Διαχρονικά ελλείμματα πρωθυπουργών: Μύθοι και αλήθειες

Είθισται στο τέλος κάθε χρονιάς η πολιτική συζήτηση να φουντώνει, με αφορμή τη συζήτηση επί του προϋπολογισμού της επόμενης χρονιάς, αλλά φέτος υπήρχαν δύο ιδιαιτερότητες.

Η μία αφορά στο γεγονός ότι η κοινοβουλευτική συζήτηση αναλώθηκε στα της επιστημονικής μελέτης Τσιόδρα–Λύτρα για τη θνητότητα στις ΜΕΘ, παρά στο δημοσιονομικό σχέδιο του Μαξίμου για το 2022.

Το δεύτερο «κλου» ήταν ότι για πρώτη φορά τα τελευταία 10 και πλέον χρόνια ένας σημαντικά ελλειμματικός κρατικός προϋπολογισμός δεν προκαλεί φόβους για δημοσιονομική εκτροπή, όπως είχαμε συνηθίσει τα μνημονιακά έτη.

Φυσικά, καμία σύγκριση δεν μπορεί να γίνει μεταξύ της παρούσας οικονομικής συγκυρίας και αυτής που βίωσε με δύσκολο τρόπο η χώρα την περίοδο 2010-2018. Ο λόγος; Η τωρινή εκτίναξη του ελληνικού δημοσίου χρέους στα 387,3 δισ. ευρώ υπερβαίνοντας κατά πολύ το 200% του ΑΕΠ (βλ. στοιχεία του Οργανισμού Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους στις 30 Ιουνίου 2021) είναι σε μεγάλο βαθμό η αποτύπωση των αναγκαίων υποστηρικτικών μέτρων που πήρε η κυβέρνηση Μητσοτάκη, προκειμένου να αντιμετωπιστεί η επέλαση της πανδημίας.

Κι αυτό δεν μπορεί επ’ ουδενί να συγκριθεί με το πάρτι σπατάλης και του αλόγιστου εξωτερικού δανεισμού, στα οποία επιδόθηκαν κυβερνήσεις αλλοτινών –όχι πολύ μακρινών– εποχών με πρωταθληματικές επιδόσεις στην υπερδιόγκωση του δημοσίου «φεσιού» και των ελλειμμάτων.

Ακόμα κι έτσι, όμως, στη ζυγαριά της σύγκρισης δεν μπαίνει από τη μία πλευρά η νυν «γαλάζια» διακυβέρνηση και από την άλλη τα υπόλοιπα κυβερνητικά σχήματα της μεταπολίτευσης. Άλλωστε, στο μωσαϊκό της εκτόξευσης του ελληνικού χρέους ούτε ένας ούτε δύο αλλά 11 πρωθυπουργοί ισάριθμων κυβερνήσεων έχουν προσθέσει το μεγάλο ή το… τεράστιο λιθαράκι τους.

Είναι χαρακτηριστικός ένας πίνακας που αλιεύσαμε στο διαδίκτυο (σ.σ. από την ηλεκτρονική έκδοση του «Οικονομικού Ταχυδρόμου», σε άρθρο για τους κρατικούς προϋπολογισμούς και τη διαχρονική πορεία… ανάβασης του δημοσίου χρέους), από τον οποίο προκύπτει το συμπέρασμα ότι η πλέον «νοικοκυρεμένη» διαχείριση και μάλιστα σε συνθήκες σκληρής μνημονιακής μέγγενης από τους δανειστές ήταν επί πρωθυπουργίας Αντώνη Σαμαρά (Ιούνιος 2012 – Ιανουάριος 2015).

Τότε ο κ. Σαμαράς εκμεταλλεύθηκε στο έπακρο το «κούρεμα» χρέους που αποφασίστηκε και ψηφίστηκε επί πρωθυπουργίας Λουκά Παπαδήμου με υπουργό Οικονομικών τον Ευάγγελο Βενιζέλο τον Μάρτιο του 2012, και κατάφερε να μειώσει το χρέος κατά 36,1 δισ. ευρώ. Είναι η μεγαλύτερη μείωση που έχει επιτευχθεί στη μεταπολίτευση και χάρη σε αυτήν μπόρεσε η χώρα να καταστήσει το χρέος της βιώσιμο και να μπορεί τώρα να δανείζεται με μηδενικά επιτόκια.

Και βέβαια θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι την περίοδο 2012-2015 επιτεύχθηκε και σημαντική δημοσιονομική προσαρμογή και προχώρησαν οι αναγκαίες μεταρρυθμίσεις.

Φυσικά, κι άλλες περιόδους υπήρξε μείωση στο χρέος, αλλά σε αρνητικό πρόσημο δεν έφτασε ποτέ. Απλά σε κάποιες περιόδους υπήρξε μείωση επί του ποσοστού του ΑΕΠ, παρά το γεγονός ότι υπήρξε αύξηση του χρέους.

Κι όμως, η κατάσταση με το δημόσιο χρέος ήταν πλήρως ελεγχόμενη και κινείτο σε πολύ χαμηλά κατά τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης.

Σύμφωνα με τις αναγωγές τής ΕΛΣΤΑΤ και της Eurostat μέχρι το 1981, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής και ο Γεώργιος Ράλλης το διατήρησαν στα 2,4 δισεκατομμύρια ευρώ. Επί Ανδρέα Παπανδρέου κατά τη διάρκεια της πρώτης οκταετίας του ΠΑΣΟΚ εκτοξεύθηκε, καθώς η κυβέρνηση της Αλλαγής προσέθεσε άλλα 19,1 δισ. ευρώ. Στον ένα περίπου χρόνο (Ιούνιος 1989 – Μάρτιος 1990) οι κυβερνήσεις Τζαννή Τζανετάκη και Ξενοφώντα Ζολώτα το μείωσαν κατά 8,4 δισ. ευρώ.

Νέα εκτόξευση παρατηρείται στην τριετία του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, όπου παρέδωσε τον Σεπτέμβριο του 1993 έχοντας προσθέσει κι αυτός άλλα 30,6 δισ. ευρώ. Στη δεύτερη τριετία του (1993-1996) ο Ανδρέας Παπανδρέου είχε κρατήσει πιο χαμηλά την μπάλα και δεν είχε καμία σχέση με την περίοδο του «Τσοβόλα, δώσ’ τα όλα». Τουναντίον, με τον Αλέκο Παπαδόπουλο στο υπουργείο Οικονομικών υπήρξε μία εγκράτεια, αλλά και πάλι προστέθηκαν άλλα 37,3 δισεκατομμύρια ευρώ.

Κατά την οκταετία του Κώστα Σημίτη στο χρέος προστέθηκαν 70 δισεκατομμύρια ευρώ, όμως η μείωση επί του ποσοστού του ΑΕΠ ήταν κατά 14,8%, κάτι που το διατήρησε ως βιώσιμο και γι’ αυτό δεν αντιμετώπιζε πρόβλημα η χώρα, λόγω των ικανοποιητικών ρυθμών ανάπτυξης και γενικότερα της οικονομικής κατάστασης που επικρατούσε παγκοσμίως με την άνθιση της αμερικανικής οικονομίας που παρέσυρε και τις ευρωπαϊκές.

Κατά την περίοδο της διακυβέρνησης Κώστα Καραμανλή (2004-2009) προστέθηκαν άλλα 131,9 δισεκατομμύρια που θεωρείται ένα απίστευτο ρεκόρ. Σε συνδυασμό με την παγκόσμια νομισματική αναταραχή, το χρέος έφτασε συνολικά στα 299,7 δισεκατομμύρια ευρώ, δηλαδή στο 129,85 του ΑΕΠ. Κάτι που το κατέστησε μη βιώσιμο. Συνέπεια όλων αυτών ήταν να μην μπορεί η χώρα να δανειστεί από τις αγορές και να οδηγηθούμε στην περίοδο των μνημονίων.

Παρά τις περικοπές σε μισθούς, συντάξεις κι έξοδα, καθώς είχε ξεκινήσει η δημοσιονομική προσαρμογή, η κυβέρνηση του Γιώργου Παπανδρέου προσέθεσε άλλα 56 δισεκατομμύρια στο δημόσιο χρέος, αλλά οι δανειστές ισχυρίζονταν πως το χρέος που ήδη είχε ξεπεράσει κατά πολύ τα 300 δισεκατομμύρια (355,7 για την ακρίβεια) θεωρείτο βιώσιμο.

Όμως γρήγορα όλοι κατάλαβαν ότι αυτό το κολοσσιαίο χρέος δεν μπορούσε να καταστεί βιώσιμο και γι’ αυτό στη Σύνοδο Κορυφής της 26ης Οκτωβρίου του 2011 αποφασίστηκε περαιτέρω βοήθεια στην Ελλάδα. Μεταξύ των οποίων ήταν και το κούρεμα του χρέους, το λεγόμενο PSI, το οποίο ψηφίστηκε από την ελληνική Βουλή τον Μάρτιο του 2012. Το πρόγραμμα όμως αυτό περιελάμβανε  την εθελοντική ανταλλαγή ομολόγων που διακρατούσε ο ιδιωτικός τομέας με νέα ομόλογα, με παράλληλη περικοπή της ονομαστικής αξίας κατά 50%! Το πρώτο δίμηνο του 2012 ολοκληρώθηκαν οι διαπραγματεύσεις για το πρόγραμμα αυτό, για το «κούρεμα» δηλαδή.

Σύμφωνα με στοιχεία τής ΤτΕ το συνολικό καθαρό όφελος (μείωση του χρέους) των 137,9 δισ. ευρώ που προέκυψε από το «κούρεμα» μετριάστηκε σημαντικά λόγω: 1ον) της ανάγκης για ανακεφαλαιοποίηση των ελληνικών τραπεζών με έκδοση νέου χρέους ύψους 41 δισ. ευρώ εντός του 2012, 2ον) του δανεισμού ύψους 11,3 δισ. ευρώ για την επαναγορά χρέους τον Δεκέμβριο,  3ον) του γεγονότος ότι η μείωση της αξίας των ομολόγων που διακρατούσαν τα ελληνικά ασφαλιστικά ταμεία ή άλλοι φορείς, ύψους 16,2 δισ. ευρώ, δεν οδήγησε σε μείωση του χρέους, επειδή επρόκειτο για ενδοκυβερνητικό χρέος, 4ον) του δανεισμού 4,5 δισ. ευρώ για την παροχή ομολόγων του ΕΦΣΕ στα ασφαλιστικά ταμεία ως αντισταθμικού οφέλους έναντι της μείωσης των απαιτήσεων που υπέστησαν, 5ον) της ανάγκης δανεισμού 11,9 δισ. ευρώ για την κάλυψη του ελλείμματος του 2012, και 6ον) λοιπών υποχρεώσεων του Δημοσίου (π.χ. πληρωμές στον ΕΜΣ, πληρωμές παλαιών οφειλών κ.λπ.) συνολικού ύψους 1,9 δισ. ευρώ.

Δηλαδή, ενώ το «κούρεμα» αυτό έγινε για αντίστοιχη μείωση του χρέους, το καθαρό αποτέλεσμα, μετά τις συναλλαγές αυτές για αλλότριους σκοπούς, ήταν  η μείωση του χρέους  εντός του 2012  να περιοριστεί μόνο κατά 51,8 δισ. ευρώ.

Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι κατά τη διακυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα προστέθηκαν στο δημόσιο χρέος άλλα 15,5 δισεκατομμύρια ευρώ, ενώ επί κυβέρνησης Κυριάκου Μητσοτάκη προστέθηκαν άλλα 15,7 δισεκατομμύρια, τα λεγόμενα και «κορωνοχρέη».