Η τάξη

Γράφει ο Στέλιος Ιατρού

Εισαγωγή

O Ψυχρός Πόλεμος (στο εξής «ΨΠ»), δεν έληξε όταν διαλύθηκε το Ανατολικό Μπλοκ του Συμφώνου της Βαρσοβίας (9 Νοεμβρίου 1989), ή όταν εξέλιπε πια η Σοβιετική Ένωση (26 Δεκεμβρίου 1991). Πέρασε σε μια φάση πικραμένης νοσταλγίας απ’ τη μία όχθη ανάμικτης με μακαριότητα και πλανεμένες ερμηνείες επηρεασμένες από ιδεοληψία και αλαζονεία απ’ την άλλη.

Διότι απέμειναν εκατέρωθεν του Ατλαντικού ζωντανές η εμπειρία και η ανάμνηση της «Τάξης», ολοένα φθίνουσες και μοναχά στο μυαλό γηραιών αξιωματούχων που μετακινούνταν στο γ’ υπόγειο κι εκτός Ουάσιγκτον, όσο νεαρά στελέχη θα έφερναν το μοντέρνο σε θέσεις μέσα κι έξω απ’ τα γραφεία ηγετών.

Την «Τάξη» είχαν χτίσει τα δύο power blocks με προσεκτικές ισορροπίες και διαρκή αναμέτρηση τις προηγούμενες δεκαετίες. Οι μηχανισμοί της—που δεν έσβησαν απ’ τη νύχτα ώς την αυγή—ήσαν διπλωματικοί, υπηρεσιακοί, πολιτικοί, είχαν κινηθεί καί με σειρά θερμών αντιπαραθέσεων μέσω τρίτων σε proxy wars, συνθέτοντας ένα πλαίσιο ελάχιστης σταθερότητας με κανόνες και χάρτες επιρροών που κατέγραφαν μια πραγματικότητα συμφερόντων με αρετές διαχρονίας.

Όμως η «Τάξη» που τα υπηρετούσε δεν γινόταν να μπει στον αυτόματο πιλότο: όφειλε κάποιος να τροφοδοτεί το σύστημα μ’ ευμενή επιστασία κι ενέργεια, ώστε να διορθώνονται βλάβες και φθορές, για να μην το οδηγήσει η εντροπία στο αναπόφευκτο θερμικό του τέλος.

Ο ΨΠ πάγωσε στα χέρια του τελευταίου Αμερικανού Προέδρου που ήταν βαθύς γνώστης των εσωτερικών μηχανισμών, της ιστορίας, και των σκοπών που η «Τάξη» είχε φτιαχτεί για να υπηρετεί: του Τζωρτζ Χέρμπερτ Γουόκερ Μπους (στο εξής «HW», για να τον ξεχωρίζουμε απ’ τον Τζωρτζ Γούοκερ Μπους τον Νεότερο, που θ’ αποκαλώ «W»). Για να κατανοήσουμε όψεις του σήμερα, όπου η πουτινική κακιστοκρατία επιχειρεί να πάρει τη ρεβάνς που θ’ ανατρέψει την Ιστορία, θα ωφελούσε να ξεκινήσουμε απ’ τον ΨΠ, και να περάσουμε στην εποχή του HW και των διαδόχων του.

1. Η δωροδοκία στο Μπρέτον Γουντς

Η αμερικανική εξωτερική πολιτική κατά τη διάρκεια του ΨΠ ήταν διακομματική στα δύο σώματα του Κογκρέσου. H κουλτούρα συναίνεσης έπαυσε στα μέσα της δεκαετίας του ’90, επί Μπιλ Κλίντον και Προέδρου Νιουτ Γκίνγκριτς στη Βουλή. Τότε κορυφώθηκε το νείκος με την έρευνα του Ανεξάρτητου Ανακριτή Κένεθ Σταρ σε βάρος του Προέδρου, ο οποίος δικάστηκε στη Γερουσία με το ερώτημα της καθαίρεσης για την «inappropriate relationship» με τη Μόνικα Λιουίνσκι και την εκμαιευμένη απ’ τον Σταρ παγίδευση σε ψευδορκία. Ίχνη διακομματικής συναίνεσης για την άμυνα και διεθνή ασφάλεια έχουμε ξαναδεί απολύτως εσχάτως στο Κογκρέσο μετά τη Ρωσική Εισβολή της 24ης Φεβρουαρίου.

Η συναίνεση των ετών του ΨΠ βασιζόταν σε μια ελληνική ιδέα των κλασικών χρόνων: εμπνευσμένη απ’ τη Δηλιακή Συμμαχία που μετασχηματίστηκε σε Αθηναϊκή Ηγεμονία, η Ουάσιγκτον διαμόρφωσε το δόγμα πως για ν’ αντιπαρατεθεί στη Μόσχα όφειλε να στηριχθεί σε μια κρίσιμη μάζα συμμαχικών δυνάμεων, ώστε ν’ αποφευχθεί μια σύγκρουση ένας-προς-έναν, που θα εξελισσόταν αμέσως σε πυρηνικό ολοκαύτωμα.

Αντιθέτως, η ΕΣΣΔ δεν έχτισε συμμαχίες, αλλά ένα μπλοκ γύρω της από άφωνες, υποταγμένες χώρες, που της εξασφάλιζαν επιτέλους το πολυπόθητο απ’ την εποχή των Τσάρων «στρατηγικό βάθος», δηλ. αχανείς εκτάσεις έξω απ’ τα σύνορά της, που της παρείχαν χρόνο αντίδρασης σε περίπτωση χερσαίας εισβολής.

Όπως η Δηλιακή Συμμαχία μπορούσε να σταθεί γιατί ήταν και χώρος ακμαίας οικονομικής δραστηριότητας των συμμάχων, έτσι και η «Τάξη» που οι ΗΠΑ έχτισαν μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου (στο εξής «Β΄ ΠΠ») ξεκίνησε στο Μπρέτον Γουντς με προτεραιότητα καί αυτήν την καίρια όψη, γιατί κάθε σύστημα, όπως είπα, απαιτεί ευμενή τροφοδοσία με ενέργεια, για να μην υποκύψει στην εντροπία του. Αντιθέτως, το Ανατολικό Μπλοκ αδιαφόρησε για κάτι τέτοιο, πλανώμενο πως με την επιβολή της καχεξίας θα εξασφαλιζόταν η Μόσχα από εσωτερικό ανταγωνισμό.

Στο Μπρέτον Γουντς η Ουάσιγκτον διέλυσε το Αυτοκρατορικό Σύστημα, κατονομάζοντάς το ως την αιτία της έριδας που είχε οδηγήσει σε γαλλοπρωσική εχθρότητα, αποικιακό ανταγωνισμό (λ.χ. The Scramble for Africa), και δύο καταστροφικούς παγκόσμιους πολέμους. Απλοποιώντας, το σύστημα εκείνο εξαντλείτο στο να διασφαλίζει πως κάθε αποικιακή αυτοκρατορία θα ήκμαζε εντός του χώρου επιρροής της αποκλείοντας τις ανταγωνίστριες από κείνον, και έτσι ο Κόσμος παρέμενε αποσυνδεδεμένος, ερίζοντας για ζωτικό χώρο και πρόσβαση σε ζωτικούς πόρους.

Διαθέτοντας τον μοναδικό μεγάλο και αξιόμαχο πολεμικό στόλο στον πλανήτη, η Ουάσιγκτον υποσχέθηκε ν’ αναλάβει την ασφάλεια για όλους στον ενοποιημένο πια διεθνή χώρο, συντονίζοντας και διαχειριζόμενη ευμενώς τα ζητήματα που απασχολούσαν τους συμμάχους.

Σε αντάλλαγμα, όχι μόνον θα τους υπερασπιζόταν αμυντικά, αλλά θα διασφάλιζε «το παγκοσμιοποιημένο, ελεύθερο διεθνές εμπόριο», όπου σύμμαχοι και πρόθυμοι εταίροι θα μπορούσαν να συμμετάσχουν δίχως να διατηρούν στόλους και στρατεύματα για την προάσπισή του χώρου του ο καθένας ξεχωριστά, όπως στο Αυτοκρατορικό Σύστημα. Έτσι, όλοι θα πλούτιζαν, σαν να είχαν εξέλθει νικητές απ’ τον Πόλεμο, ενώ είχαν εξέλθει γονατισμένοι.

Στην «Τάξη» που γεννήθηκε πάνω στην αρχή «άμυνα έναντι ευημερίας» γνωστή ως «Guns for Butter», προσχώρησε το δυναμικότερο 1/3 του πλανήτη, της Δυτικής καπιταλιστικής παράδοσης και της φιλεύθερης αστικής δημοκρατίας, που ήκμασε οικονομικά στη συνέχεια. Το άλλο 1/3 που έμεινε απέξω, το σοβιετικό, σταδιακά παρήκμασε, λειτουργώντας με πλάνες και τη σκαιότητα του σταλινισμού. Το τελευταίο 1/3 υπέφερε απ’ την εσωτερική του μεταποικιακή αστάθεια, κρισίμως δε απ’ τη λυσσαλέα εξωτερική παρέμβαση.

2. Απ’ το «Guns for Butter» στο «A Thousand Points of Light»

Όταν έπεσε η ΕΣΣΔ, ο HW ήταν ο τελευταίος Πρόεδρος εκείνου του κλίματος. Η αρχή «guns for butter» κατέστη irrelevant. Η Ομοσπονδιακή Γερμανία, λογουχάρη, που μέχρι τότε έτρεμε πάνω στον κυματοθραύστη της σοβιετικής απειλής, αναστέναξε με ανακούφιση, και ρίφθηκε στον μονομερή της πλουτισμό, αφομοιώνοντας με σχέδιο Σόιμπλε την Αν. Γερμανία, καταδικάζοντάς την μέχρι και σήμερα σε οικονομική καχεξία έναντι της Δυτικής. Παρόμοια κινήθηκε σε βάρος των ευρωενωσιακών της εταίρων, έχοντας απολαύσει για δεκαετίες ανέξοδα την προστασία των ΗΠΑ, που με το άφθονο χρήμα τους της είχαν επιτρέψει το «Deutsches Märchen». Ο κακός λύκος δεν κυκλοφορούσε πια στο δάσος, αλλά μεθοκοπούσε στους διαδρόμους του Κρεμλίνου έχοντας αφήσει το διαλυμένο κράτος του στα χέρια της α΄ γενιάς ολιγαρχών.

Προτεραιότητα του HW κατέστη να παρουσιάσει θελκτικώς στη συμμαχία της «Τάξης» καί στον λαό του στο εσωτερικό πως ό,τι γνώριζαν είχε έρθει η ώρα να το ξεχάσουν. Mπροστά τους ανοιγόταν «a brilliant diversity spread like stars, like a thousand points of light in a broad and peaceful sky», όπως το έγραψαν σε δυο ομιλίες οι λογογράφοι του, Πέγκυ Νούναν και Κρεγκ Ρ. Σμιθ, μία στο προεδρικό χρίσμα των Ρεπουμπλικανών (1988) και άλλη στην προεδρική του ορκωμοσία (20 Ιαν 1989).

Το όραμα ανανοηματοδοτήθηκε με όρους που θα επέτρεπαν στους Αμερικανούς να αισθάνονται ότι τους λάχαινε ένας νέος άξιος αγώνας, και απ’ το «πρέπει να τα δώσετε όλα για τη νίκη επί των Σοβιετικών» μετέβαιναν στο «πρέπει να τα δώσετε όλα για τη Νέα Τάξη Πραγμάτων»: την δημοκρατία, τ’ ανθρώπινα δικαιώματα, τα δικαιώματα των γυναικών, των μειονοτήτων, τη θεσμική υγεία και ευημερία της χώρας, και κάμποσα άλλα ασαφή που δεν έπειθαν πως αφορούσαν τον μεσαίο Αμερικανό εργαζόμενο με υποθήκη σπιτιού και χρέη για την εκπαίδευση των παιδιών του.

Για τη «Νέα Τάξη», το διεθνές σύστημα θ’ αξιοποιούσε και πάλι το ελεύθερο εμπόριο και την παγκοσμιοποίηση, αλλ’ όχι για την αποφυγή του πυρηνικού Αρμαγεδδώνα, μα προς κάτι αόριστο, που σκόνταφτε πάνω στη μεταψυχροπολεμική κόπωση των Αμερικανών και των εταίρων τους, που δεν έβλεπαν λόγο να συνεχιστεί ο αγώνας.

Ο «σοφός αμερικανικός λαός» δεν συγχώρησε στον HW το δικό του φορολογικό, και εξέλεξε το 1992 τον 46χρονο Baby Boomer Μπιλ Κλίντον που τους έπεισε ότι «it’s the economy, stupid!» μα δεν έκανε τίποτε για την εξωτερική πολιτική τα κρίσιμα τρία πρώτα χρόνια της θητείας του, ακριβώς όταν το σύστημα, που μόλις είχε εισέλθει σε υπαρξιακή κρίση, έπρεπε να κυβερνηθεί με το σταθερό χέρι ενός έμπειρου statesman.

3. Ο inappropriate Κλίντον

Με τον Κλίντον, η Αμερικανική στρατηγική σκέψη έχασε τον σαφή προσανατολισμό, κι έτσι απέκτησαν και πάλι κάποια φωνή δόγματα μακράς πνοής, όπως το Δόγμα Μονρό.

Για κάμποσο, οι μηχανισμοί της «Τάξης» αφέθηκαν στον αυτόματο πιλότο, όπως φαίνεται λογουχάρη στην αργοπορημένη ένταξη της Λατινικής Αμερικής στο σύστημα: Βραζιλία κι Αργεντινή γνώρισαν τότε ακμή, η τελευταία αργότερα περιήλθε σε πτώχευση, ενώ το Μεξικό εκβιομηχανίστηκε κάπως αδρά, κι έγινε στενός εταίρος του αμερικανικού outsourcing. Επί Κλίντον, W, Ομπάμα, και Τραμπ, οι ΗΠΑ παρέμειναν όπως και πριν αφοσιωμένες σε πέντε στρατηγικές εμπορικές συμμαχίες: με Καναδά, Μεξικό, Ηνωμένο Βασίλειο, Ν. Κορέα, και Ιαπωνία.

O Κλίντον έδειξε ελάχιστη μέριμνα για την κατασκευή της «Νέας Τάξης», αν και συνέβησαν κάμποσα πράγματα στην Ευρώπη, όπως οι πόλεμοι της Γιουγκοσλαβίας και οι ΝΑΤΟϊκές επεμβάσεις, αλλά κρισίμως, η διεύρυνση του ΝΑΤΟ (1997), η φαινομενική ενσωμάτωση της Ανατολικής Ευρώπης στην «Τάξη» υπό την επίνευση του μέθυσου Μπαρίς Γέλτσιν, που διατηρούσε εξαιρετική προσωπική σχέση με τον Αμερικανό ομόλογό του, ενώ πιο πέρα ενισχύθηκε η επέκταση της παγκοσμιοποίησης προς Άπω Ασία και Κίνα, μέχρι πάλι το 1997, όταν κατά την Ασιατική Οικονομική Κρίση «speculative assaults» τσάκισαν τις «Τέσσερις Τίγρεις» από οριγκάμι (Χονγκ Κονγκ, Σιγκαπούρη, Ν. Κορέα, Ταϊβάν), η δε κρίση του 2008 τις έπληξε εκ νέου βαρύτατα, ώστε επανήλθαν στην ευημερία τα τελευταία χρόνια.

Ο Κλίντον δεν έχτισε το νέο ΝΑΤΟ, που ενεργοποιήθηκε ξανά στις μέρες μας. Η ένταξη των Ανατολικοευρωπαίων έγινε βιαστικά χωρίς μεταρρυθμίσεις εναρμόνισής τους με δυτικούς μηχανισμούς, πρωτόκολλα, πολιτική, διοικητική, και θεσμική κουλτούρα, ή τα δίκτυα διεπαφής. Δεν εγκαταστάθηκαν εκεί Δυτικά στρατεύματα ή οπλικά συστήματα—όχι φυσικά επειδή τάχα είχε δοθεί κάποια υπόσχεση στον Γκορμπατσόφ, κάτι που εκείνος διέψευσε—μηδέ ελέγχθηκαν ή εκκαθαρίστηκαν οι μυστικές τους υπηρεσίες, τα δε οπλοστάσιά τους, καθώς φάνηκε εσχάτως, διατήρησαν τον σοβιετικό τους οπλισμό.

Επομένως, τα νέα μέλη πρακτικά δεν ενσωματώθηκαν για δυόμιση δεκαετίες, γιατί το follow-up της ένταξης παραμελήθηκε στη συνέχεια επί W, Ομπάμα, και Τραμπ. Η αδιαφορία για την «Τάξη» εξακολούθησε στο Οβάλ Γραφείο, μέχρι που το πράγμα ισοπεδώθηκε κατά τη Συνάντηση Κορυφής Τραμπ-Πούτιν στο Ελσίνκι, όπου ο Ντόναλντ υιοθέτησε πλήρως κάθε ισχυρισμό του Βλαντίμιρ, απαξιώνοντας δημοσίως την Αμερικανική Κοινότητα Πληροφοριών.

Τη διαμορφωτική δεκαετία του ’90 έλειψαν απ’ τη Δύση δύο πράγματα: πρώτον ένα τιμόνι, και δεύτερον το χέρι στο τιμόνι ένος προσώπου όπως ο HW, που περιβαλλόταν από ένα γερό team προσώπων όπως ο Ρόμπερτ Γκέιτς. Τρία πράγματα παρέμειναν ημιτελή τότε:

(α) η τροποποίηση της «Τάξης» σε «Νέα Ταξη Πραγμάτων»

(β) η ομαλή ενσωμάτωση της Ρωσίας στην «Τάξη» με ευμενείς όρους για όλους, και

(γ) η πραγματική ενσωμάτωση των Ανατολικοευρωπαίων στην «Τάξη» μέσα απ’ το ΝΑΤΟ

Αυτά όλα έμειναν ανοιχτά μέχρι τον Φεβρουάριο του 2022. Το πρώτο επιχειρείται να στηθεί σήμερα βιαστικά μέσα από ένα διεθνή διπλωματικό πυρετό που έχω περιγράψει σε άλλη ανάρτηση, ως εισαγωγή για την Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ στη Μαδρίτη. Το δεύτερο κακοφόρμισε μέχρι που εκδηλώθηκε συγκρουσιακά και για πολλά χρόνια δεν θα διορθωθεί. Το τρίτο επιταχύνεται κι αυτό με όρους ανάγκης.

4. Ο Β΄ Πόλεμος στο Ιράκ και η μετατρομοκρατική Τάξη

Για τον W μετά την 11η Σεπτεμβρίου διακινούνται πολλά και τεκμηριωμένα, γι’ αυτό αληθοφανή αφηγήματα, ειδικά για τον Β΄ Πόλεμο στο Ιρακ. Περιγράφουν πειστικά όψεις της μετατόπισης που ξεκίνησε να συμβαίνει κι έμεινε στη μέση.

Έπειτα από μια δεκαετία πλημμελούς ενασχόλησης με την «Τάξη», η άμυνα και οι υπηρεσίες πληροφοριών των ΗΠΑ και της Συμμαχίας είχαν παραμεληθεί, η δε κάτι-σαν-αποστολή του ΝΑΤΟ να παρεμβαίνει αστυνομικά σε κρίσεις όπως η γιουγκοσλαβική δεν είχε πείσει κανέναν, αλλ’ αντιθέτως προκαλούσε ενδοσυμμαχικές τριβές.

Όταν η Αλ-Κάιντα γκρέμισε τους Δίδυμους Πύργους, η Ουάσιγκτον κατανόησε πως δεν διέθετε τις επιχειρησιακές δεξιότητες, τις ειδικευμένες χερσαίες μονάδες, τη force posture, αλλά καί το βασικό της εργαλείο κατά τις προηγούμενες δεκαετίες, τις πρόθυμες συμμαχίες, για να καταδιώξει την τρομοκρατική οργάνωση. Έστησε μια ad hoc coalition επικαλούμενη το Άρθρο 5 του ΝΑΤΟ, για να συγκαλύψει πως ουσιαστικά θα πολεμούσε μοναχή της.

Όταν εντοπίστηκε η έδρα της οργάνωσης σ’ ένα δίκτυο σπηλαίων και σηράγγων στην Τόρα Μπόρα, οι επιτελείς πρότειναν στον W να βομβαρδιστεί το σημείο έντεκα φορές με πυρηνικά, κάτι που προς τιμήν του ο Πρόεδρος απέρριψε ως υπερβολικό.

Η Αλ-Κάιντα εγκατέλειψε την Τόρα Μπόρα, διήλθε το Ιράν διαχεόμενη από κει στον Μεσανατολικό χώρο όλο και δυτικότερα, και το θηρίο έγινε λερναίο με αμέτρητα κεφάλια να ξεπροβάλλουν παντού.

Ήταν αδύνατο να εισβάλουν οι ΗΠΑ παντού ταυτόχρονα, κι έτσι το έργο του ξετρυπώματος το εκβίασαν απ’ τα τριγύρω καθεστώτα με την παραδειγματική συντριβή του Ιράκ, όπου εγκατέστησαν πανίσχυρη μηχανοκίνητη και τεθωρακισμένη στρατιωτική δύναμη, απειλώντας και μόνον με την παρουσία της όλα τα καθεστώτα της περιοχής, διότι κανείς δεν ήξερε πού θα κινείτο στη συνέχεια.

Το στρατήγημα λειτούργησε, και οι Άραβες σιωπηρά ή φανερά ξεφορτώθηκαν τα στοιχεία της Αλ-Κάιντα στις χώρες τους, για να μην είναι οι επόμενοι μετά το Ιράκ. Τότε, 2003 με αρχές 2004, οι ΗΠΑ είχαν την ευκαιρία να τραβήξουν την πρίζα, κατά το consensus στην αμερικανική ανάλυση, όμως η κατοχή του Ιράκ προτάθηκε ως επικερδές εγχείρημα απ’ τον Αντιπρόεδρο Τσέινι και τους κύκλους των εργολάβων και προμηθευτών που τον περιέβαλλαν.

Αποφασίστηκε η οικοδόμηση έθνους-κράτους καθ’ ομοίωση των Δυτικών: όλες οι εξουσιαστικές δομές του Ιράκ, όπως το Κόμμα Μπάαθ και οι φύλαρχοι, ξεριζώθηκαν. Το κενό εξουσίας επέτρεψε την υπερίσχυση της φιλοϊρανικής παράταξης, και οδήγησε τη χώρα στο εμφύλιο χάος.

Ο W υποσχέθηκε αποχώρηση έπειτα απ’ την αποτυχία αυτού του β΄ εγχειρήματος που γκρέμισε ό,τι είχε πετύχει το α΄ εγχείρημα. O Ομπάμα συντήρησε σε αργούς ρυθμούς την απεμπλοκή, κι ο Τραμπ την ολοκλήρωσε, το θέρος του 2021.

5. Αφγανιστάν: ο άλλος “forever war”

Ο Β΄ Ιρακινός δεν ήταν ο μόνος forever war των ΗΠΑ μετά το 2001. Ο άλλος διεξήχθη στο Αφγανιστάν. Κανείς τους δεν συνέβαλε στην οικοδόμηση της «Νέας Τάξης» του HW, αλλά στην απορρύθμιση της «Τάξης».

Ενώ ο πόλεμος στο Ιράκ διέλυσε ένα συγκεντρωτικό κράτος με στοιχεία μιλιταρισμού αφήνοντας πίσω του μια μαύρη τρύπα στον χάρτη που συμπαρέσυρε τη Συρία σε παρόμοιο πεπρωμένο, συνάμα επέτρεψε στο Ιράν να εξαπλώσει την επιρροή του, κι έστρωσε το έδαφος για το Ισλαμικό Χαλιφάτο, ο δε πόλεμος στο Αφγανιστάν απ’ την άλλη έπληξε μια μαύρη τρύπα στον χάρτη, έναν τόπο άνευ κράτους απ’ την ελληνιστική εποχή, στον οποίον κατόπιν πάλι επιχειρήθηκε η πλανεμένη διαδικασία οικοδόμησης έθνους-κράτους.

Τέτοιες μέρες πέρυσι, όταν διαδοχικά παραδίδονταν οι αφγανικές πόλεις η μία μετά την άλλη στους Ταλιμπάν, με την Καμπούλ στις 15 Αυγούστου 2021, πραγματευόμουν σε σειρά άρθρων την ιδιοπροσωπία της κεντροασιατικής φυλετικής οργάνωσης και της Παράδοσης έναντι του Νεωτερισμού, που οι Αμερικανοί των πολέμων των ταυτοτήτων και των αντωνυμιών δεν κατανόησαν πως δεν υπήρχε τρόπος να σφυρηλατήσουν σε εθνοκρατική οντότητα, παρά τα εκατοντάδες δισεκατομμύρια δολάρια που έριχναν για είκοσι χρόνια στη μαύρη τρύπα. Όλα τους κατέληξαν στην εργολαβία του πολέμου και στη διαφθορά της εκεί ελίτ, ειδικά στον ριψάσπιδα Πρόεδρο Γάνι, που εγκατέλειψε την Καμπούλ νύχτα, το Σάββατο 14 Αυγούστου.

Τα τελευταία έτη της Προεδρίας Ομπάμα επιχειρήθηκε η σταδιακή απεμπλοκή της στρατιωτικής παρουσίας των ΗΠΑ, με κάμποση διστακτικότητα, γιατί απ’ το 2010 δεν έλεγχε το Κογκρέσο.

Από πλευράς ασφαλείας, το δίλημμα ήταν εάν η διατήρηση ενός στρατιωτικού αποτυπώματος θα συνέβαλλε ευμενώς για τις αμερικανικές προτεραιότητες, ή η εφαρμογή ισχύος θα γεννούσε, καθώς είθισται, μόνο νέα προβλήματα σε μια ζώνη που απλά δεν ήθελε να κυβερνηθεί απ’ τους Δυτικούς.

Το πολιτικό κόστος της παραδοχής αποτυχίας αποθάρρυνε τολμηρές λύσεις, κι έτσι η διεθνώς αδρανής Κυβέρνηση Ομπάμα οδηγείτο μονοδρομικά σε αποτυχία όσο επιχειρούσε να διαχειριστεί το Αφγανιστάν με τις εσφαλμένες συνταγές που είχε παραλάβει. Κυρίως, δεν είδε πως εάν το εγκατέλειπε ακυβέρνητο, κάτι τέτοιο θα εγγραφόταν στην αφγανική, ιστορική κανονικότητα.

Η διεθνής αδράνεια της Κυβέρνησης Ομπάμα διεφάνη το 2014, κατά την πρώτη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, που αφέθηκε να εξελιχθεί χωρίς ουσιαστική αντίδραση.

6. Η Αμερικανική Αποδρομή: επεμβάσεις over the horizon

Το κύριο χαρακτηριστικό της «Τάξης» μετά το Μπρέτον Γουντς είδαμε πως ήταν ότι η Αμερική εγγυόταν με δικά της μέσα και έξοδα τη διεθνή ασφάλεια της ευημερίας όλων, κι έτσι, εξ αντανακλάσεως, καί των ιδίων των ΗΠΑ, που ενισχύονταν από ισχυρές συμμαχίες με τις ίδιες στον ηγεμονικό θρόνο.

Αυτό άλλαξε μετά το 1990, ιδιαίτερα με την εμπλοκή στους μακρούς πολέμους, που κόστιζαν πολύ δίχως ν’ αποδίδουν πολλά στην Ουάσιγκτον, μα άφηναν τα χέρια των ανταγωνιστών τους ελεύθερα να επωφελούνται την ομπρέλα ασφαλείας που εκείνη παρείχε σε όλους.

Με την «Τάξη» να έχει σβήσει, οι αμερικανικές επεμβάσεις ήσαν αυτοβλαπτικές, ενώ τις αποξένωναν απ’ τους συμμάχους τους, που διέκριναν φιλοπόλεμη τοξικότητα στην αμερικανική συμπεριφορά, ενώ οι ίδιοι επωφελούνταν την παγκοσμιοποίηση δίχως να τους κρατά στο μαντρί ο σοβιετικός φόβος.

Απ’ την Αραβική Άνοιξη κ.εξ. (Δεκ 2010 – Δεκ 2012), το αμερικανικό αποτύπωμα στη Μέση Ανατολή και Κεντρική Ασία εξατμιζόταν ολοένα πιο ανεπίστρεπτα. Η «Νέα Τάξη Πραγμάτων» του HW εγκαταλείφθηκε, γιατί κανείς δεν ήταν πρόθυμος να την επιδιώξει, ενώ το «Τέλος της Ιστορίας» του Φουκουγιάμα ήταν η λυτρωτική πλάνη.

Η χαοτική αμερικανική αποχώρηση απ’ την Καμπούλ, που προετοιμαζόταν ενάμιση χρόνο νωρίτερα επί Τραμπ, ακολούθησε τη Συνάντηση Κορυφής Μπάιντεν-Πούτιν στη Γενεύη (16 Ιουνίου 2021), όπου χαράχτηκαν γραμμές στην άμμο, επιταχύνοντας τις εξελίξεις στην Ουκρανία οκτώ μήνες αργότερα.

Οι ΗΠΑ υπαινίχθηκαν έτσι πως εισέρχονταν σε νέο στρατηγικό δόγμα με επεμβάσεις “Over The Horizon”, χωρίς επιτόπου στρατιωτικό αποτύπωμα, αλλά συνεργαζόμενες με πρόθυμους, αξιόπιστους, επιχώριους εταίρους παρέχοντας τεχνολογία, τεχνογνωσία, όπλα, πόρους, καθοδήγηση, πληροφορίες, όλα αυτά στάγδην. Τέτοια επιχείρηση over the horizon ήταν η πρόσφατη φόνευση του αρχηγού της Αλ-Κάιντα, Αϊμάν αλ-Ζαουαχίρι, στην Καμπούλ.

Τα σφάλματα της πανάκριβης συγκρότησης του τραγελαφικού αφγανικού στρατού, του οποίου ο εξοπλισμός πέρασε στους Ταλιμπάν αμαχητί, δεν θα επαναλαμβάνονταν, καθώς έδειξε και η στήριξη στους Ουκρανούς με τη σταθερή αλλά χαμηλή κάθε φορά ροή οπλισμού και διευκολύνσεων.

Η μετατόπιση αυτή σήμαινε εσωτερικό, αμυντικό μετασχηματισμό. Πολυδάπανες συντονιστικές δομές και διακλαδικά όργανα όπως το CENTCOM HQ υποβαθμίστηκαν ή έκλεισαν, μα και βάσεις όπως το Ιντσιρλίκ.

Εφόσον οι ΗΠΑ απέσυραν στρατεύματα απ’ τη Μέση Ανατολή, δεν έκλεινε μονάχα το τερατώδες Ιντσιρλίκ, μα κι η στρατιωτική δέσμευσή τους απέναντι στη Γερμανία, που μεταψυχροπολεμικά θωράκιζε την Ευρώπη έναντι της ΕΣΣΔ, αλλά κατόπιν υποστήριζε αμερικανικές επιχειρήσεις στη Μέση Ανατολή.

Μέχρι καί το περασμένο θέρος, οι ΗΠΑ διατηρούσαν εκτενή στρατιωτική παρουσία σε τρία μέρη κυρίως: Ιαπωνία, Ν. Κορέα, και Γερμανία, με την τελευταία να οδεύει προς υποβάθμιση. Αυτό άλλαξε με τη νέα φάση του Ρωσικού Πολέμου στην Ουκρανία. Τώρα, το Ράμσταϊν θ’ αναβαθμιζόταν εκ νέου, παράλληλα με άλλους προμαχώνες σε Πολωνία, Ρουμανία, Βαλτικές χώρες, Ελλάδα, Ηνωμένο Βασίλειο, και προσεχώς Σουηδία και Φινλανδία.

Στην αποδρομή απ’ τη Μέση Ανατολή συνέβαλε και το γεγονός πως οι ΗΠΑ απεξαρτήθηκαν απ’ το αραβικό πετρέλαιο με την επανάσταση του σχιστολιθικού πετρελαίου (shale oil) τα τελευταία πέντε χρόνια. Όταν στις μέρες μας βλέπετε τον Μπάιντεν να ζητά απ’ τον Μοχάμεντ μπιν Σάλμαν ν’ αυξηθεί η σαουδαραβική ημερήσια παραγωγή, είναι για τη διευκόλυνση συμμάχων και εταίρων, και τον στραγγαλισμό των ρωσικών εξαγωγών.

Επιστρέφουμε σε όψεις της «Τάξης», και πράγματι η Προεδρία Μπάιντεν δεν είναι σε καμία περίπτωση μια «Προεδρία Ομπάμα 2.0», αν και πρόσωπα όπως οι Τόνι Μπλίνκεν, Τζέικ Σάλιβαν, Βικτόρια Νούλαντ, Σαμάνθα Πάουερ, κ.ά., κυκλοφορούσαν στους ίδιους διαδρόμους του Λευκού Οίκου και τότε, όμως τώρα χειρίζονται πραγματικά τα χαρτοφυλάκιά τους, με πολυπληθή επιτελεία και διπλωμάτες καριέρας, όπως ο ικανότατος Τζέφρι Πάιατ.

Αντιθέτως, ο Ομπάμα ποτέ δεν δεχόταν στο Οβάλ Γραφείο όποιον θα του έλεγε κάτι που δεν ήθελε ν’ ακούσει. Ο Τραμπ δεχόταν, αλλά εάν δεν του άρεσε, τον απέλυε αμέσως. Ο Μπάιντεν, με τον μισό αιώνα εμπειρίας του ακούει τους επιτελείς του, απ’ τους οποίους κανείς δεν έχει απολυθεί.

Μιλώ, όμως, μονάχα για όψεις της «Τάξης», γιατί η κοπιώδης υποστήριξη των διεθνών δομών της «Τάξης» με αμερικανική παντοειδή δαπάνη προς τον σκοπό της εξασφάλισης απρόσκοπτης διευκόλυνσης όλων, δίχως πλέον να υπάρχει ένα αποδοτικό για τις ΗΠΑ quid pro quo στρατηγικής ασφαλείας, δεν είναι βιώσιμη για την Ουάσιγκτον, ενώ αντιθέτως ευνοεί τους ανταγωνιστές της, κυρίως την Κίνα. Η δε Ευρώπη, κατά Τραμπ και Μπάιντεν, πρέπει ν’ αναλάβει τα έξοδα για τη συμμετοχή της στη Συμμαχία, πάντοτε υπό τις ΗΠΑ.

Σήμερα, είναι κοντόφθαλμο να μιλάμε για «Αμερικανική Αποδρομή απ’ τη Μέση Ανατολή», ενώ πρόκειται γι’ αποδρομή συνολικά απ’ τους τελευταίους, υπολειτουργούντες μηχανισμούς που απέμεναν απ’ την «Τάξη».

Με το εμφατικό «America is Back» των Μπάιντεν και Μπλίνκεν επιστρέφουμε στην αυγή της εποχής που οι Αμερικανοί, εκλέγοντας τον Μπιλ Κλίντον, άφησαν πίσω τους μαζί με τον HW, δηλαδή όταν η «Νέα Τάξη» πρέπει να σχεδιαστεί και να οργανωθεί βιαστικά εξ ανάγκης.

Ευρεθέντες υπό πολιορκία, εταίροι και σύμμαχοι προσέρχονται στις ΗΠΑ χωρίς την ασφάλεια που η αμερικανική ομπρέλα τους παρείχε στον αυτόματο πιλότο. Αυτή θα πρέπει να κατορθωθεί με νέους όρους πιστής δέσμευσης.

7. Η απεξάρτηση απ’ την «Τάξη»

Μεγαλώσαμε με αναλύσεις περί της εξάρτησης των ΗΠΑ απ’ το αραβικό πετρέλαιο. Η νέα πραγματικότητα της απεξάρτησή τους απ’ τη Μέση Ανατολή, που επανασχεδίασε τον χάρτη της γεωπολιτικής την τελευταία πενταετία, μας φαίνεται εντελώς ανοίκεια.

Τούτο επιτείνει την ανασφάλεια που προέκυψε μεταξύ των ληθαργικών εταίρων και συμμάχων των ΗΠΑ, που δεν πήραν είδηση ότι η «Τάξη» έχει πλέον εξαντλήσει την ενέργειά της. Ή πως ο ρόλος της Αμερικής για τη ροή της ενέργειας στην παγκοσμιοποιημένη οικονομία ήταν κεντρικότερος απ’ το ίδιο το πετρέλαιο.

Επομένως, εάν απ’ την εποχή Κλίντον κι έπειτα η Ουάσιγκτον απέθεσε την «Τάξη», πλέον δεν πιέζεται στρατηγικά να τη συντηρήσει με το αίμα των παιδιών της, κι ας ακούμε να ομιλούν συστηματικά τα στελέχη του Λευκού Οίκου για «Rules-based International Order». Μιλούν για κάτι άλλο.

Αν και η τεχνολογία για την εξαγωγή του σχιστολιθικού αργού πετρελαίου ξεκίνησε στην Αλμπέρτα του Καναδά, μηχανολογικά σημείωσε άλματα στις ΗΠΑ ειδικά τα τελευταία πέντε με τέσσερα χρόνια, και επιβράδυνε στην Αμερική την πρόοδο της μάλλον ανώριμης ακόμα πράσινης μετάβασης προς τις ανανεώσιμες πηγές.

Η απεξάρτηση των ΗΠΑ απ’ τη Μέση Ανατολή και το αραβικό πετρέλαιο ήρθε να προστεθεί στην απεξάρτησή τους περίπου από καθετί που παραγόταν μέσα στον διεθνή χώρο της «Τάξης».

Ό,τι για οποιονδήποτε λόγο η Αμερική δεν κατασκευάζει εγχωρίως δεν είναι κάτι που δεν μπορεί να κατασκευάσει, είτε επειδή ας πούμε δεν διαθέτει πόρους, πρώτες ύλες, ανθρώπινο δυναμικό, υποδομές, ή τεχνογνωσία. Το εισάγει από επιλογή, γιατί είναι οικονομικώς αποδοτικότερο να το εισάγει. Σε ό,τι παράγει εγχωρίως, δεν είναι απλά ανταγωνιστική αλλά υπερανταγωνιστική, ενώ το ίδιο δεν μπορεί να λεχθεί για τα κινεζικά προϊόντα.

Οι ΗΠΑ των τελευταίων δεκατεσσάρων ετών, οπωσδήποτε των τελευταίων έξι, βλέπουν την Κίνα περισσότερο ως ένα outsourcing project. Γνωρίζουν πως εάν η Κίνα μπορούσε να κατασκευάσει τα αγαθά που οι ΗΠΑ μπορούν, θα το έκανε, μα δε μπορεί, κι έτσι παραμένει σε χαμηλής ποιότητας προϊόντα για διεθνείς αγορές συγκεκριμένων χαρακτηριστικών. Υπενθυμίζω τα δύο κινεζικά αεροπλανοφόρα, που ανέφερα σε πρόσφατη ανάρτηση. Το αεροπλανοφόρο «Λιάονινγκ», ένα σάπιο σοβιετικό σκαρί κλάσης Κουζνιέτσοφ του 1985, και το «Σάνντονγκ», αντίγραφο του «Λιάονινγκ», ναυπηγημένο με reverse engineering απ’ το παρακμιακό τύπου Κουζνιέτσοφ.

Όταν υποβαθμίστηκε η πιστοληπτική ικανότητα των ΗΠΑ τότε με την οικονομική κρίση του 2008, τί νομίζετε πως συνέβη; Μειώθηκε ή αυξήθηκε η πώληση αμερικανικών ομολόγων; Αυξήθηκε, γιατί η ανασφάλεια έστρεψε τους επενδυτές στη σιγουριά του δολαρίου, κι έτσι η πρώτη απορρόφηση παγκόσμιων κεφαλαίων του αιώνα μας συντελέστηκε τότε, στερώντας ποσά απ’ την Ασία και την Ευρώπη.

Παρόμοιο φαινόμενο και σήμερα με την άνοδο των επιτοκίων δανεισμού, που οι κεντρικές τράπεζες ανά τον κόσμο εφαρμόζουν ως φάρμακο στον πληθωρισμό. Με καλύτερες αποδόσεις, τ’ αμερικανικά ομόλογα θα ρουφήξουν και πάλι το παγκόσμιο χρήμα. Συμβάλλει και η αποχώρηση επιχειρήσεων και κεφαλαίων απ’ τη Ρωσία λόγω κυρώσεων, και απ’ την Κίνα, λόγω μακρών lockdowns απ’ τη Zero-Covid Policy του Πεκίνου.

8. Το αριστερό χέρι του Τραμπ και το δεξί του Μπάιντεν

Επί Τραμπ, η συζήτηση έφυγε πια απ’ την θεμελιώδη αρχή «guns for butter» της «Τάξης», και πέρασε στην οικονομία για το καλό της οικονομίας: «it’s the economy, stupid» κατά Κλίντον, rebranded ως «Make America Great Again,» πλάνη βέβαια, γιατί οι ΗΠΑ βρίσκονταν ήδη στον δρόμο της ακμής.

Οι Δημοκρατικοί διατυμπάνιζαν τότε «The Message», δηλαδή τους ακτιβιστικούς πολέμους των ταυτοτήτων: representation, inclusivity, diversity. Ο Τραμπ πήρε με το μέρος του τους Λευκούς χειρώνακτες εργάτες, βιοπαλαιστές, τη μικρομεσαία Λευκή τάξη, τα συνδικάτα και τους μικρούς παραγωγούς, τους οποίους απώλεσαν οι Δημοκρατικοί, λόγω της αχώνευτης Χίλαρι που μιλούσε ακατάπαυστα για πράγματα που δεν βάζουν φαγητό στο τραπέζι.

Στο ιδεολόγημα εσωτερικής πολιτικής «Make America Great Again» προστέθηκε το εξωτερικής πολιτικής «America First», η ταφόπλακα στην «Τάξη», που ερμήνευε τη μεταπολεμική αμερικανική ηγεμονία ως διακονία στην παγίδα της παγκοσμιοποίησης, αντιστρέφοντας τους όρους της ιστορικής πραγματικότητας του Μπρέτον Γουντς. Προχώρησε κατόπιν σ’ εμπορικούς πολέμους και σε αποχώρηση από διεθνείς εμπορικές συμφωνίες.

Στην πράξη συνέβησαν πολλά πράγματα μαζί. Όπως έχω ξαναγράψει αλλού, έστειλε τον βετεράνο Εκπρόσωπο Εμπορίου των ΗΠΑ επί Ρέιγκαν, Ρόμπερτ Λάιτχαϊζερ, τον άνθρωπο που γνώριζε απέξω τον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου, γιατί τον είχε σχεδιάσει ο ίδιος, να επαναδιαπραγματευτεί στις στρατηγικές συμφωνίες των ΗΠΑ με Μεξικό, Καναδά, Ιαπωνία, Ν. Κορέα, και Βρετανία. Παράλληλα ενεπλάκη σε εμπορικό πόλεμο με ΕΕ και Κίνα. Ένα κακό με τον Τραμπ ήταν πως δεν συνόδευε τα πολλά του ξεκινήματα με συνέχεια, αλλά πεταγόταν κάθε ΠΣΚ για γκολφ. Όμως, αποσύνδεσε την οικονομία των ΗΠΑ απ’ την υπηρεσία της «Τάξης» για τη διεθνή ασφάλεια.

Όταν τον διαδέχθηκε ο Μπάιντεν, που γνώριζε πολύ καλύτερα και κατανοούσε τί επεδίωκε το βαθύ κράτος, δεν ανέτρεψε τίποτα απ’ τα έργα του Τραμπ, παρά μονάχα τον πόλεμο για το Airbus, που άλλωστε είχε ξεκινήσει επί Κλίντον. Οι δύο πρόεδροι αποσύνδεσαν την ευημερία του αμερικανικού εμπορίου απ’ την «Τάξη» που πλέον είχε πεθάνει. Αντίθετα με τον Τραμπ, ο Μπάιντεν έδωσε θεσμικότητα στις πρωτοβουλίες που είχαν δρομολογηθεί νωρίτερα.

Στο σημείο αυτό πρέπει να πω κάτι για τις εσωτερικές μετατοπίσεις στα εκλογικά σώματα και στα δύο κόμματα των ΗΠΑ.

Μετά το 1990, κανείς Δημοκρατικός πρόεδρος μέχρι τον Μπάιντεν δεν κατανοούσε τα οφέλη της «Τάξης» και του συστήματος συμμαχιών. Η σοβαρότερη όμως μετατόπιση συνέβη στους Ρεπουμπλικάνους, που με τον Τραμπ απέβαλαν απ’ τις τάξεις τους δύο βασικές ομάδες στηρικτικές της θέσης των ΗΠΑ εντός της «Τάξης»: το επιχειρηματικό και το στρατιωτικό κατεστημένο της αντιρωσικής εθνικής ασφάλειας, προσεταιριζόμενοι δημαγωγικά και λαϊκιστικά τη Λευκή εργατική, τη μικροαστική, τη χαμηλή μεσαία εργαζόμενη τάξη, και τα συνδικάτα, που ήσαν ομάδες πολυπληθέστερες, και παραγκωνισμένες απ’ τις εισοδηματικές ανισότητες της εποχής Κλίντον κ.εξ..

Η παλαιά, φθίνουσα Ρεπουμπλικανική φρουρά που θυμόταν την πρότερη συναίνεση, στην οποία ο Μπάιντεν είχε διαπρέψει κατά τις θητείες του στο Κογκρέσο μαζί με τον Τζων ΜακΚέιν και τον Λίντσεϊ Γκρέιαμ, συντάχθηκε ξανά μαζί του ενόψει του πολέμου του Πούτιν, ενώ ο αποσυνάγωγοι Ρεπουμπλικάνοι της επιχειρηματικότητας και του στρατιωτικού κατεστημένου που είχαν για λίγο μετατραπεί σε swing voters, επίσης συντάχθηκαν με τον Μπάιντεν. Ίσως διαρραγεί αυτή η συμπαράταξη, εάν μετά τον γηραιό Πρόεδρο ανακάμψει εντός του Δημοκρατικού κόμματος η αριστερή, ακτιβιστική πτέρυγα του πολέμου των ταυτοτήτων, που ο Τζο έχει βάλει στον πάγο, συμπεριλαμβανομένης της Καμάλα Χάρρις.

9. Γιατί η Ταϊβάν ή μέχρι πότε η Ταϊβάν;

Γιατί οι ΗΠΑ υποστηρίζουν και μάλιστα εσχάτως ανοιχτά εγγυήθηκαν την ασφάλεια της Ταϊβάν, διά στόματος Μπάιντεν; Για δυο λόγους: πρώτον, διότι η Κίνα έχει αρπάξει πάνω από 90% της Νότιας Σινικής Θάλασσας σαν δική της ΑΟΖ, κόντρα στις προβλέψεις της UNCLOS 1982 και στις διαμαρτυρίες όλων τα παράκτιων χωρών της ζώνης, και η στήριξη της Ταϊβάν εξασφαλίζει μια αφορμή στις ΗΠΑ να πλέουν στα Στενά της, σε μια περιοχή απ’ την οποία διέρχεται το 1/3 του παγκόσμιου ναυτικού εμπορίου, οπότε τί θίγεται απ’ την κινεζική υπερβασία; Η «Τάξη», που εξέπνευσε, αλλά τώρα κάπως επιστρέφει. Δεύτερον, επειδή η Ταϊβάν παράγει το 80% των υψηλής ποιότητας ημιαγωγών του πλανήτη, δίχως τους οποίους μας απομένουν οι χαμηλής ποιότητας κινεζικοί ημιαγωγοί και η επιστροφή στη Νεολιθική Εποχή.

Το πρόβλημα συνδέεται καί με ένα ακόμα παρακλάδι, τις λεγόμενες «σπάνιες γαίες» που είναι περίπου δεκαεφτά ειδικά μεταλλεύματα και πετρώματα, που χρησιμοποιούνται σε hardware υψηλής τεχνολογίας και στις επαναφορτιζόμενες μπαταρίες. Μέχρι πολύ πρόσφατα, περίπου το 80% των σπανίων γαιών βρισκόταν στην Κίνα, που αποφάσισε αντιδρώντας στις αμερικανικές κυρώσεις να περιορίσει την εξαγωγή τους. Δύο πράγματα πρέπει να σημειωθούν εδώ:

Πρώτον, πως προ ολίγων εβδομάδων ανευρέθη το δεύτερο μεγαλύτερο κοίτασμα παγκοσμίως από δέκα σπάνιες γαίες, στην Τουρκία, ικανό εάν εξορυχθεί να καλύψει τις δυτικές ανάγκες για χίλια χρόνια. Κι έτσι, όμως, η ηλεκτρική ενέργεια απ’ τις ΑΠΕ δεν μπορεί ν’ αποθηκευτεί για παραπάνω από λίγες ώρες σε μπαταρίες λιθίου. Συνάμα, μια νέα τεχνολογία πολύμηνης αποθήκευσης της ενέργειας σε λάκκους με άμμο ή άλλο παρόμοιο πέτρωμα έχει παρουσιαστεί επίσης εσχάτως στη Φινλανδία, που θα καθιστούσε τις σπάνιες γαίες λιγότερο κρίσιμες, περιορίζοντάς τες κυρίως για μπαταρίες οχημάτων και συσκευών.

Δεύτερον, δεν υπάρχει κάτι πραγματικά σπάνιο στις σπάνιες γαίες, γιατί έστω και με περιβαλλοντικά προβληματικούς τρόπους μπορούν να εξαχθούν μέσω εξόρυξης άλλων πετρωμάτων, όπου περιέχονται και τέτοια στοιχεία. Όμως, πάντοτε μετρά η αποδοτικότητα του λόγου κόστους εξόρυξης προς προσδοκώμενο κέρδος, οπότε πάντοτε προτιμούμε να βρίσκουμε κάπου συγκεντρωμένο ένα συμπαγές κοίτασμα, παρά να ταλαιπωρούμαστε με αμφιλεγόμενες διαδικασίες εξαγωγής.

Η σχετική τεχνολογία μας είναι ήδη γνωστή απ’ τη δεκαετία του 1920, και ειδικά η επεξεργασία τους σε τελικό προϊόν τα απολύτως τελευταία χρόνια λαμβάνει χώρα καί σε μονάδες πέραν της Κίνας, όπως στη Γαλλία, τη Μαλαισία, την Αυστραλία (hello AUKUS), και το Τέξας. Όλοι τους τόποι που εγγράφονται στην «Τάξη» και την «Νέα Τάξη» που οικοδομούν οι ΗΠΑ τους τελευταίους μήνες με πολυμερείς συνεργασίες στον Ινδοειρηνικό.

Πίσω στους ημιαγωγούς που επίσης χρειάζονται σπάνιες γαίες, υπάρχουν χονδρικά τρεις κατηγορίες. Οι υψηλής ποιότητας για servers, διαστημική τεχνολογία, υπερυπολογιστές. Οι μεσαίας ποιότητας, για τα γκάτζετς και τους υπολογιστές της καθημερινότητάς μας. Τέλος, οι χαμηλής που μπαίνουν σε συσκευές όπως έξυπνα μπλέντερ, έξυπνα ξυπνητήρια, κι άλλες αχρείαστες ανοησίες του λεγομένου «internet of things». Αυτοί οι τελευταίοι είναι που φτιάχνονται στην Κίνα, και δεν θα μας λείψουν εάν η Κίνα απαγόρευε την εξαγωγή τους. Τους άλλους, τους σχεδιάζει η Γερμανία, η Ιαπωνία, και οι ΗΠΑ, και τους φτιάχνει η Ταϊλάνδη και η Μαλαισία (μεσαίας ποιότητας), η Ταϊβάν, που σύντομα δεν θα είναι πια ανεξάρτητη, η Ιαπωνία, και η Ν. Κορέα (υψηλής), που έχουν επενδύσει την τελευταία τριακονταετία κοντά $1,5 τρισεκατ. στις εργοστασιακές τους μονάδες FAB.

Όμως, ήδη απ’ το 2020-21 άρχισε και στις ΗΠΑ η κατασκευή τριών τέτοιων μονάδων παραγωγής, σχεδιάζονται δε τουλάχιστον δώδεκα μέσα στην επόμενη πενταετία, ώστε η εγχώρια παραγωγή ημιαγωγών να καλύπτει σημαντικά τις ανάγκες, ίσως για να επιτευχθεί μερική απεξάρτηση των ΗΠΑ απ’ την Ταϊβάν και την Κορέα. Δεν είναι εύκολη υπόθεση, αλλά ξεκίνησε. Μάλιστα, στη Βόρεια Καρολίνα εξορύσσεται τα 80% ενός ειδικού quartz απαραίτητου για τους υψηλής ποιότητας ημιαγωγούς.

Χθες, Τρίτη 9 Αυγούστου, ο Πρόεδρος Μπάιντεν υπέγραψε μια διακομματική νομοθετική πρωτοβουλία πολλών δισεκατομμυρίων δολαρίων, «The CHIPS and Science Act», για την ανάπτυξη της αμερικανικής παραγωγής μικροτσίπς και άλλης υψηλής τεχνολογίας, στο πνεύμα απεξάρτησης που περιέγραψα.

Βλέπουμε πως οι ΗΠΑ σταδιακά επιδιώκουν την απεξάρτησή τους από τομείς-κλειδιά που ήκμαζαν όσο η «Τάξη» επίσης ήκμαζε. Εάν ο Φουκουγιάμα μιλούσε για το τέλος της «Τάξης» αντί για το τέλος της Ιστορίας, θα είχε δεχθεί πολύ λιγότερη κριτική.

Στο Μπρέτον Γουντς, οι Αμερικανοί διαβεβαίωσαν πως η γεωγραφία πλέον δεν είχε σημασία, η ασφάλεια θα κάλυπτε όλους, όλες τις εφοδιαστικές γραμμές παντού, και το παιχνίδι θα ήταν ανοιχτό για κάθε πρόθυμο να μετάσχει. Χώρες όπως η Ν. Κορέα όχι απλά ήκμασαν αλλά απέκτησαν λόγο ύπαρξης ένεκα της «Τάξης».

Απ’ το 1990 κι εξής, όμως, η αμερικανική επιστασία άρχισε να σβήνει και η «Τάξη» μαζί της, επιτρέποντας στους παλαιούς κανόνες της παλαιάς τάξης ν’ αναδυθούν, κανόνες εδαφισμού του 19ου αιώνα, του Αυτοκρατορικού και Αποικιακού συστήματος, που τους βλέπουμε σήμερα στον Ρωσικό, Τουρκικό, και Κινεζικό αναθεωρητισμό.

Μετά τον HW, η Κυβέρνηση Μπάιντεν φάνηκε για πρώτη φορά πρόθυμη να συγκροτήσει και πάλι συμμαχίες με πραγματικό νόημα για την ανάσχεση του ανακάμψαντος εδαφισμού και αναθεωρητισμού, κι αυτό είναι το περιεχόμενο του νέου όρου «Rules-based (International) Order» που ακούμε να επικαλούνται, όχι ακριβώς η ψυχροπολεμική «Τάξη», αλλά κάτι που της μοιάζει, επικαιροποιημένο.

10. Επίλογος

Στις μέρες μας, οι ΗΠΑ έχουν ξαναχτίσει μιαν ισχυρή διπλωματική, στρατιωτική, και βαθιά υπηρεσιακή τάξη που ασχολείται με την ασφάλεια και την άμυνα, έργο που είχαν αμελήσει αμέσως μετά το 1990 και μέχρι το τέλος της εποχής Ομπάμα.

Η διάλυση κατά την τετραετία Τραμπ αποξένωσε την Αμερικανική Κοινότητα Πληροφοριών, γιατί ηρνείτο να προσκυνήσει τον «God Emperor» Ντόναλντ, και το εκλογικό σώμα που ψήφιζε με το βλέμμα στην ασφάλεια και τη διεθνή παρουσία της Αμερικής. Αυτοί φαίνεται πως προσέρχονται στον Μπάιντεν, κάτι που δικαιολογεί μερικώς και την υψηλή του αντιπουτινική ρητορική.

Προβάλλει ισχυρή η πιθανότητα να έχει έπειτα από τριάντα χρόνια εγκατασταθεί στο Οβάλ Γραφείο ένας Πρόεδρος με κάποιο σχέδιο περί «Τάξης» μετά την «Τάξη» που τελευταίος γνώριζε και υπηρέτησε ο Τζωρτζ Χέρμπερτ Γουόκερ Μπους.

Προβληματικό παραμένει το εσωτερικό σκηνικό των ιδεολογικών μετατοπίσεων στις ΗΠΑ, γιατί σε τέτοιες περιστάσεις λαμβάνονται οι πιο βιαστικές αποφάσεις από λάθη προσανατολισμού και προτεραιοτήτων.