Πρέπει να φοβόμαστε την κάθε λέξη που χρησιμοποιούμε;

Γράφει ο Γιάννης Κίτσος.

Ο Φίλιπ Ροθ στο Ανθρώπινο στίγμα γράφει: «[…] Αρκεί να διατυπώσεις την κατηγορία και αυτομάτως την αποδεικνύεις. Αρκεί ν’ ακούσεις την κατηγορία και αυτομάτως την πιστεύεις. Δεν είναι ανάγκη να έχει κίνητρο ο δράστης, δεν είναι ανάγκη να υπάρχει λογική, αποχρώντες λόγοι. Το μόνο που απαιτείται είναι η ρετσινιά. Η ρετσινιά είναι το κίνητρο. Η ρετσινιά είναι το αποδεικτικό στοιχείο. Η ρετσινιά είναι η λογική […]».

Και λίγο παρακάτω εξηγεί κάτω από ποιες συνθήκες συμβαίνει αυτό: «[…] Η κακοδαιμονία του μικρού μέρους: το κουτσομπολιό, η ζήλια, η μοχθηρία, η πλήξη, τα ψέματα. Όχι, τα μαντζούνια της επαρχίας δεν κάνουν τίποτα. Οι άνθρωποι πλήττουν εδώ, ζηλεύουν, η ζωή τους είναι πάντα ίδια και αναλλοίωτη, κι έτσι, χωρίς να αμφισβητούν σοβαρά την ιστορία, την επαναλαμβάνουν – στο τηλέφωνο, στο δρόμο, στα καφενεία, στο μάθημα. Την επαναλαμβάνουν στο σπίτι τους, στη γυναίκα ή τον άντρα τους […]».

Ο Ροθ, μαζί με το Ανθρώπινο στίγμα (2000) έγραψε το Αμερικάνικο ειδύλλιο (1997) και Παντρεύτηκα έναν κομμουνιστή (1998), που αποτελούν τα πρώτα δυο μέρη μιας άτυπης τριλογίας. Και τα τρία έχουν ως θέμα τις πολιτικοκοινωνικές αναταραχές στην Αμερική των τελευταίων πενήντα ετών:  η μακαρθική Αμερική στο Παντρεύτηκα έναν κομμουνιστή, η Αμερική του Βιετνάμ και της κοινωνικής αμφισβήτησης στο Αμερικάνικο ειδύλλιο και, τέλος, η Αμερική της πολιτικής ορθότητας και του σκανδάλου Μόνικα Λουίνσκι στο Ανθρώπινο στίγμα. Στα βιβλία αυτά μπορεί να βρει κανείς πολλά κοινά στοιχεία των πολιτικοκοινωνικών αναταραχών που έχουν προκληθεί στην Ελλάδα κυρίως από την αριστερά.

Με το πολιτικό «ντάντεμα» της αριστεράς σε ότι κάνει, από ανεξέλεγκτες πορείες στο κέντρο της Αθήνας μέχρι καταλήψεις και καταστροφές δημόσιας αλλά και ιδιωτικής περιουσίας ένα κρίσιμο κομμάτι της κοινωνίας έχει χάσει την οποία εμπιστοσύνη του είχε απομείνει στη διαχειριστική ικανότητα του κράτους. Αυτή δε εκτεταμένη αναρχία δημιουργεί ζυμώσεις που φέρνουν κοντά τρομοκρατικές οργανώσεις, οργανωμένο έγκλημα και κομμάτια του αναρχικού χώρου, με αποτέλεσμα τη στελεχιακή, οικονομική και υλική τροφοδότηση της εγχώριας τρομοκρατίας. Τέλος, συνεχίζει να νομιμοποιεί και να συντηρεί μια ολοκληρωμένη ιδεολογία αυτοθυματοποίησης και αυτολύπησης, η οποία θέλει το άτομο ένα αθώο και ανίσχυρο θύμα που συστηματικά εκμεταλλεύονται και βιάζουν σκοτεινές και διεφθαρμένες συστημικές δυνάμεις (οι πολιτικοί, τα κόμματα, ξένοι συνωμότες κλπ), με λίγα λόγια τον λαϊκισμό.

Αυτό που βιώνουμε τώρα από την αριστερά σε σχέση με τις ταυτότητες  και τον τρόπο εφαρμογής πολιτικών ισότητας και πολυπολιτισμικότητας αλλά και συστηματική αλλοίωση της ίδιας της ιστορίας μας είναι η σημαντικότερη και πιο επικίνδυνη επίθεση στην ελευθερία του λόγου, τον διαφωτισμό και την ανεξαρτησία και σημασία της επιστήμης εδώ και πολλές δεκαετίες.

Από την άλλη πλευρά ο υπερβολικός φιλελευθερισμός έχει οδηγήσει σε συγκρουσιακές καταστάσεις. Για παράδειγμα, στην χώρα μας έχει αρχίσει τις τελευταίες δεκαετίες να ενισχύεται και το αίσθημα του «χωρίς ταυτότητα» (identity less). Και έτσι δημιουργήθηκε μια από τις οξύτατες διαιρετικές τομές. Ένα χάσμα ανάμεσα στις παγκοσμιοποιημένες, πολυπολιτισμικές ομάδες και τις εθνικά ομοιογενείς. Δυο μεγάλες και δημογραφικά διακριτές ομάδες που εδώ και καιρό έχουν ουσιαστικά πάψει να συνομιλούν μεταξύ τους. Όσο και εάν θέλει το κυβερνητικό κόμμα να βάζει κάτω από το χαλάκι αυτή την πραγματικότητα, η πρώτη αντιμετωπίζει τη δεύτερη με περιφρόνηση και ανωτερότητα. Η δεύτερη αντιμετωπίζει την πρώτη με φθόνο και μνησικακία.

Αυτό αποδεικνύει ότι, στην εποχή του μεταμοντερνισμού, οι αλήθειες μας είναι πάντοτε φιλτραρισμένες μέσα στην εκάστοτε προοπτική μας. Όταν οι προοπτικές μας έχουν αρκετά κοινά στοιχεία, τότε μπορούμε να συμφωνήσουμε σε αρκετά πράγματα. Αν όμως αυτές οι προοπτικές αποκλίνουν σε μεγάλο βαθμό, τότε η συναίνεση, η συμφωνία για το τι είναι αλήθεια και το δεν είναι, γίνεται ιδιαίτερα δύσκολη. Κερδίζει αυτός που λέει την καλύτερη ιστορία, όχι αυτός που λέει την αντικειμενική ή και επιστημονική αλήθεια.

Ας πάμε, όμως, τώρα και στις αντικειμενικές και επιστημονικές αλήθειες. Από τις λίγες αναφορές που βρίσκουμε στα συγγράμματα του Καρλ Μαρξ σχετικά με την αξία του έθνους είναι στο Κριτική του προγράμματος της Γκότα. Εκεί χαρακτηριστικά ο Μαρξ αναφέρει ότι «[… ]είναι τελείως αυτονόητο ότι η εργατική τάξη, για να μπορέσει γενικά να αγωνιστεί, πρέπει να οργανωθεί σαν τάξη στη χώρα της, και ότι ο τόπος της είναι το άμεσο θέατρο του αγώνα της. Απ’ αυτήν την άποψη, ο ταξικός της αγώνας είναι εθνικός όχι στο περιεχόμενο, αλλά, όπως λέει το Κομμουνιστικό Μανιφέστο, στη «μορφή» […]».

Για το κράτος, στο ίδιο σύγγραμμα βρίσκουμε το Γράμμα στον Μπέμπελ του Φρίντριχ Ένγκελς. Εκεί, ο Ένγκελς, αναφέρει ότι «[…] όσον καιρό το προλεταριάτο χρειάζεται ακόμα το κράτος, το χρειάζεται όχι προς το συμφέρον της ελευθερίας, αλλά της καταστολής των αντιπάλων του και από τη στιγμή που θα μπορεί να μιλάει κανείς για ελευθερία, παύει να υπάρχει το κράτος σαν τέτοιο […]».

Τέλος στο ίδιο σύγγραμμα ο Ένγκελς γράφει για την ισότητα: «[…]Από χώρα σε χώρα, από επαρχία σε επαρχία, ακόμα και από μέρος σε μέρος, θα υπάρχει πάντα μια κάποια ανισότητα στις συνθήκες ζωής, που θα μπορεί κανείς να τη μειώσει στο ελάχιστο, αλλά που δεν θα μπορέσει ποτέ να την εξαλείψει ολότελα. Οι κάτοικοι των Άλπεων θα έχουν πάντα άλλες συνθήκες ζωής από τους ανθρώπους του κάμπου. Η αντίληψη της σοσιαλιστικής κοινωνίας σαν βασίλειο της ισότητας είναι μια μονόπλευρη γαλλική αντίληψη που στηρίζεται στο παλιό σύνθημα «ελευθερία, ισότητα, αδελφότητα», μια αντίληψη που σαν στάδιο εξέλιξης της εποχής της και του τόπου της ήταν δικαιολογημένη, που όμως θα έπρεπε τώρα να έχει ξεπεραστεί, όπως όλες οι μονομέρειες των προηγούμενων σοσιαλιστικών σχολών, γιατί προκαλούν μονάχα σύγχυση στα μυαλά, και γιατί βρέθηκαν πιο ακριβείς τρόποι παρουσίασης του ζητήματος […]».

Οι Μαρξ και Ένγκελς σκύβουν πάνω από το έθνος κράτος και φυσικά αναγνωρίζουν την αξία της καπιταλιστικής οργάνωσης μέχρι, όπως στο ίδιο σύγγραμμα γράφει ο Μαρξ, να φτάσουμε σε μια «ανώτερη φάση της κομμουνιστικής κοινωνίας… όταν με την ολόπλευρη ανάπτυξη των ατόμων θα έχουν αναπτυχθεί και οι παραγωγικές δυνάμεις και θα αναβλύζουν πιο άφθονα όλες οι πηγές του κοινωνικού πλούτου, τότε μόνο θα μπορεί να ξεπεραστεί ολότελα ο στενός ορίζοντας του αστικού δικαίου και η κοινωνία θα γράψει στη σημαία της: Από τον καθένα ανάλογα με τις ικανότητες του, στον καθένα ανάλογα με τις ανάγκες του!» – εδώ ο Μαρξ αναφέρεται στο τέλος της ιστορίας, όπως την προέβλεψε ο Χέγκελ, αλλά αστόχησαν και οι δυο μαζί σε αυτό.

Τα ανωτέρω επιβεβαιώνονται, όμως, και πρακτικά. Μετά την οικονομική κατάρρευση στην οποία είχε οδηγήσει ο λεγόμενος «πολεμικός κομμουνισμός», ο Λένιν εισήγαγε τη «Νέα Οικονομική Πολιτική» του. Ξεκίνησε αποκαθιστώντας τα περισσότερα από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της εικόνας που με τόσες ανθρώπινες θυσίες είχε ξεριζώσει. Χρήματα, αγορές, εισοδηματικές διαφοροποιήσεις και ιδιοκτησία – για ένα διάστημα, ακόμα και ιδιωτική επιχείρηση στην παραγωγή – επανεισάχθηκαν. Ακόμη κι έτσι, η «ανώτερη φάση της κομμουνιστικής κοινωνίας» φυσικά ποτέ δεν επετεύχθη και στα τέλη της δεκαετίας 1980 ο κομμουνιστικός κόσμος κατέρρευσε και μαζί του το ψυχροπολεμικό διεθνές σύστημα.

Παρόλα αυτά η σαβανωμένη ελληνική αριστερά συνεχίζει να προπαγανδίζει την δικτατορία του προλεταριάτου. Πρόσφατα, εντός του ελληνικού κοινοβουλίου ακούστηκε εκπρόσωπος της αριστεράς να δηλώνει ανυπακοή στις αποφάσεις της αστικής δικαιοσύνης και να αμφισβητεί το δημοκρατικό ήθος της Νέας Δημοκρατίας!

Ουσιαστικά η αριστερά εδώ και καιρό έχει ξεκινήσει μια εκστρατεία που ονομάζεται «υβριδικός πόλεμος». Άσκηση πολιτικής επιρροής στην κοινή γνώμη, παραπληροφόρηση, δημόσια κακοποίηση, επιθέσεις εναντίον της προσωπικότητας και ιδιωτικότητας συγκεκριμένων στόχων. Ακολουθεί η «δολοφονία» της προσωπικότητας ατόμων και, μέσω της διασποράς ψευδών ειδήσεων, τη δημιουργία μιας γκρίζας ζώνης αμφιβολίας, στην οποία τα γεγονότα δυσκολεύονται να επιβιώσουν. Ένας τεράστιος «στρατός» από μπλόγκερ και εργαζόμενα για το κόμμα τρολ εκτοξεύουν διαδικτυακές απειλές, επιθέσεις, ψεύδη και λάσπη, ασκώντας, δηλαδή, εκφοβισμό και βία σε οποιονδήποτε ή οτιδήποτε εκφράζει την ιδεολογική του διαφωνία με την αριστερά.

Ιδιαίτερα δε με προβληματίζει η τυφλή πίστη στον σχετικισμό – στην ανάγκη του συμψηφισμού των πάντων και του «Όλοι ίδιοι είναι». Αλλά και το γεγονός ότι με αυτά και με αυτά η ελληνική αριστερά έχει καταστήσει την ιδεολογία της σε δόγμα, αγνοώντας ακόμα και τα λόγια του ιδεολογικού της πατέρα, του Λένιν, που στο Ο αριστερισμός, παιδική αρρώστια του κομμουνισμού έγραφε «Η θεωρία μας δεν είναι δόγμα, μα καθοδήγηση για δράση, έλεγαν ο Μαρξ και ο Ένγκελς».

Και εκείνος που βγήκε να υποστηρίξει την αστική δικαιοσύνη και ιστορική και επιστημονική αλήθεια διαγράφτηκε από το κόμμα της αστικής δημοκρατίας. Αντιλαμβάνομαι ότι ο πιο ασφαλής και εύκολος δρόμος είναι να μη λες ποτέ τίποτα δυσάρεστο ή αμφιλεγόμενο. Να είσαι αρεστός σε όλους. Ωστόσο, η ανάγκη ενός υπεύθυνου πολίτη, πολλώ δε μάλλον πολιτικού, να εκφράσει την άποψη και την οπτική του στα πράγματα είναι επιτακτική τη δεδομένη στιγμή. Δεν αποτελεί μόνο κεκτημένο δικαίωμα ως πολίτης που με τις πράξεις του έχει την ευθύνη να διατηρήσει την ελευθερία αυτή για τις επόμενες γενιές, αλλά όταν πρόκειται για πολιτικό και υποχρέωση του λόγω της επαγγελματικής του θέσης. Το κόμμα της αστικής δημοκρατίας όχι μόνο διέγραψε τον εκπρόσωπο του επειδή θεώρησε ηθικό και επαγγελματικό του καθήκον να υπερασπιστεί αστική δικαιοσύνη και ιστορική και επιστημονική αλήθεια αλλά ακόμα δεν έχει ζητήσει από τον εκπρόσωπο της αριστεράς να λογοδοτήσει για τα λεγόμενα του εντός του ελληνικού κοινοβουλίου.

« […] Το μόνο που απαιτείται είναι η ρετσινιά», γράφει ο Ροθ, «Η ρετσινιά είναι το κίνητρο. Η ρετσινιά είναι το αποδεικτικό στοιχείο. Η ρετσινιά είναι η λογική […]». Αφού δεν είμαστε διατεθειμένοι να τα βάλουμε με τον αριστερό φασισμό, μήπως στο μικρό μας χωριό που λέγεται Ελλάδα – δεν θα έπρεπε να είναι αλλά δυστυχώς έτσι την αντιμετωπίζουν κάποιοι – έχουμε φτάσει στο επικίνδυνο αυτό σημείο που θα πρέπει να φοβόμαστε την κάθε λέξη που χρησιμοποιούμε;