουν «του Βατικανό, του Μεξικό, της Καλιφόρνια» όταν συντάσσουν τ’ άρθρα τους με τα οποία γεμιζουν τον ηλεκτρονικό και έντυπο τύπο;
Φτάνουμε, έτσι, στη Μποτσουάνα, της οποίας η κατάληξη προσαρμόζεται ομαλά στα πρωτόκλιτα θηλυκά, και μάλιστα θυμίζει τ’ όνομα Άννα, που είναι εβραϊκό κι όμως το κλίνουμε, παλιότερα «της Άννης» και σήμερα «της Άννας».
Δυο μέτρα και δύο σταθμά;
Εγώ λέω άνετα «της Μποτσουάνας», όπως λέω «της Σαχάρας, της Γκίζας, της Βεγγάζης, της Μέκκας, της Μεδίνας» και άλλα τέτοια. Θα λέγατε ποτέ «της Μέκκα»; Σας ακούγονται τα αραβικά τοπωνύμια πιο ελληνοπρεπή απ’ τα βορειοαφρικάνικα ή τα υποσαχάρια;