Πρόβλεψη Κομισιόν: “Η έκρηξη του πληθωρισμού ψαλιδίζει την ανάπτυξη”

Κομισιόν

Στο 3,5% προβλέπει την ανάπτυξη για την Ελλάδα η Κομισιόν το 2022, πολύ χαμηλότερο από το 4,9% που προβλεπόταν στις χειμερινές προβλέψεις της. Ελέω πολέμου στην Ουκρανία, η συνολική ανάπτυξη της Ευρωζώνης μειώνεται για το τρέχον έτος στο 3,1% από το 4% που ήταν η προηγούμενη πρόβλεψη. Ωστόσο, οι εκτιμήσεις της Επιτροπής μειώνουν την ανάπτυξη της Ελλάδας και για το 2023, που προβλεπόταν ανάπτυξη 3,5% ενώ σήμερα προβλέπεται 3,1%.

Στα ύψη βρίσκεται ο πληθωρισμός, που έχει υπερτριπλασιαστεί και επηρεάζει αρνητικά τις εκτιμήσεις και σε ευρωπαϊκό και σε εθνικό επίπεδο. Ωστόσο, αυτό στο οποίο ρίχνουν το βάρος οι επιτελείς των Βρυξελλών είναι ότι, παρά τη μείωση στα ποσοστά, η ανάπτυξη παραμένει εξαιτίας του Ταμείου Ανάκαμψης και της δυναμικής των αποφάσεων της ΕΕ το προηγούμενο διάστημα.

Ωστόσο, η ακρίβεια στην ενέργεια, αλλά και στους διάφορους κρίκους της εφοδιαστικής αλυσίδας, αυξάνουν το ποσοστό, το οποίο και για το 2023 προβλέπεται στο 1,1%. Αυτό οδηγεί και σε ορατή επιδείνωση στην πρόβλεψη για την ανάπτυξη του 2022 που «ψαλιδίζεται» στο 4,9%. Ομως, η πρόβλεψη για το 2021 ενισχύεται, ανεβάζοντας το ποσοστό από το 7,1% των φθινοπωρινών προβλέψεων στο 8,5% σήμερα.

Μετά τη γρήγορη ανάκαμψη από την πανδημία και ένα ελπιδοφόρο ξεκίνημα κατά τους πρώτους μήνες του έτους, ο πόλεμος της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας θόλωσε τις προοπτικές της Ελλάδας. Η ανάπτυξη αναμένεται να υποχωρήσει, αλλά να παραμείνει σταθερή, κυρίως λόγω της πλήρους ανάκαμψης του τουρισμού έως το τέλος του ορίζοντα των προβλέψεων. Ο υψηλός πληθωρισμός αναμένεται να επιβαρύνει το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών, αλλά η πτώση αμβλύνεται εν μέρει από τα κυβερνητικά μέτρα στήριξης. Τα έκτακτα δημοσιονομικά μέτρα πρόκειται να λήξουν το 2022 και για το 2023 αναμένεται πρωτογενές πλεόνασμα.

Παρά την παρατεταμένη αβεβαιότητα λόγω των διαδοχικών κυμάτων της πανδημίας, η ελληνική οικονομία ανέκαμψε γρήγορα το 2021, αντισταθμίζοντας σχεδόν εξ ολοκλήρου την απότομη οικονομική ύφεση από το 2020. Το πραγματικό ΑΕΠ της Ελλάδας αυξήθηκε κατά 8,3% το 2021, αντανακλώντας την καλύτερη από την αναμενόμενη τουριστική περίοδο, ενώ η ιδιωτική κατανάλωση ανέκαμψε σχεδόν πλήρως.

Η ανάπτυξη οδηγήθηκε επίσης από μια αξιοσημείωτη ενίσχυση των ιδιωτικών επενδύσεων, ενώ οι εξαγωγές αγαθών συνέχισαν να αυξάνονται, καθώς η χώρα επωφελήθηκε από την ανάκαμψη στην ΕΕ και σε άλλους εμπορικούς εταίρους.

Η αναταραχή στις παγκόσμιες αγορές ενέργειας αναμένεται να αυξήσει τον εγχώριο πληθωρισμό και τις πιέσεις και να επιβαρύνει το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών. Ωστόσο, τα κυβερνητικά μέτρα στήριξης, οι αυξήσεις στο ελάχιστο μισθό και οι αποταμιεύσεις που συσσωρεύτηκαν κατά τη διάρκεια της πανδημίας αναμένεται να αμβλύνουν εν μέρει τις αρνητικές επιπτώσεις στην ιδιωτική κατανάλωση.

Το ενδεχόμενο ρίσκο, μαζί με την αυξημένη συμφόρηση της προσφοράς, ενδέχεται να καθυστερήσουν την έναρξη νέων επενδυτικών σχεδίων, αλλά η οικονομία θα ωφεληθεί επίσης από την ανάπτυξη των έργων που χρηματοδοτούνται από το Ταμείο Ανάπτυξης. Η αύξηση των εξαγωγών προβλέπεται να παραμείνει σταθερή λόγω της ανάκαμψης του τουρισμού, ο οποίος εκτιμάται ότι θα παραμείνει ανθεκτικός, δεδομένου του περιορισμένου μεριδίου των τουριστών από τη Ρωσία, την Ουκρανία και τη Λευκορωσία στις συνολικές αφίξεις.

Η αύξηση των εξαγωγών αγαθών, ωστόσο, αναμένεται να μειωθεί σε σύγκριση με τις προηγούμενες εκτιμήσεις, ενόψει της προβλεπόμενης επιβράδυνσης της οικονομίας της ΕΕ και της παγκόσμιας οικονομίας, καθώς στο σύνολό της. Συνολικά, το πραγματικό ΑΕΠ προβλέπεται να αυξηθεί κατά 3,5% το 2022. Η ανάπτυξη το 2023 αναμένεται να παραμείνει υψηλή, στο 3,1%, λόγω της σταδιακής ανάκαμψη του πραγματικού διαθέσιμου εισοδήματος και μιας προβλεπόμενη επιστροφή του τουρισμού στην προ της πανδημίας επίπεδο.

Θέσεις εργασίας

Η δημιουργία θέσεων εργασίας παρουσίασε έντονη αύξηση το δεύτερο εξάμηνο του 2021, λόγω της αύξησης της απασχόλησης στη γεωργία και στη μεταποίηση. Αναμένεται να συνεχιστεί επίσης το 2022, παρά τη συνολική επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας φέτος. Ο κατώτατος μισθός αυξήθηκε κατά 7,5% από τον Μάιο του 2022, μετά τη μέτρια αύξηση κατά 2% τον Ιανουάριο 2022. Αυτό είναι πιθανό να στηρίξει τους ονομαστικούς μισθούς κατά το δεύτερο εξάμηνο του έτους, δεδομένου ότι σχεδόν το ένα τρίτο του συνόλου των εργαζομένων της χώρας λαμβάνουν τον κατώτατο μισθό.

Ο πληθωρισμός αναμένεται να κορυφωθεί το δεύτερο τρίμηνο του 2022 και να παραμείνει υψηλός στη συνέχεια, προτού χαλαρώσει το 2023. Η αύξηση των διεθνών τιμών του πετρελαίου και του φυσικού αερίου είναι ο κύριος μοχλός, ενώ η εκτίναξη του κόστους βασικών εισροών, όπως τα λιπάσματα και οι μεταφορές, επηρεάζει τις τιμές των τροφίμων. Ο πληθωρισμός αναμένεται να φθάσει το 6,3% το 2022 και 1,9% το 2023. Στις χειμερινές προβλέψεις, η Κομισιόν προέβλεψε ότι ο πληθωρισμός θα έφτανε το 3,1% για το 2022, ενώ η προηγούμενη ήταν για μόλις 1%.

Η στρατιωτική επίθεση της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας έχει μεγεθύνει τους καθοδικούς κινδύνους για την ελληνική οικονομία, ενώ οι προοπτικές παραμένουν εξαρτημένες από τις τεχνικές παραδοχές της πρόβλεψης. Οι εκτιμήσεις για τις προοπτικές των δαπανών των νοικοκυριών και τη δυναμική των επενδύσεων είναι ιδιαίτερα ευαίσθητες σε αυτές τις παραδοχές.

Η αβεβαιότητα αφορά επίσης την τουριστική περίοδο, καθώς τα πραγματικά διαθέσιμα εισοδήματα των εγχώριων και ξένων τουριστών μπορεί να μειωθούν από τον πληθωρισμό. Στη θετική πλευρά, οι ισχυρές επιδόσεις των εξαγωγών αγαθών κατά την προηγούμενη περίοδο των αυξημένων διαταραχών στην πλευρά της προσφοράς υποδηλώνει κάποια ανθεκτικότητα των ελληνικών εξαγωγικών επιχειρήσεων, η οποία θα μπορούσε να οδηγήσει σε ισχυρότερες εξαγωγές απόδοση των εξαγωγών από ό,τι αναμένεται επί του παρόντος.

Πρωτογενές πλεόνασμα

Το έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης της Ελλάδας έφθασε στο 7,4% το 2021, το οποίο αντανακλά κυρίως την ανάγκη έκτακτης βοήθειας και στήριξης που σχετίζονται με τα μέτρα της πανδημίας που εξακολουθούν να ισχύουν. Το αποτέλεσμα αυτό είναι καλύτερο από ό,τι αναμενόταν νωρίτερα, και οφείλεται στην ταχεία ανάκαμψη των προσωπικών και εταιρικών εισοδημάτων.

Το δημόσιο χρέος μειώθηκε στο 193% του ΑΕΠ λόγω της έντονης αύξησης του ονομαστικού ΑΕΠ.

Καθώς η ανάπτυξη συνεχίζεται, και ορισμένα από τα μέτρα που σχετίζονται με την πανδημία έχουν ήδη σταδιακά, το έλλειμμα αναμένεται να μειωθεί στο 4,3% του ΑΕΠ το 2022, αν και έχει επίσης επηρεαστεί από τα προσωρινά μέτρα που ελήφθησαν ως απάντηση στις υψηλές τιμές της ενέργειας.

Το έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης αναμένεται να μειωθεί στο 1% του ΑΕΠ το 2023, φέρνοντας το πρωτογενές ισοζύγιο σε πλεόνασμα 1,3% του ΑΕΠ.

Αυτή η προβλεπόμενη μείωση προϋποθέτει ότι το μεγαλύτερο μέρος των μέτρων που σχετίζονται με την πανδημία, καθώς και αυτά που εφαρμόζονται για την άμβλυνση των επιπτώσεων της υψηλών τιμών της ενέργειας, σταδιακά καταργούνται.

Η πρόβλεψη λαμβάνει υπόψη την παράταση δύο φοροελαφρύνσεων που ευνοούν την ανάπτυξη και έχουν προγραμματιστεί από τις Αρχές, οι οποίες βασίζονται σε μέτρα που εισήχθησαν το 2021 και το 2022 για την ανακούφιση των επιπτώσεων της πανδημίας, τα οποία επρόκειτο να λήξουν στο τέλος του τρέχοντος έτους. Τα μέτρα αυτά αποσκοπούν στο να φέρουν τη φορολογική σφήνα στην εργασία πιο κοντά στο μέσο όρο της Ευρωζώνης, να στηρίξουν τη ζήτηση εργασίας και να ενισχύσουν το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών, γεγονός που αναμένεται να έχει θετική επίδραση στην κατανάλωση και την οικονομική ανάκαμψη γενικότερα.

Το δημόσιο χρέος αναμένεται να μειωθεί περαιτέρω σε 186% του ΑΕΠ το 2022 και στο 180% περίπου το 2023, υποστηριζόμενο από την αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ και τα δύο έτη και το πρωτογενές πλεόνασμα το 2023.

Παρά το καλύτερο από το αναμενόμενο αποτέλεσμα του 2021, οι δημοσιονομικοί κίνδυνοι παραμένουν σημαντικοί. Σχετίζονται κυρίως με μια πιθανή ενεργοποίηση των κρατικών εγγυήσεων που εκδόθηκαν στο πλαίσιο της μέτρων στήριξης, τις δικαστικές υποθέσεις κατά της δημόσιας εταιρείας ακινήτων (ΕΤΑΔ) και την εκκρεμή απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας σχετικά με την αναδρομική αποζημίωση για τις περικοπές στις επικουρικές συντάξεις και τα εποχιακά επιδόματα.

Στα θετικά, η κερδοφορία του εταιρικού εισοδήματος μπορεί να συνεχίσει να ξεπερνά τις προσδοκίες, καθώς το έκανε για το δημοσιονομικό αποτέλεσμα του 2021.