Οι μουρλοί του χωριού

Γράφει ο Απόστολος Πιστόλας.

Την τελευταία 25ετία μία ετερόκλητη ομάδα ανθρώπων κυριάρχησε στην ελληνική κοινωνία. Από τα σαλόνια της λεγόμενης ελίτ μέχρι τις καταλήψεις κτηρίων. Από την πένα «μεγαλοδημοσιογράφων» μέχρι τα φυλλάδια από τις πορείες. Από την Επίδαυρο μέχρι τις παραστάσεις σε υπόγεια. Από τα πανεπιστημιακά έδρανα και τα έδρανα της Βουλής μέχρι το καφενείο και το δρόμο. Από τη γραβάτα μέχρι το σκισμένο τζιν. Κυριάρχησαν. Δεν ήταν πολλοί αλλά κατάφεραν να βρεθούν σε σημαντικές θέσεις ώστε να επηρεάζουν τη γνώμη άλλων. Έτσι σιγά σιγά δημιουργήθηκε μια περίεργη «ελίτ της γνώσεως» η οποία «πέρασε» τις απόψεις της σε μια  σιωπηλή και μπερδεμένη πολιτικά κοινωνία η οποία ταυτόχρονα μεθούσε σε μια φούσκα ψεύτικης ευμάρειας. Δηλαδή σε μια κοινωνία τέλειο θύμα.

Τα μέλη της ετερόκλητης αυτής ελίτ διαφωνούσαν σε πολλά μεταξύ τους. Είχαν, και έχουν, όμως ένα στοιχείο το οποίο τους ένωνε, και τους ενώνει. Ένα κοινό ψυχογραφικό χαρακτηριστικό το οποίο σχετίζεται με το πως βλέπουν τον κόσμο: Είναι διεθνιστές. Εθνομηδενιστές. Δεν πιστεύουν στα έθνη. Από τη δική του σκοπιά ο καθένας βλέπει τα έθνη ως ένα τεχνητό κατασκεύασμα, εμπόδιο στην ολοκλήρωση των πιστεύω του. Αυτήν λοιπόν την άποψη προσπάθησαν ενωμένοι να περάσουν την τελευταία 25ετία στην ελληνική κοινωνία. Και είναι σε τέτοιο βαθμό ιδεοληπτικοί που το κάνανε με πάθος απευθυνόμενοι σε διαφορετικά κοινά ο καθένας. Σε άλλο κοινό απευθυνόταν το ποσέτ, σε άλλο η παλαιστινιακή μαντήλα, από διαφορετικό μέσο, μιλούσαν σε διαφορετική γλώσσα, είχαν άλλους τρόπους επικοινωνίας και διαφορετικούς σκοπούς, όμως η ουσία του μηνύματος ήταν η ίδια: μην πιστεύετε στα έθνη.

Για κάθε κοινό στόχο δηλαδή υπήρχαν εκείνοι οι διαμορφωτές γνώμης που του ταίριαζαν ώστε να το επηρεάσουν. Άτομα με «κύρος». Πώς να «αντισταθεί» ο μέσος καθημερινός πολίτης σε έναν καθηγητή πανεπιστημίου που λέει την άποψή του σε μεγάλο κανάλι; Αυτός ξέρει. Είναι δυνατόν να μην ξέρει; Είναι δυνατόν να μη γνωρίζει ο Χ δημοσιογράφος που γράφει στην Ψ μεγάλη εφημερίδα; Ποιος είσαι εσύ που έχεις διαφορετική άποψη; Ποιος είμαι εγώ; Εμείς είμαστε οι κυρΠαντελήδες, ο κανένας, τι ξέρουμε; Αυτό πέρασαν στην κοινωνία. Να φοβάται να εκφέρει αντίθετη άποψη. Ακόμα και στο καφενείο. Κάθε φορά που κάποιος το τολμούσε τον αντιμετώπιζαν ειρωνικά. Εάν επέμενε τον αποκαλούσαν φασίστα. Εκεί τελείωνε η κάθε συζήτηση. Κι έτσι η σημαία έγινε πανί. Το Αιγαίο ανήκει στα ψάρια του. Οι Έλληνες έγιναν πληθυσμός. Η χώρα έγινε χώρος.

Όλα αυτά μέχρι προσφάτως. Πλέον τα πράγματα άλλαξαν, είναι διαφορετικά. Τι άλλαξε; Δύο πράγματα. Πρώτον, με τη χρήση των κοινωνικών δικτύων από την «ελίτ της γνώσεως» και τους υποστηρικτές της αυξήθηκε κατά πολύ η έκθεσή τους στο κοινό. Ενώ πριν δηλαδή οι πομποί του μηνύματος ήταν συγκεκριμένοι άνθρωποι με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά και σε ένα είτε απολύτως (πχ εφημερίδα) είτε περίπου (πχ τηλεοπτική εκπομπή) ελεγχόμενο περιβάλλον δίχως αντίλογο, με τη χρήση των κοινωνικών δικτύων πολλαπλασιάστηκαν οι πομποί σε ένα περιβάλλον το οποίο δεν μπορούν να ελέγξουν και στο οποίο μπορεί να υπάρξει αντίλογος. Και οι νέοι πομποί δε μπορούσαν να περάσουν το μήνυμα όπως οι παλιοί. Και οι παλιοί δε μπορούσαν να ανταπεξέλθουν σε ένα μη ελεγχόμενο περιβάλλον. Και το «κύρος» τσαλακώθηκε. Και το μήνυμα χάθηκε. Το δεύτερο γεγονός που άλλαξε το πως βλέπει ο κόσμος την «ελίτ της γνώσεως» είναι η διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ. Οι εθνομηδενιστές κυβέρνησαν. Πέρασαν από τη θεωρία στην πράξη. Και φάνηκε η γύμνια τους.

Τώρα πλέον λίγοι μείνανε να τους παίρνουν στα σοβαρά. Ο κόσμος έχει καταλάβει πως όσα έλεγαν τόσα χρόνια ήταν ιδεοληπτικές ασυναρτησίες. Πώς τα επιχειρήματά τους ήταν αίολα. Πως το κύρος που είχαν δεν ήταν δικό τους αλλά δανεικό. Κι έτσι τα όσα λένε δεν προκαλούν την προσοχή αλλά τη χλεύη του. Η σιωπηλή πλειοψηφία μίλησε, αντέδρασε, τους σταμάτησε. Αγκάλιασε τη σημαία, δήλωσε πως το Αιγαίο της ανήκει, φώναξε πως δεν είναι πληθυσμός, φίλησε τα χώματα που πατάει. Και, επιτέλους, τους αντιμετωπίζει όπως τους άξιζε από την αρχή. Σαν τους μουρλούς του χωριού.